


Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού
Του Γεωργίου Αποστολάκη
Γράφω με αποκλειστικό σκοπό την υπεράσπιση της τιμής του Αγίου Ραφαήλ της Θερμής Λέσβου και την αποκατάσταση μιας σοβαρής συγχύσεως γύρω από τον βίο και το μαρτύριό του. Δεν επιθυμώ προσωπική αντιπαράθεση με τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου. Ο γενικός σεβασμός, όμως, προς το πρόσωπο ενός κληρικού δεν μπορεί να αποκλείει τον έλεγχο δημόσιων ισχυρισμών του, ιδίως όταν αυτοί αφορούν έναν Άγιο της Εκκλησίας.
Το ζήτημα προκύπτει από δύο ομιλίες του: την πρώτη, στις 15 Δεκεμβρίου 2021, στην επέτειο των εκατό χρόνων του παρεκκλησίου Οσίας Ξένης Αχαρνών, με τίτλο «Τα δύο ξανθά γένη και η Τουρκοκρατία», και τη δεύτερη, στις 11 Οκτωβρίου 2026, στον Άγιο Ανδρέα, με τίτλο «Ο Άγιος Ραφαήλ και οι προϋποθέσεις της εποχής του».
Στις ομιλίες αυτές αποδίδεται στον Άγιο Ραφαήλ, κατά κόσμον Γεώργιο Λάσκαρη ή Λασκαρίδη, ότι, ως λαϊκός ακόμη και αξιωματικός, συμμετείχε στην αυτοκρατορική και πατριαρχική αποστολή στη Φερράρα–Φλωρεντία και υπέγραψε υπέρ της ενώσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Λατίνους. Στη νεότερη ομιλία, από το 58ο λεπτό και εξής, ο ισχυρισμός συνδέεται και με την ερμηνεία του μαρτυρίου του: ο πριονισμός της σιαγόνας και ο επώδυνος θάνατός του παρουσιάζονται ως θεία παραχώρηση για την εξόφληση εκείνης της αμαρτίας.
Πρόκειται για δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς, που χρειάζονται χωριστή τεκμηρίωση. Ο πρώτος αφορά ένα ιστορικό γεγονός: αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος υπέγραψε συγκεκριμένη πράξη. Ο δεύτερος αφορά την κρίση και την πρόνοια του Θεού: για ποιον λόγο επετράπη ένα ορισμένο βασανιστήριο. Ο δεύτερος, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται ακόμη και αν αποδειχθεί ο πρώτος.
Η πρώτη δημόσια αναφορά είχε προκαλέσει ήδη αντίδραση του ιστορικού Νεκταρίου Δαπέργολα, σε δημοσίευμα της 6ης Φεβρουαρίου 2022. Το ύφος εκείνης της κριτικής ίσως δεν εκφράζει όλους. Παραμένει, ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα που έθεσε: από ποια πηγή προκύπτει ότι ο Άγιος υπέγραψε την ένωση; Φυσικά και οι αντίθετες βιογραφικές διαβεβαιώσεις χρειάζονται παραπομπές και τεκμηρίωση· δεν γίνονται ιστορικές αποδείξεις επειδή υπηρετούν την ορθή πρόθεση της υπερασπίσεώς του.
Η γνώση μας για τον Άγιο Ραφαήλ και τους άλλους νεοφανείς μάρτυρες της Λέσβου συνδέεται πρωτίστως με τις εμφανίσεις και τις μαρτυρίες που καταγράφηκαν μετά την εύρεση των λειψάνων, από το 1959. Αυτόν τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα επισημαίνει και το συναξαριακό κείμενο της Αποστολικής Διακονίας. Βασικά έργα αναφοράς αποτελούν το «Σημείον Μέγα» του Φώτη Κόντογλου και η «Ζωή εκ τάφων» του αρχιμ. Δημητρίου Μπεκιάρη.
Στα έργα αυτά δεν υπάρχει καταγεγραμμένος ως αποκάλυψη ο ελεγχόμενος ισχυρισμός του π. Ευαγγέλου Παπανικολάου.
Όποιος λοιπόν επικαλείται άλλη αποκάλυψη και πληροφορία που ανατρέπει την παραδεδομένη εικόνα του Αγίου οφείλει να υποδείξει την καταγραφή της: έκδοση, σελίδα, πρόσωπο που τη δέχθηκε και ακριβές περιεχόμενο.
Στη δημοσιευμένη αγιολογική παράδοση ο Ραφαήλ παρουσιάζεται ως προσκείμενος στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό και ως αρνηθείς να συμμετάσχει στο ενωτικό συλλείτουργο της Αγίας Σοφίας το 1452. Δεν είναι θεμιτό αυτή η εικόνα να αντικαθίσταται από την αντίθετη χωρίς συγκεκριμένο τεκμήριο.
Ο έλεγχος πάλι του έργου «Απομνημονεύματα» του Σιλβέστρου Συροπούλου, μέλους της βυζαντινής αντιπροσωπείας δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του π. Ευαγγέλου Παπανικολάου. Στην κριτική έκδοση Laurent υπάρχει ένας Λάσκαρης χωρίς μικρό όνομα, τον οποίο ο αυτοκράτορας στέλνει στο Φραγκολίνο. Ο εκδότης προτείνει επιφυλακτικά την ταύτισή του με Ματθαίο. Υπάρχει επίσης Γεώργιος Δισύπατος. Δεν εντοπίστηκε, όμως, τεκμηριωμένη ταύτιση κάποιου από αυτούς με τον Άγιο Ραφαήλ, ούτε καταγραφή υπογραφής του Αγίου. Η παρουσία στην αποστολή, η υποστήριξη μιας πολιτικής και η υπογραφή του ενωτικού όρου είναι διαφορετικά πράγματα.
Επίσης, και η συναφής μεταπτυχιακή εργασία της Μόσχας Παυλίδου, ΕΚΠΑ 2021, με τίτλο «Η παρουσίαση των προσώπων, λαϊκών και κληρικών, της ελληνικής αντιπροσωπείας από τον Σίλβεστρο Συρόπουλο» δεν επιβεβαιώνει την παρουσία του Γεωργίου Λάσκαρη ή Λασκαρίδη στη σύνοδο. Στη σελ. 18, υποσημείωση 93: υπάρχει αναφορά στο επώνυμο «Λάσκαρης», μέσα σε σημείωση για τον διπλωμάτη Ιωάννη Δισύπατο και τους αδελφούς του. Δεν συνδέεται ωστόσο με τον Άγιο Ραφαήλ.
Σε μεταγενέστερες αφηγήσεις συναντούμε και το «Άγραφον» του Φωτίου Λίτσα, του οποίου η έκδοση του 2008 παρουσιάζεται ως μυθιστορηματικό χρονικό.
Σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Κυρίλλου Κεφαλόπουλου, αναδημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της Μονής Άνω Σουλίου το 2022, προστίθεται σημείωση της Αδελφότητας που παραπέμπει στο βιβλίο αυτό. Εκεί παρατίθεται σε πρώτο πρόσωπο η φράση: «Εγώ φυσικά ήμουν στην πολιτική αντιπροσωπεία … υποστήριζα τον Αυτοκράτορα». Στη συνέχεια, όμως, η ίδια παράθεση αποδίδει στον αφηγητή εσωτερική συμπάθεια προς τον Πλήθωνα και την αντίθεσή του στην ένωση, καθώς και θαυμασμό προς τον Μάρκο Ευγενικό. Συνεπώς, ούτε το συγκεκριμένο απόσπασμα αποδίδει απερίφραστα αποδοχή της ενώσεως. Εν τέλει Το «Άγραφον», στην έκδοση Ακρίτας του 2008, παρουσιάζεται βιβλιογραφικά ως «μυθιστορηματικό χρονικό»· καταγράφεται επίσης διασκευή και επιμέλεια της Άννας Κωστάκου–Μαρίνη. Άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορική ή αγιολογική πηγή, αφού δεν είναι παρά ελεύθερη μυθιστοριογραφία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία του είναι επινοημένη. Σημαίνει όμως ότι κάθε επίμαχη λεπτομέρεια χρειάζεται αναγωγή στην πηγή της. Η λογοτεχνική αφήγηση δεν αρκεί από μόνη της ως ιστορική μαρτυρία ή ως καταγραφή αποκαλύψεως. Δεν γνωρίζω αν ο π. Ευάγγελος άντλησε από εκεί όσα υποστηρίζει· ο ίδιος χρειάζεται να το διευκρινίσει.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η ερμηνεία του μαρτυρίου ως τιμωρίας για την υποτιθέμενη υπογραφή. Η Εκκλησία τιμά τον Ραφαήλ ως ιερομάρτυρα. Η σύνδεση ενός συγκεκριμένου βασανιστηρίου με συγκεκριμένη προσωπική ενοχή χρειάζεται ιδιαίτερη θεμελίωση. Δεν μπορεί να εμφανίζεται ως γνώση της θείας κρίσεως μια προσωπική ερμηνεία του ομιλητή.
Για τον λόγο αυτόν, παρακαλώ τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου να αποσαφηνίσει δημοσίως και χωρίς καθυστέρηση το ζήτημα: να υποδείξει την ακριβή πηγή τόσο της υπογραφής όσο και της ερμηνείας του μαρτυρίου. Εάν τέτοια τεκμηρίωση δεν υπάρχει, οφείλει να ανακαλέσει δημοσίως και τα δύο.
Μια καθαρή διόρθωση θα υπηρετούσε την αλήθεια και θα τιμούσε τον ίδιο. Εάν, αντίθετα, ο ισχυρισμός συνεχίσει να επαναλαμβάνεται χωρίς πηγή, θα καταστεί εύλογο να ζητηθεί εξήγηση για την επιμονή και τον σκοπό αυτής της ερμηνείας. Δεν προδικάζω κίνητρα· ζητώ να αρθεί η σύγχυση.
Η τιμή του Αγίου και η ευθύνη του εκκλησιαστικού λόγου απαιτούν συγκεκριμένη απάντηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια 
Η ελευθερία του προσώπου στον ψηφιακό πολιτισμό
Το ανθρώπινο αυτεξούσιο ενώπιον των σύγχρονων προκλήσεων
Εισήγηση στην θεολογική ημερίδα με θέμα: "Ελευθερία: Δικαίωμα, Δώρο ή Ευθύνη;", Σύλλογος Θεολόγων "Μέθεξις"
Εισαγωγή — Το πραγματικό ερώτημα
Όταν μιλούμε για την ψηφιακή εποχή, η συζήτηση συνήθως περιορίζεται στα οφέλη ή στους κινδύνους της τεχνολογίας. Μας λένε ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη και ότι όλα εξαρτώνται από τη χρήση της. Η διαπίστωση αυτή είναι εν μέρει σωστή, αλλά δεν είναι πλέον αρκετή. Διότι σήμερα δεν έχουμε απλώς νέα εργαλεία στα χέρια μας. Διαμορφώνεται σταδιακά ένα ολόκληρο περιβάλλον ζωής: ένα σύστημα μέσα στο οποίο εργαζόμαστε, συναλλασσόμαστε, ενημερωνόμαστε, επικοινωνούμε, αποδεικνύουμε ποιοι είμαστε και ασκούμε τα δικαιώματά μας.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε ή όχι την τεχνολογία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα υπηρετεί ποιον. Θα υπηρετεί το ψηφιακό σύστημα τον άνθρωπο ή θα υποχρεώνεται ο άνθρωπος να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του συστήματος; Θα παραμένει πρόσωπο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, ή θα μετατρέπεται σε σύνολο δεδομένων, σε ψηφιακό προφίλ, σε προβλέψιμη συμπεριφορά; Και ακόμη βαθύτερα: θα εξακολουθεί να μπορεί να λέει ελεύθερα «ναι» και «όχι», να αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του και να ακολουθεί τη συνείδησή του, ακόμη και όταν αυτή αντιστέκεται στην επιβαλλόμενη κανονικότητα;
Αυτό είναι το ανθρωπολογικό και πνευματικό πρόβλημα του ψηφιακού πολιτισμού. Δεν είναι μία τεχνική διαφορά για κάρτες, αριθμούς και εφαρμογές. Είναι ερώτημα για το ποιος είναι ο άνθρωπος και σε ποιον ανήκει η ελευθερία του.
1. Το αυτεξούσιο ως θεόσδοτο γνώρισμα του προσώπου
Η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον άνθρωπο πλασμένο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Η εικόνα αυτή δεν εξαντλείται στη λογική ικανότητα. Φανερώνεται και στο αυτεξούσιο: στη δυνατότητα του ανθρώπου να στραφεί ελεύθερα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να αγαπήσει, να αρνηθεί, να μετανοήσει, να δημιουργήσει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνδέει ρητά το λογικό με το αυτεξούσιο. Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας βοηθεί να κατανοήσουμε ότι η ανθρώπινη ελευθερία βρίσκει την πληρότητά της όχι στην αυθαιρεσία, αλλά στην ελεύθερη κίνηση προς το αγαθό.
Η ορθόδοξη αντίληψη της ελευθερίας διαφέρει τόσο από τον ατομικισμό, όσο και από τον καταναγκασμό. Ελευθερία δεν σημαίνει «κάνω ό,τι θέλω»· σημαίνει ότι δεν είμαι ένα προγραμματισμένο ον. Μπορώ να υπερβώ την επιθυμία, τον φόβο, το συμφέρον και την πίεση. Μπορώ να θυσιαστώ. Μπορώ να ομολογήσω. Μπορώ να πω το «γενηθήτω» της Παναγίας, αλλά ακριβώς επειδή μπορώ και να το αρνηθώ. Η αγάπη χωρίς ελευθερία παύει να είναι αγάπη, η πίστη χωρίς ελευθερία παύει να είναι πίστη και η αρετή χωρίς δυνατότητα επιλογής μετατρέπεται σε μηχανική συμμόρφωση.
Γι’ αυτό ο Θεός δεν καταργεί το αυτεξούσιο ούτε ακόμη και όταν ο άνθρωπος το χρησιμοποιεί εναντίον Του. Καλεί, δεν εξαναγκάζει. «Όπου το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία». Και ο Χριστός δεν ζητεί απλώς εξωτερική πειθαρχία, αλλά ελεύθερη ανταπόκριση: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν». Το «εἴ τις θέλει» αποτελεί το θεμέλιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας.
Από εδώ προκύπτει και η προσωπική ευθύνη. Εάν οι αποφάσεις μου λαμβάνονται από άλλους, εάν η συμπεριφορά μου κατευθύνεται αθέατα, εάν οι διαθέσιμες επιλογές έχουν ήδη φιλτραριστεί και ιεραρχηθεί για λογαριασμό μου, τότε περιορίζεται όχι μόνο η ελευθερία αλλά και η ευθύνη μου. Ο άνθρωπος παύει βαθμιαία να είναι υποκείμενο αποφάσεως και γίνεται αντικείμενο διαχειρίσεως.
2. Από το εργαλείο στο περιβάλλον διαμορφώσεως
Η τεχνολογία υπηρέτησε πολλές φορές τον άνθρωπο και εξακολουθεί να το πράττει. Η άμεση επικοινωνία, η πρόσβαση στη γνώση, οι ιατρικές εφαρμογές, η διευκόλυνση του αναπήρου ή του απομακρυσμένου πολίτη είναι πραγματικά αγαθά. Η Εκκλησία δεν έχει λόγο να τα αρνηθεί. Η άκριτη απόρριψη κάθε τεχνολογικής προόδου θα ήταν εξίσου ρηχή με την άκριτη αποθέωσή της.
Ωστόσο, το ψηφιακό μέσο έχει μία ιδιαιτερότητα. Δεν εκτελεί μόνο την εντολή μας· καταγράφει τη συμπεριφορά μας. Μαθαίνει τις προτιμήσεις μας, συσχετίζει τις κινήσεις μας, προβλέπει την επόμενη ενέργειά μας και, ολοένα συχνότερα, διαμορφώνει το πεδίο μέσα στο οποίο θα επιλέξουμε. Η πλατφόρμα δεν μας δείχνει απλώς πληροφορίες. Επιλέγει ποιες πληροφορίες θα δούμε, με ποια σειρά, πόσο συχνά και με ποιο συναισθηματικό φορτίο. Ο αλγόριθμος δεν απαγορεύει πάντοτε. Πολύ αποτελεσματικότερα, ωθεί, αποθαρρύνει, ανταμείβει, αποκρύπτει ή επαναλαμβάνει.
Έτσι περνούμε από την εξωτερική επιβολή στην αθέατη καθοδήγηση. Ο παλαιός καταναγκασμός έλεγε: «θα κάνεις αυτό». Ο ψηφιακός καταναγκασμός μπορεί να οργανώνει το περιβάλλον έτσι ώστε να πιστεύουμε ότι επιλέξαμε μόνοι μας αυτό που κάποιος άλλος είχε ήδη καταστήσει πιθανότερο. Η ελευθερία δεν καταργείται θεαματικά· ατροφεί αθόρυβα.
Η εξάρτηση αυτή εντείνεται όταν η πρόσβαση σε βασικά αγαθά συνδέεται με μία μοναδική ψηφιακή πύλη: με έναν καθολικό αναγνωριστικό αριθμό, με μία ηλεκτρονική ταυτότητα, με ένα πορτοφόλι εφαρμογών, με βιομετρική επαλήθευση ή με μία αλγοριθμική αξιολόγηση. Τότε η άρνηση δεν έχει μόνο το κόστος της ταλαιπωρίας. Μπορεί να συνεπάγεται αδυναμία συναλλαγής, μετακινήσεως, εργασίας ή προσβάσεως σε υπηρεσίες. Μία επιλογή που συνοδεύεται από κοινωνικό αποκλεισμό δεν είναι πραγματικά ελεύθερη επιλογή.
Δεν είναι λοιπόν αρκετό να μας λέγουν ότι η ψηφιακή διαδικασία είναι ασφαλής ή βολική. Πρέπει να ερωτούμε: είναι προαιρετική; Υπάρχει ισότιμη αναλογική εναλλακτική; Μπορεί ο πολίτης να αρνηθεί χωρίς να τιμωρηθεί; Ποιος ελέγχει τη διασύνδεση των δεδομένων; Μπορεί μία αλγοριθμική απόφαση να επανεξεταστεί από άνθρωπο; Εάν αυτά δεν κατοχυρώνονται, η ευκολία μετατρέπεται σταδιακά σε εξάρτηση και η εξάρτηση σε μέσο εξουσίας.
3. Το ανθρώπινο και γνωστικό πεδίο ως πεδίο επιχειρήσεων
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η συζήτηση για τον λεγόμενο «γνωστικό πόλεμο» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε θεωρίες συνωμοσίας. Αρκεί να διαβάσουμε τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και τις επίσημες σελίδες της Συμμαχικής Διοίκησης Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ.
Στα κείμενα αυτά ο γνωστικός πόλεμος περιγράφεται ως σύνολο δραστηριοτήτων που, σε συντονισμό με άλλα μέσα ισχύος, αποβλέπουν στο να επηρεάσουν στάσεις και συμπεριφορές, επηρεάζοντας, προστατεύοντας ή διαταράσσοντας τη νόηση ατόμων και ομάδων, ώστε να αποκτηθεί πλεονέκτημα. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού διαχειρίζεται ήδη ένα “Cognitive Warfare Exploratory Concept” (=Ερευνητική Ιδέα Γνωστικού Πολέμου), ενταγμένο στην ευρύτερη ατζέντα αναπτύξεως του πολέμου. Σε σχετικές μελέτες του Innovation Hub (=κόμβος καινοτομίας) προτάθηκε μάλιστα να θεωρηθεί το “Human Domain”, το ανθρώπινο πεδίο, ως έκτος τομέας επιχειρήσεων, δίπλα στη γη, τη θάλασσα, τον αέρα, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο.
Εδώ απαιτείται ακρίβεια. Το ΝΑΤΟ δεν έχει ανακηρύξει επισήμως και οριστικά τον ανθρώπινο νου ως έκτο επιχειρησιακό τομέα. Πρόκειται για πρόταση και για εξελισσόμενη εννοιολογική επεξεργασία. Όμως η ίδια η πρόταση είναι αποκαλυπτική της κατευθύνσεως. Σε μελέτη του 2020 το ανθρώπινο πεδίο ορίζεται, δοκιμαστικά, ως η σφαίρα μέσα στην οποία σχεδιάζονται και εφαρμόζονται στρατηγικές που στοχεύουν τις γνωστικές ικανότητες ατόμων ή κοινοτήτων, ιδίως με ψηφιακά εργαλεία, ώστε να επηρεάζουν την αντίληψη και τη συλλογιστική τους και να αποκτούν έλεγχο στους μοχλούς λήψεως αποφάσεων, αντιλήψεως και συμπεριφοράς.
Η επίσημη αιτιολόγηση είναι κυρίως αμυντική: οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν παραπληροφόρηση, ψυχολογικές επιχειρήσεις, κοινωνική μηχανική, δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη για να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη, να πολώσουν τις κοινωνίες και να επηρεάσουν αποφάσεις. Η απειλή είναι πραγματική. Η προπαγάνδα είναι παλαιά όσο και ο πόλεμος, αλλά η ψηφιακή τεχνολογία της δίνει πρωτοφανή ακρίβεια, ταχύτητα, εξατομίκευση και κλίμακα.
Το θεμελιώδες, όμως, ερώτημα παραμένει: όταν για να αμυνθείς απέναντι στη χειραγώγηση αναπτύσσεις και εσύ ικανότητες χαρτογραφήσεως, προβλέψεως και επηρεασμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ποιος εγγυάται ότι οι δυνατότητες αυτές θα μείνουν μόνο απέναντι σε έναν εξωτερικό αντίπαλο; Πού τελειώνει η προστασία της κοινωνίας και πού αρχίζει η διαχείριση της κοινωνίας; Ποιος ορίζει ποια πληροφορία είναι επικίνδυνη, ποια αντίδραση είναι “ανθεκτική” και ποια γνώμη θεωρείται προϊόν εχθρικής επιρροής;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας διεθνής οργανισμός σαν το ΝΑΤΟ μελετά τις νέες μορφές πολέμου. Θα ήταν αφελές να μην τις μελετά. Το πρόβλημα γεννιέται όταν η ίδια η ανθρώπινη συνείδηση αντιμετωπίζεται με τη γλώσσα του επιχειρησιακού πεδίου, όταν η σκέψη γίνεται στόχος, η συγκίνηση μετατρέπεται σε δεδομένο, η συμπεριφορά σε επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και ο πολίτης σε “ακροατήριο” που πρέπει να διαμορφωθεί.
Και εδώ συναντώνται ο γνωστικός πόλεμος με την καθημερινή ψηφιακή οικονομία. Οι ίδιες τεχνικές (συλλογή δεδομένων, ψυχομετρική ανάλυση, εξατομικευμένα μηνύματα, εκμετάλλευση ταυτότητας και συναισθήματος, τεχνητή νοημοσύνη) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διαφήμιση, πολιτική επικοινωνία, δημόσια πολιτική ή στρατιωτική επιρροή. Διαφέρουν οι σκοποί, αλλά η υποδομή είναι συγγενής: για να επηρεάσεις αποτελεσματικά έναν άνθρωπο, πρέπει προηγουμένως να τον καταστήσεις μετρήσιμο και προβλέψιμο.
Η βαθύτερη απειλή, επομένως, δεν είναι μόνον η παρακολούθηση όσων κάνουμε. Είναι η φιλοδοξία να προβλέπονται και να διαμορφώνονται όσα πρόκειται να θελήσουμε. Από τον έλεγχο της πληροφορίας περνούμε στον έλεγχο της προσοχής· από τον έλεγχο της προσοχής στη διαμόρφωση της επιθυμίας· και από τη διαμόρφωση της επιθυμίας στην καθοδήγηση της αποφάσεως. Εκεί ακριβώς αγγίζεται ο πυρήνας του αυτεξουσίου.
4. Ελευθερία συνειδήσεως και ελευθερία ομολογίας
Η ελευθερία της συνειδήσεως δεν προστατεύεται μόνο όταν το κράτος μας επιτρέπει να πιστεύουμε εσωτερικά ό,τι θέλουμε. Προστατεύεται όταν μπορούμε να ζούμε σύμφωνα με αυτήν την πίστη. Η συνείδηση που επιτρέπεται να υπάρχει μόνο ως ιδιωτικό συναίσθημα, χωρίς δικαίωμα αρνήσεως και χωρίς δημόσια συνέπεια, δεν είναι ελεύθερη.
Στον ψηφιακό πολιτισμό μπορεί να αναδυθεί μία νέα μορφή διωγμού, λιγότερο θεαματική αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική. Δεν απαιτεί φυλακή ούτε απαγόρευση της πίστεως. Αρκεί να οργανωθεί η καθημερινότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε όποιος δεν συμμορφώνεται να μην μπορεί να εργαστεί, να ταξιδέψει, να πληρώσει, να λάβει υπηρεσίες ή να ακουστεί στον δημόσιο χώρο. Ο αποκλεισμός μπορεί να αυτοματοποιηθεί και η ευθύνη να διαχυθεί: “δεν σας αποκλείει κάποιος άνθρωπος· έτσι λειτουργεί το σύστημα”. Αλλά πίσω από κάθε σύστημα υπάρχουν ανθρώπινες επιλογές, νομοθέτες, σχεδιαστές και συμφέροντα.
Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η ομολογία δοκιμάζεται ακριβώς όταν έχει κόστος. Δεν δικαιούται όμως να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα ένα σύστημα που κατασκευάζει τεχνητά αυτό το κόστος και μετατρέπει την άσκηση της συνειδήσεως σε κοινωνική αναπηρία. Η ποιμαντική μέριμνα δεν μπορεί να εξαντλείται στη σύσταση “μη φοβάστε”. Οφείλει συγχρόνως να ερωτά εάν ο άνθρωπος εκβιάζεται, εάν διατηρεί πραγματική δυνατότητα επιλογής και εάν οι επιφυλάξεις του αντιμετωπίζονται με σεβασμό και όχι με χλευασμό.
Χρειάζεται επίσης πνευματική διάκριση. Δεν είναι κάθε ψηφιακή χρήση άρνηση της πίστεως ούτε κάθε τεχνικό μέσο έχει από μόνο του εσχατολογικό χαρακτήρα. Αλλά ούτε είναι θεολογικά αδιάφορο ένα καθολικό σύστημα ταυτοποιήσεως, παρακολουθήσεως και συναλλαγών, όταν μπορεί να καταστήσει τη συμμετοχή σε αυτό προϋπόθεση κοινωνικής υπάρξεως. Η Εκκλησία δεν καλείται να ορίσει ημερομηνίες ούτε να καλλιεργήσει πανικό. Καλείται να διαφυλάξει σήμερα τις προϋποθέσεις της ελεύθερης πίστεως και της ελεύθερης ομολογίας.
5. Η ορθόδοξη ασκητική της ελευθερίας
Ποια μπορεί να είναι η απάντηση; Ούτε τεχνοφοβία ούτε τεχνολατρία. Χρειαζόμαστε μία ορθόδοξη ασκητική της ελευθερίας: μία παιδαγωγία που γυμνάζει τον άνθρωπο να παραμένει κύριος των μέσων του, άγρυπνος απέναντι στους μηχανισμούς επιρροής και ικανός να αναλαμβάνει το κόστος της συνειδήσεώς του.
Πρώτον, άσκηση της προσοχής. Στην πατερική παράδοση η νήψη είναι φύλαξη του νου και της καρδιάς. Σήμερα η προσοχή μας αποτελεί αντικείμενο εμπορίας και πεδίο ανταγωνισμού. Η συνειδητή αποσύνδεση από τα μέσα, η σιωπή, η προσευχή, η ανάγνωση χωρίς διαρκείς ειδοποιήσεις και η νηστεία από την ακατάπαυστη ροή πληροφοριών δεν είναι απλώς συμβουλές ευεξίας. Είναι πράξεις ανακτήσεως της εσωτερικής κυριαρχίας.
Δεύτερον, άσκηση της κρίσεως. Να μη δεχόμαστε ως αλήθεια ό,τι επαναλαμβάνεται περισσότερο ούτε ως ελεύθερη επιλογή ό,τι μας προσφέρεται πρώτο. Να ελέγχουμε την πηγή, να ακούμε το αντίθετο επιχείρημα, να διακρίνουμε το γεγονός από την ερμηνεία και να μην επιτρέπουμε στον θυμό ή στον φόβο να αποφασίζει πριν από εμάς. Η ψηφιακή εγκράτεια είναι μορφή πνευματικής εγρηγόρσεως.
Τρίτον, άσκηση της αρνήσεως. Το αυτεξούσιο δεν διασώζεται θεωρητικά. Διασώζεται με μικρά και μεγάλα “όχι”: όχι στην περιττή συλλογή δεδομένων, όχι στη διαρκή διαθεσιμότητα, όχι στην υποκατάσταση κάθε ανθρώπινης σχέσεως από μία εφαρμογή, όχι στην αποδοχή όρων που δεν κατανοούμε, όχι στην παραίτηση από τις αναλογικές εναλλακτικές μόνο και μόνο επειδή η ψηφιακή οδός είναι ταχύτερη.
Τέταρτον, άσκηση της κοινότητας. Ο απομονωμένος χρήστης είναι ευάλωτος. Το πρόσωπο ελευθερώνεται μέσα στη σχέση. Η ενορία, η οικογένεια και η κοινότητα μπορούν να διατηρούν χώρους πραγματικής συναντήσεως, αλληλοβοηθείας και μη ψηφιακής ζωής. Να μη μένει μόνος ο ηλικιωμένος, ο φτωχός, ο άνθρωπος χωρίς δεξιότητες ή εκείνος που για λόγους συνειδήσεως δεν επιθυμεί να ενταχθεί πλήρως στο ψηφιακό δίκτυο.
Πέμπτον, θεσμική μαρτυρία. Η ασκητική της ελευθερίας δεν είναι ιδιωτική φυγή. Η Εκκλησία οφείλει να ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις: πραγματική προαιρετικότητα της ψηφιακής ταυτοποιήσεως· ισότιμη πρόσβαση με φυσικά έγγραφα και ανθρώπινη εξυπηρέτηση· απαγόρευση δυσμενούς μεταχειρίσεως όσων επιλέγουν να μη χρησιμοποιούν ψηφιακό μέσο· ελαχιστοποίηση και όχι άκριτη διασύνδεση δεδομένων· δικαίωμα ανθρώπινης επανεξετάσεως κάθε αλγοριθμικής αποφάσεως· προστασία των μετρητών και της μη ψηφιακής συναλλαγής· διαφάνεια στους μηχανισμούς επηρεασμού και ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί δικαίωμα στην ψηφιακή ακεραιότητα: το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διατηρεί τον έλεγχο της ψηφιακής του υπάρξεως, να μη συντίθεται χωρίς τη θέλησή του ένα καθολικό προφίλ της ζωής του και να μπορεί να ζει εκτός δικτύου χωρίς να εκπίπτει από την ιδιότητα του πολίτη.
Επίλογος — Να παραμείνει ο άνθρωπος πρόσωπο
Αγαπητοί αδελφοί,
Η μεγάλη πρόκληση του ψηφιακού πολιτισμού δεν είναι ότι οι μηχανές θα γίνουν άνθρωποι. Είναι ότι ο άνθρωπος κινδυνεύει να αποδεχθεί να ζει σαν μηχανή: διαρκώς συνδεδεμένος, προβλέψιμος, αξιολογούμενος, καθοδηγούμενος και ανίκανος να υπάρξει έξω από το σύστημα.
Η Εκκλησία έχει εδώ μία ανεκτίμητη αποστολή. Να υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι δεδομένο προς επεξεργασία, ούτε βιομετρικό αποτύπωμα, ούτε αριθμός, ούτε καταναλωτικό και πολιτικό προφίλ. Είναι εικόνα Θεού. Δεν εξαντλείται σε όσα μπορούν να μετρηθούν γι’ αυτόν. Έχει βάθος, μυστήριο, δυνατότητα μετανοίας και ελευθερία που καμία πρόβλεψη δεν μπορεί να περικλείσει ολοκληρωτικά.
Η απάντησή μας δεν είναι η φυγή από τον κόσμο αλλά η ελεύθερη παρουσία μέσα σε αυτόν. Να χρησιμοποιούμε χωρίς να υποδουλωνόμαστε. Να ενημερωνόμαστε χωρίς να χειραγωγούμαστε. Να συνεργαζόμαστε χωρίς να παραδίδουμε τη συνείδησή μας. Να δεχόμαστε την πρόοδο όταν υπηρετεί το πρόσωπο και να αντιστεκόμαστε όταν απαιτεί την υποταγή του.
Διότι στο τέλος το ερώτημα δεν είναι πόσο ψηφιακή θα γίνει η κοινωνία μας. Το ερώτημα είναι αν μέσα στην ψηφιακή κοινωνία θα παραμείνει ελεύθερος ο άνθρωπος. Και για την Εκκλησία η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη: κάθε πολιτισμός, κάθε θεσμός και κάθε τεχνολογία κρίνονται από το αν υπηρετούν το πρόσωπο, το αυτεξούσιο, τη συνείδηση και την κλήση του ανθρώπου προς την ελεύθερη κοινωνία με τον Θεό.
Σας ευχαριστώ.

«Θεέ μου, σε μισώ» — Όταν ο πόνος ζητά να δικάσει τον Θεό
«Θεέ μου, σε μισώ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου το κάνεις αυτό».
Δεν είναι εύκολο (και ίσως δεν είναι καν δίκαιο) να κρίνει κανείς αυτά τα λόγια, όταν βγαίνουν από το στόμα ενός ανθρώπου, που μέσα σε μία στιγμή έχασε δύο αδέλφια του και μαζί ανθρώπους που αποτελούσαν τη μισή του οικογένεια. Ο 31χρονος Κλάιντ Χότζα, όπως περιγράφει το δημοσίευμα, έφθασε στην Αθήνα για να βρεθεί μπροστά σε μια πραγματικότητα που ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να χωρέσει. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και μια γυναίκα πέντε μηνών έγκυος.
Μπροστά σε τέτοιο πόνο ο χριστιανός δεν σηκώνει το δάχτυλο για να επιπλήξει. Σιωπά πρώτα. Συμπάσχει. Και ύστερα, αν χρειαστεί να μιλήσει, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει μια μεγάλη παρανόηση: Δεν «το έκανε» ο Θεός.

Όταν η εικόνα γίνεται θέαμα
Η Παναγία «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων»
και δύο διαφορετικοί τρόποι θέασης του ιερού
Υπάρχουν έργα τέχνης που διηγούνται την ιστορία τους, όχι μόνο με όσα απεικονίζουν, αλλά και με όσα υπέστησαν στη διαδρομή τους. Ένα τέτοιο έργο είναι η μικρή βυζαντινή εικόνα της Παναγίας που φέρει την προσωνυμία «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων» και φυλάσσεται σήμερα στο Επισκοπικό Μουσείο του Φράιζινγκ, στη Βαυαρία.
Οι διαστάσεις της είναι μόλις 27,8 επί 21,5 εκατοστά. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μικρή επιφάνεια χωρούν πολλοί αιώνες ιστορίας, μια ολόκληρη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη προς τη Λατινική Δύση και, κυρίως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη θρησκευτική εικόνα: η εικόνα ως παρουσία και συνάντηση και η εικόνα ως μέρος ενός περίτεχνου αισθητικού θεάματος.
Μια εικόνα με ιστορία χιλίων ετών
Η παράδοση απέδωσε την εικόνα στον Ευαγγελιστή Λουκά, όπως συνέβη και με άλλες παλαιές εικόνες της Θεοτόκου. Πρόκειται ασφαλώς για ευσεβή παράδοση και όχι για ιστορικά εξακριβωμένη πατρότητα. Οι νεότερες επιστημονικές έρευνες, με ακτινογραφίες και τεχνικές αναλύσεις, αποκάλυψαν κάτω από την ορατή ζωγραφική επιφάνεια μια παλαιότερη παράσταση της Παναγίας, η οποία πιθανότατα ανάγεται στον 11ο ή στον 12ο αιώνα — κατά άλλη χρονολόγηση ακόμη και γύρω στο έτος 1000. Η μορφή που βλέπουμε σήμερα αποτελεί μεταγενέστερη επιζωγράφιση, πιθανότατα του 14ου αιώνα. Η σχετική ακαδημαϊκή μελέτη επισημαίνει ότι οι φωτεινές γραμμές και οι λεπτές ανταύγειες στο πρόσωπο της Θεοτόκου παραπέμπουν στη ζωγραφική της ύστερης βυζαντινής περιόδου.
Κατά τον 14ο αιώνα ο διάκονος και εκκλησιαστικός αξιωματούχος Μανουήλ Δισύπατος, ο οποίος πιθανώς υπηρετούσε στη Μητρόπολη Σερρών, ανακαίνισε την παλαιότερη εικόνα και την περιέβαλε με πολύτιμη αργυρεπίχρυση επένδυση. Πάνω της τοποθετήθηκαν δέκα περίτεχνα σμαλτωμένα μετάλλια: η Ετοιμασία του Θρόνου, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, οι μεγαλομάρτυρες Γεώργιος και Δημήτριος και οι άγιοι ιατροί Κοσμάς, Παντελεήμων και Δαμιανός, αν και η μορφή του τελευταίου δεν σώζεται πλέον.
Ανάμεσα στα μετάλλια αναπτύσσεται ένα βυζαντινό επίγραμμα, γραμμένο με σμάλτο. Ο δωρητής προσφέρει στην Παναγία τρία δώρα: τον πόθο της ψυχής του, το ασήμι και το χρυσάφι. Αμέσως όμως ο ίδιος υποβαθμίζει την αξία των πολύτιμων μετάλλων: το ασήμι και ο χρυσός είναι υλικά φθαρτά, ενώ ο πόθος που πηγάζει από την αθάνατη ψυχή δεν λερώνεται και δεν πεθαίνει. Και ζητεί από την Παναγία, με τις πρεσβείες της, να τον βοηθήσει να διασχίσει ανώδυνα τον πρόσκαιρο βίο και να αναδειχθεί «τέκνο της ημέρας και του φωτός».
Αυτό το επίγραμμα έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι ακόμη και η πλούσια βυζαντινή διακόσμηση δεν θεωρούσε τον χρυσό και το ασήμι αυτοσκοπό. Το υλικό κάλλος δεν υποκαθιστούσε την προσευχή. Ομολογούσε, αντιθέτως, τη δική του ανεπάρκεια μπροστά στον «πόθο της ψυχής».
Λόγω των μικρών της διαστάσεων, η εικόνα πρέπει αρχικά να χρησίμευε ως προσωπικό προσευχητάρι του Μανουήλ Δισυπάτου. Δεν δημιουργήθηκε για να εντυπωσιάζει πλήθη. Δημιουργήθηκε για να βρίσκεται απέναντι σε έναν άνθρωπο που προσευχόταν.
Η ιστορική έρευνα ανασυνθέτει μια περιπετειώδη διαδρομή. Από την Κωνσταντινούπολη στο Μιλάνο, κατόπιν στην Αγγλία και τελικά στο Φράιζινγκ. Το 1400 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος φέρεται να την προσέφερε στον δούκα του Μιλάνου Gian Galeazzo Visconti. Μέσω της Lucia Visconti και της οικογένειας della Scala περιήλθε στον επίσκοπο του Φράιζινγκ Νικόδημο della Scala, ο οποίος το 1440 την αφιέρωσε στον καθεδρικό ναό της πόλεως. Εκεί εκτίθετο προς προσκύνηση κατά τις μεγάλες θεομητορικές εορτές. Στις αρχές του 17ου αιώνα εντάχθηκε σε έναν μεγαλοπρεπή μπαρόκ αργυρό βωμό, ενώ από το 1974 φυλάσσεται στο Επισκοπικό Μουσείο του Φράιζινγκ. Η ιστορική διαδρομή και οι διαδοχικές επεμβάσεις παρουσιάζονται αναλυτικά εδώ.

Το Πρόσωπο που σε κοιτάζει
Η Παναγία εικονίζεται στον τύπο της Αγιοσορίτισσας. Δηλαδή, χωρίς τον Χριστό στην αγκαλιά της, με τα χέρια υψωμένα σε στάση δεήσεως. Είναι η Θεοτόκος που πρεσβεύει για τον άνθρωπο. Το σώμα της στρέφεται ελαφρά προς τη μία πλευρά, αλλά τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια της απευθύνονται στον πιστό.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της ορθόδοξης εικόνας.
Η εικόνα δεν είναι απλώς κάτι που ο άνθρωπος κοιτάζει. Είναι μια παρουσία από την οποία αισθάνεται ότι και ο ίδιος βλέπεται. Δεν παρατηρεί από απόσταση μια θρησκευτική σκηνή. Στέκεται ενώπιον ενός προσώπου. Το βλέμμα της Θεοτόκου τον συναντά, τον ελέγχει, τον παρηγορεί και τον καλεί σε σχέση.
Γι’ αυτό στην ορθόδοξη εικονογραφία το πρόσωπο και ιδίως τα μάτια έχουν δεσπόζουσα θέση. Ο πιστός δεν αφήνεται να περιπλανηθεί σε πλήθος δευτερευόντων λεπτομερειών. Η σύνθεση τον επαναφέρει συνεχώς στο Πρόσωπο. Η εικόνα ζητεί σιωπή και συγκέντρωση. Δεν φωνάζει· προσκαλεί.
Δεν πρόκειται για ζωγραφικό πορτρέτο με τη νεότερη δυτική έννοια. Ο αγιογράφος δεν επιχειρεί να αναπαραγάγει φωτογραφικά την εξωτερική εμφάνιση ούτε να αιχμαλωτίσει μια τυχαία στιγμή του επίγειου βίου. Εικονίζει το πρόσωπο μέσα στην προοπτική της μεταμορφώσεως και της Βασιλείας του Θεού.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει μία φυσική, εξωτερική πηγή φωτός που να δημιουργεί τις συνηθισμένες φωτοσκιάσεις. Η αγιογραφική τεχνική ξεκινά από τα βαθύτερα, σκοτεινότερα χρώματα και προχωρεί προς τα φωτίσματα. Το φως αναδύεται σταδιακά πάνω στο πρόσωπο. Δεν πέφτει επάνω του από κάποιο παράθυρο ή ήλιο· φαίνεται να εκπέμπεται από μέσα του. Είναι εικαστική αναφορά στο φως της μεταμορφώσεως, στη θεία χάρη που διαπερνά και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Ούτε και ο χώρος οργανώνεται αποκλειστικά σύμφωνα με τη φυσική, γραμμική προοπτική. Η βυζαντινή εικόνα χρησιμοποιεί συχνά την αντίστροφη ή πολλαπλή προοπτική. Τα αντικείμενα δεν υποτάσσονται πάντοτε σε ένα σημείο φυγής που βρίσκεται στο βάθος του πίνακα. Η προοπτική μοιάζει να ανοίγεται προς τον θεατή, σαν η εικονιζόμενη πραγματικότητα να έρχεται να τον συμπεριλάβει.
Ο χρυσός κάμπος, όπου υπάρχει, δεν είναι απλή πολυτέλεια ούτε διακοσμητική επίδειξη. Καταργεί τον συνηθισμένο τόπο και χρόνο. Δεν βλέπουμε ουρανό, τοπίο ή δωμάτιο που να φυλακίζει το εικονιζόμενο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ο χρυσός δηλώνει την αιωνιότητα και το άκτιστο φως. Η εικόνα δεν μας λέει απλώς τι συνέβη κάποτε· φέρνει ενώπιόν μας μια πραγματικότητα που, για την πίστη της Εκκλησίας, εξακολουθεί να είναι παρούσα.
Όταν το πλαίσιο καταλαμβάνει την εικόνα
Η μεταγενέστερη τύχη της «Ελπίδος των Απελπισμένων» προσφέρει ένα εντυπωσιακό πεδίο συγκρίσεως. Στον 17ο αιώνα η μικρή εικόνα τοποθετήθηκε στο κέντρο ενός επιβλητικού μπαρόκ αργυρού βωμού, έργου του χρυσοχόου Gottfried Lang, πλαισιωμένη από γλυπτές μορφές, αγγέλους, φυτικά κοσμήματα, καμπύλες, πολύτιμα μέταλλα και έντονη θεατρικότητα. Η σημερινή συνολική παρουσίαση του έργου είναι ορατή εδώ.
Η εικόνα εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο. Οπτικά όμως κινδυνεύει να πάψει να είναι το πραγματικό κέντρο. Το μικρό και ήσυχο πρόσωπο της Θεοτόκου περιβάλλεται από τέτοια αφθονία σχημάτων, κινήσεων και διακοσμητικών στοιχείων, ώστε το μάτι του επισκέπτη διασπάται. Περιπλανάται στα αγγελάκια, στα άνθη, στις πτυχώσεις, στις αντανακλάσεις του αργύρου, στις γλυπτές μορφές και στις περίτεχνες λεπτομέρειες. Η προσωπική εικόνα προσευχής μετατρέπεται βαθμιαία σε μέρος ενός μεγάλου καλλιτεχνικού θεάματος.
Δεν θα ήταν δίκαιο να ισχυριστούμε ότι στη βυζαντινή παράδοση απουσιάζουν ο χρυσός, το ασήμι και η διακόσμηση. Η ίδια η συγκεκριμένη εικόνα το διαψεύδει. Είχε ήδη από τον 14ο αιώνα πολυτελέστατη επένδυση και σμαλτωμένα μετάλλια. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά: στη βυζαντινή σύνθεση ο διάκοσμος οργανώνεται ιεραρχικά γύρω από το πρόσωπο και το υπηρετεί. Τα μετάλλια των Αρχαγγέλων, των Αποστόλων και των Αγίων δεν αποτελούν αυθαίρετα στολίδια. Συγκροτούν εκκλησιολογικό και εσχατολογικό πλαίσιο. Και το ίδιο το επίγραμμα προειδοποιεί ότι ο χρυσός και το ασήμι είναι φθαρτά και κατώτερα από τον πόθο της ψυχής.
Στη μεταγενέστερη μπαρόκ σκηνοθεσία, αντιθέτως, ο διάκοσμος αποκτά τη δική του αυθύπαρκτη δύναμη. Δεν περιβάλλει απλώς την εικόνα. Σχεδόν την καταλαμβάνει. Το βλέμμα δεν οδηγείται αναγκαστικά στη σιωπηλή συνάντηση με τη Θεοτόκο. Καλείται να θαυμάσει το συνολικό καλλιτεχνικό επίτευγμα.
Η διαφορά μπορεί να αποδοθεί με μία φράση: στην ορθόδοξη εικόνα το κάλλος συγκεντρώνει, ενώ στη δυτική θεατρική σύνθεση συχνά διαχέει. Το πρώτο οδηγεί προς το Πρόσωπο· το δεύτερο μπορεί να καθηλώσει στο θέαμα.

Δεν πρόκειται μόνο για διαφορετική τεχνοτροπία
Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Πίσω της βρίσκεται διαφορετικό θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η εικόνα δεν είναι θρησκευτική διακόσμηση ούτε απλό εποπτικό μέσο. Θεμελιώνεται στο γεγονός της Ενανθρωπήσεως: επειδή ο αόρατος Θεός έγινε αληθινός άνθρωπος και προσέλαβε ορατή μορφή, μπορεί να εικονισθεί κατά την ανθρώπινη φύση Του. Η τιμή δεν σταματά στο ξύλο και στα χρώματα, αλλά «διαβαίνει επί το πρωτότυπον», κατά τη διατύπωση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Η εικόνα, επομένως, συμμετέχει στη λατρευτική ζωή. Δεν λατρεύεται ως ύλη. Τιμάται και προσκυνείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Ο πιστός δεν προσεύχεται στο αντικείμενο, αλλά ενώπιόν του. Και διά της ορατής μορφής ο νους και η καρδιά του αναφέρονται στο πρωτότυπο.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατήρησε επίσης την τιμή των ιερών εικόνων. Δεν υπάρχει, λοιπόν, απόλυτη δογματική αντίθεση ως προς τη νομιμότητα της θρησκευτικής απεικονίσεως. Στην ιστορική εξέλιξη της δυτικής τέχνης, όμως, ιδίως μετά την Αναγέννηση και ακόμη περισσότερο στο μπαρόκ, ενισχύθηκαν ο φυσιοκρατικός ρεαλισμός, η ανατομική ακρίβεια, η γραμμική προοπτική, η δραματική φωτοσκίαση, η συναισθηματική ένταση και η θεατρικότητα. Η ιερή παράσταση άρχισε συχνά να λειτουργεί περισσότερο ως θρησκευτικός πίνακας που προκαλεί συγκίνηση ή θαυμασμό και λιγότερο ως λειτουργική εικόνα που καλεί σε άμεση προσωπική σχέση.
Η διαφορά δεν σημαίνει ότι κάθε δυτικό θρησκευτικό έργο στερείται πνευματικότητας ούτε ότι κάθε ορθόδοξη εικόνα επιτυγχάνει τον σκοπό της. Υποδηλώνει, όμως, διαφορετικό προσανατολισμό. Η δυτική ζωγραφική τείνει να αφηγείται και να αναπαριστά, ενώ η ορθόδοξη εικόνα επιδιώκει να αποκαλύψει και να καταστήσει παρόν.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από πολλές εκδοχές του Προτεσταντισμού. Και εδώ χρειάζεται διάκριση. Οι Λουθηρανοί διατήρησαν σε σημαντικό βαθμό τη θρησκευτική τέχνη, κυρίως με διδακτική και αναμνηστική λειτουργία. Οι μεταρρυθμισμένες παραδόσεις, αντιθέτως, αντιμετώπισαν συχνά τις εικόνες με καχυποψία ή τις απομάκρυναν τελείως από τους ναούς, φοβούμενες την ειδωλολατρία. Έτσι, εκεί όπου η Ορθοδοξία βλέπει στην εικόνα καρπό της Ενανθρωπήσεως και βοήθημα κοινωνίας με το εικονιζόμενο πρόσωπο, σημαντικό μέρος του προτεσταντικού κόσμου είδε έναν επικίνδυνο μεσολαβητή ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό.

Η ελπίδα πίσω από τα στολίδια
Η «Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων» εξακολουθεί να μας κοιτάζει πίσω από τα επάλληλα στρώματα της ιστορίας της: πίσω από την επιζωγράφιση, την αργυρεπίχρυση επένδυση, τα σμάλτα, τον μπαρόκ βωμό, τα γλυπτά, τα φυτικά κοσμήματα και τον μουσειακό φωτισμό.
Και ίσως μας θέτει ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο την τέχνη αλλά και την πίστη μας: όταν στεκόμαστε απέναντι σε μια ιερή εικόνα, αναζητούμε πράγματι το Πρόσωπο ή αρκούμαστε να θαυμάζουμε το περίβλημά του;
Η βυζαντινή εικόνα δεν απορρίπτει την ομορφιά. Την καθαρίζει από την αυτάρκεια και την υποτάσσει στη σχέση. Δεν θέλει να κρατήσει το βλέμμα αιχμάλωτο στην επιφάνειά της, αλλά να το οδηγήσει πέρα από την ύλη, προς εκείνον ή εκείνη που εικονίζει.
Γι’ αυτό η μικρή Παναγία του Φράιζινγκ παραμένει, έπειτα από τόσους αιώνες και τόσες μεταμορφώσεις, «Ἡ Ἐλπὶς τῶν Ἀπελπισμένων». Όχι επειδή την περιβάλλουν ο χρυσός, το ασήμι και η καλλιτεχνική μεγαλοπρέπεια, αλλά επειδή, πίσω από όλα αυτά, το βλέμμα της εξακολουθεί να αναζητεί το βλέμμα του ανθρώπου.
Και όταν τα δύο βλέμματα συναντηθούν, τότε η εικόνα παύει να είναι έκθεμα. Γίνεται προσευχή.


Όταν η τιμή γίνεται ποινή
Η περίπτωση Αμβροσίου και το μήνυμα προς κάθε φωνή κριτικής
στην Εκκλησία
Δεν είναι σκοπός αυτού του σημειώματος να υπερασπιστεί τον πρώην Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο.
Δεν θα αποτιμήσουμε εδώ τη μακρά εκκλησιαστική διαδρομή του, τις δημόσιες παρεμβάσεις του, τις συγκρούσεις του, τις υπερβολές ή τις ορθές τοποθετήσεις του. Όλα αυτά αποτελούν διαφορετικό και πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο.
Ούτε πρόκειται να εξετάσουμε μία προς μία τις θέσεις που περιλαμβάνονται στην ανοικτή επιστολή του πιστού Αριστείδη Δασκαλάκη, την οποία ο πρώην Μητροπολίτης διαβίβασε και προσυπέγραψε. Δεν ενδιαφέρει, για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, εάν συμφωνούμε με κάθε φράση της, ούτε ποια είναι η εκκλησιαστική κατάσταση του συντάκτη της.
Το ζήτημα που ανακύπτει είναι διαφορετικό. Και, κατά τη γνώμη μας, πολύ σοβαρότερο.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είχε αποφασίσει να απονείμει στον πρώην Μητροπολίτη Αμβρόσιο τον Χρυσό Σταυρό μετ’ Αστέρος του Παρασήμου του Αποστόλου Παύλου, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών αρχιερωσύνης. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η τιμητική αυτή διάκριση ανακλήθηκε.
Τι είχε μεσολαβήσει; Η προσυπογραφή και διαβίβαση μιας επιστολής που ασκούσε σκληρή κριτική στη διοικούσα Εκκλησία. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Άξιος τιμής όσο σιωπά;
Εάν ένας επίσκοπος κρίνεται άξιος μιας μεγάλης εκκλησιαστικής τιμής για την πεντηκονταετή αρχιερατική διακονία του, εύλογα γεννάται το ερώτημα: τι συνέβη μέσα σε λίγες ημέρες ώστε να πάψει να είναι άξιος αυτής της τιμής;
Άλλαξε η πεντηκονταετής διαδρομή του; Ανακαλύφθηκε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε περιστατικό της αρχιερατικής του ζωής; Ανατράπηκαν ξαφνικά τα πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση; Ή μήπως το καθοριστικό νέο στοιχείο ήταν ότι ο τιμώμενος έπαψε να σιωπά και έθεσε το όνομά του κάτω από ένα κείμενο αυστηρής κριτικής προς την εκκλησιαστική διοίκηση;
Διότι, εάν αυτό είναι το ουσιαστικό γεγονός που οδήγησε στην ανάκληση, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι εξαιρετικά προβληματικό: Όσο δεν μας ελέγχεις, είσαι άξιος τιμής. Όταν μας ελέγξεις, η τιμή ανακαλείται.
Και αυτό δεν είναι προσωπικό ζήτημα Αμβροσίου. Είναι ζήτημα εκκλησιαστικού ήθους.
Η παρρησία δεν είναι ξένο σώμα στην Εκκλησία
Εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε κάτι θεμελιώδες.
Η Εκκλησία δεν συγκροτήθηκε ως ένας μηχανισμός στον οποίο ο κατώτερος σιωπά ενώπιον του ανωτέρου και ο πιστός ενώπιον του ποιμένος. Η υπακοή είναι μεγάλη χριστιανική αρετή, αλλά δεν ταυτίζεται με την άκριτη αποδοχή κάθε ανθρώπινης κρίσεως.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει: «πάντα δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε» (Α΄ Θεσ. 5,21). Η δοκιμή, η διάκριση, η εξέταση δεν είναι πράξεις απειθαρχίας. Αποτελούν στοιχεία της πνευματικής ζωής.
Υπάρχει όμως ένα ακόμη ισχυρότερο παράδειγμα. Όταν ο Απόστολος Παύλος έκρινε ότι η συμπεριφορά του Αποστόλου Πέτρου στην Αντιόχεια δεν ήταν ορθή, δεν σώπασε από σεβασμό προς το κύρος του Πέτρου. Ούτε θεώρησε ότι η ενότητα της Εκκλησίας απαιτούσε την αποσιώπηση της διαφωνίας.
Το γράφει ο ίδιος: «κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην» (Γαλ. 2,11). Και εξηγεί αμέσως τον λόγο: διότι είδε ότι «οὐκ ὀρθοποδοῦσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου» (Γαλ. 2,14). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό εκκλησιολογικό μάθημα. Ο Παύλος δεν αρνείται την αποστολική ιδιότητα του Πέτρου. Δεν αποκόπτεται από την Εκκλησία. Δεν συγκροτεί δική του «εκκλησία». Ασκεί όμως έλεγχο. Και τον ασκεί ευθέως.
Άρα, η ενότητα δεν προϋποθέτει σιωπή. Και ο σεβασμός προς το εκκλησιαστικό αξίωμα δεν συνεπάγεται το αλάθητο του φορέα του.
Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε πώς ερμηνεύει το περιστατικό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στην ερμηνεία του στην Προς Γαλάτας επιστολή βλέπει πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση Παύλου και Πέτρου μία βαθύτερη «οικονομία» προς ωφέλεια των πιστών. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας είναι η εικόνα που περιγράφει: ο Παύλος ελέγχει αυστηρά και ενώπιον όλων, ενώ ο Πέτρος δεν αντιδρά υπερασπιζόμενος το κύρος και την πρωτοκαθεδρία του· δέχεται τον έλεγχο και σιωπά, ώστε από αυτή τη στάση να ωφεληθούν οι μαθητές.
Τι σπουδαίο μάθημα εκκλησιαστικού ήθους! Ο έλεγχος δεν θεωρείται από μόνος του προσβολή του αποστολικού αξιώματος. Και το κύρος του Πέτρου δεν προστατεύεται με φίμωση εκείνου που τον ελέγχει. Αντιθέτως, εκείνος που κατέχει την εξέχουσα θέση ανέχεται ακόμη και τον δημόσιο και αυστηρό λόγο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι «Παῦλος ἐπιτιμᾷ, καὶ Πέτρος ἀνέχεται».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο εκκλησιαστικό κύρος και στην κοσμική αντίληψη της εξουσίας. Το πρώτο δεν φοβάται τον έλεγχο, διότι γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν απειλείται από την παρρησία. Η δεύτερη συχνά εκλαμβάνει την κριτική ως αμφισβήτηση της ίδιας της εξουσίας της και απαντά με κυρώσεις.
Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο ερώτημα που θέτει η περίπτωση Αμβροσίου: όταν ενοχλεί η κριτική, απαντούμε ως Εκκλησία ή αντιδρούμε ως εξουσία;
Στην κριτική απαντάς με λόγο, όχι με επίδειξη εξουσίας
Η επιστολή που προσυπέγραψε ο πρώην Μητροπολίτης περιέχει βαρείς χαρακτηρισμούς. Ασκεί οξεία κριτική. Θέτει ζητήματα για τη στάση της Ιεραρχίας κατά την πανδημία, για τις σχέσεις Εκκλησίας και πολιτικής εξουσίας, για εκκλησιολογικές επιλογές και για τη μεταχείριση κληρικών που διαφώνησαν.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί με όλα αυτά. Μπορεί να συμφωνεί με ορισμένα. Μπορεί να τα απορρίπτει στο σύνολό τους.
Αλλά υπάρχει ένας εκκλησιαστικός τρόπος να αντιμετωπίζεται ακόμη και η πιο αυστηρή κριτική: ο λόγος, η τεκμηρίωση, η πατρική απάντηση, ο διάλογος.
Εάν οι καταγγελίες είναι ψευδείς, αντικρούονται. Εάν είναι άδικες, αποδεικνύεται η αδικία τους. Εάν είναι υπερβολικές, καταδεικνύεται η υπερβολή τους. Εάν όμως περιέχουν αλήθειες, τότε αυτές οι αλήθειες πρέπει πρώτα να προβληματίσουν εκείνους προς τους οποίους απευθύνονται. Διότι στην Εκκλησία το ερώτημα δεν μπορεί να είναι πρωτίστως «ποιος το είπε;», αλλά «είναι αληθινό αυτό που είπε;»
Η εκκλησιαστική αλήθεια δεν καθορίζεται από το αξίωμα εκείνου που ομιλεί ούτε από το εάν ο λόγος του είναι ευχάριστος στους διοικούντες.
Υπακοή, αλλά σε ποιον;
Η Εκκλησία γνωρίζει και διδάσκει την υπακοή. Αλλά γνωρίζει συγχρόνως και την ιεράρχηση της υπακοής.
Οι Απόστολοι, όταν βρέθηκαν ενώπιον ανθρώπινης εξουσίας που τους απαιτούσε να σιωπήσουν, απάντησαν: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5,29). Ασφαλώς το χωρίο έχει το δικό του συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε γενική άδεια ανυπακοής προς κάθε εκκλησιαστική αρχή. Φανερώνει όμως μία θεμελιώδη αρχή: καμία ανθρώπινη εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός και καμία υπακοή σε ανθρώπους δεν μπορεί να απολυτοποιείται.
Γι’ αυτό ακριβώς η αληθινή εκκλησιαστική υπακοή δεν είναι δουλικότητα. Είναι υπακοή εν Χριστώ. Και η αληθινή παρρησία δεν είναι ανταρσία. Είναι λόγος που αναλαμβάνει την ευθύνη του ενώπιον του Θεού και του εκκλησιαστικού σώματος.
Η Εκκλησία δεν είναι διοικητικός μηχανισμός αυτοπροστασίας
Η Εκκλησία ασφαλώς έχει διοίκηση. Έχει τάξη, συνοδικότητα και ιεραρχική δομή. Όμως η εκκλησιαστική εξουσία είναι πρωτίστως διακονία. Ο ίδιος ο Χριστός αντιπαραβάλλει την κοσμική αντίληψη της εξουσίας προς το ήθος των μαθητών Του: «οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν» (Ματθ. 20,26).
Αυτές οι τέσσερις λέξεις θέτουν ένα διαρκές όριο σε κάθε εκκλησιαστική εξουσία: «Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν». Όχι όπως εξουσιάζουν οι άρχοντες του κόσμου. Όχι με επίδειξη δυνάμεως. Όχι με λογικές επιβολής και φόβου. Όποιος προΐσταται στην Εκκλησία καλείται πρώτος να διακονεί.
Γι’ αυτό και η κριτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσβολή του κύρους του θεσμού. Μερικές φορές μπορεί να είναι άδικη. Μερικές φορές εμπαθής. Μερικές φορές ακόμη και προσβλητική. Αλλά η απάντηση μιας πνευματικής εξουσίας πρέπει να φανερώνει το διαφορετικό ήθος της Εκκλησίας.
Και αν αυτό συμβαίνει σε έναν πρώην Μητροπολίτη;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σοβαρότερο σημείο της υπόθεσης.
Ο Αμβρόσιος δεν είναι ένας άγνωστος λαϊκός. Είναι πρώην Μητροπολίτης, με δεκαετίες αρχιερατικής παρουσίας και με το κύρος που συνοδεύει το αξίωμά του. Κι όμως, μία κριτική παρέμβαση φαίνεται να αρκεί ώστε μία τιμή που είχε ήδη αποφασισθεί να ανακληθεί.
Τι μήνυμα λαμβάνει τότε ένας εν ενεργεία Μητροπολίτης; Τι αντιλαμβάνεται ένας ιερέας; Ένας μοναχός; Ένας θεολόγος; Ένας απλός πιστός;
Αν αυτό μπορεί να συμβεί σε έναν πρώην Μητροπολίτη, τι μπορεί να συμβεί σε εκείνον που δεν διαθέτει ούτε αξίωμα ούτε θεσμικό κύρος ούτε δυνατότητα δημόσιας άμυνας;
Εδώ η συγκεκριμένη απόφαση υπερβαίνει το πρόσωπο του Αμβροσίου. Δημιουργεί παράδειγμα. Και τα παραδείγματα ασκούν ισχυρότερη επιρροή από τις εγκυκλίους.
Δεν χρειάζεται να πεις σε κάποιον «μη μιλάς». Αρκεί να του δείξεις τι συνέβη σε εκείνον που μίλησε.
Ένα μήνυμα που δεν πρέπει να σταλεί
Η διοικούσα Εκκλησία πρέπει να προσέξει ώστε να μη δημιουργηθεί στους πιστούς η εντύπωση ενός άγραφου κανόνα: Είσαι πειθήνιος, δεν ενοχλείς, δεν ελέγχεις; Τιμάσαι. Ασκείς δημόσια κριτική; Υπάρχουν συνέπειες.
Αυτό θα ήταν ολέθριο μήνυμα. Διότι δημιουργεί κλίμα φόβου εκεί όπου πρέπει να υπάρχει ελευθερία εν αληθεία. Καλλιεργεί αυλοκολακεία εκεί όπου χρειάζεται παρρησία. Μετατρέπει την εκκλησιαστική διοίκηση από διακονία σε μηχανισμό αυτοπροστασίας. Και, τελικά, κάνει κακό στην ίδια την Ιεραρχία.
Ο πιστός δεν έχει ανάγκη από ποιμένες που δεν σφάλλουν. Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Έχει ανάγκη από ποιμένες που μπορούν να ακούσουν ακόμη και τον αυστηρό έλεγχο, να διακρίνουν μέσα σ’ αυτόν το αληθινό από το άδικο και, όταν χρειάζεται, να πουν το δυσκολότερο από όλα: «εδώ σφάλαμε».
Αυτό δεν μειώνει το επισκοπικό κύρος. Το μεγαλώνει.
Το παράσημο είναι το μικρότερο ζήτημα
Ο Αμβρόσιος μπορεί να ζήσει χωρίς το παράσημο. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η λιγότερο σημαντική πλευρά της ιστορίας.
Το μεγάλο ζήτημα είναι άλλο: Μπορεί μέσα στην Εκκλησία να υπάρχει παρρησία; Μπορεί ένας επίσκοπος να ελέγχει επισκόπους; Μπορεί ένας κληρικός να διατυπώνει τεκμηριωμένη διαφωνία χωρίς να φοβάται την επόμενη ημέρα; Μπορεί ένας λαϊκός να θέτει δύσκολα ερωτήματα χωρίς να αντιμετωπίζεται ως εχθρός επειδή ακριβώς τα ερωτήματά του ενοχλούν;
Το παράδειγμα των ίδιων των Αποστόλων δεν μας παραδίδει μια Εκκλησία άφωνης πειθαρχίας. Μας παραδίδει μία Εκκλησία στην οποία ακόμη και ο Πέτρος μπορεί να ελεγχθεί «κατὰ πρόσωπον» από τον Παύλο, όταν εκείνος θεωρεί ότι διακυβεύεται η ορθή πορεία προς την αλήθεια του Ευαγγελίου. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την περιφρόνηση της ιεραρχίας.
Είναι η βαθύτερη αναγνώριση ότι πάνω από τα πρόσωπα, πάνω από τα αξιώματα και πάνω από την ανθρώπινη αυτοδικαίωση βρίσκεται η Αλήθεια της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό η υπόθεση του παρασήμου δεν αφορά τελικά το παράσημο. Αφορά το δικαίωμα της εκκλησιαστικής κριτικής και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο η εκκλησιαστική εξουσία αντιμετωπίζει εκείνον που την ελέγχει.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό ερώτημα που αφήνει πίσω της αυτή η υπόθεση είναι πολύ απλό: Αν η απάντηση σε μια επιστολή είναι η ανάκληση μιας τιμής, ποια θα είναι αύριο η απάντηση σε μια ακόμη πιο ενοχλητική φωνή;
Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από φοβισμένες σιωπές. Έχει ανάγκη από αλήθεια, διάκριση, μετάνοια, διάλογο και παρρησία. Γιατί η εκκλησιαστική ενότητα δεν είναι η σιωπή των πολλών ενώπιον των ολίγων.
Είναι η κοινή πορεία όλων — επισκόπων, κληρικών, μοναχών και λαϊκών — προς Εκείνον που είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».

«Κόψε την αντιδικία από πάνω σου, γιατί έφτασε ο καιρός»
Λίγες λέξεις. Αλλά μέσα τους κρύβεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα ζωής.
Ο Αββάς Ματώης δεν λέει στον αδελφό να αποφεύγει απλώς τους καβγάδες. Του ζητά κάτι πολύ βαθύτερο: να ξεριζώσει από μέσα του την ανάγκη να αντιδικεί. Και αυτή η συμβουλή αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα στην εποχή μας.
Μια εποχή διαρκούς αντιδικίας
Ζούμε μέσα σε έναν πρωτοφανή θόρυβο αντιπαραθέσεων.
Πολιτική, κοινωνικά δίκτυα, τηλεοπτικές συζητήσεις, οικογενειακές σχέσεις, ακόμη και εκκλησιαστικά ζητήματα μετατρέπονται εύκολα σε πεδία μάχης. Ο καθένας αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει πως έχει δίκιο και ο άλλος άδικο. Και όσο περισσότερο αντιδικούμε, τόσο ευκολότερα ξεχνάμε το ίδιο το αντικείμενο της διαφωνίας.
Δεν μας αρκεί πλέον να αποδειχθεί λανθασμένη η άποψη του άλλου. Θέλουμε πολλές φορές να ηττηθεί ο άλλος. Εκεί ακριβώς αρχίζει το πνευματικό πρόβλημα.
Μήπως λοιπόν πρέπει να σωπαίνουμε μπροστά στο άδικο; Ασφαλώς όχι. Ο χριστιανός δεν καλείται να γίνει αδιάφορος απέναντι στο ψεύδος, στην αδικία ή στην προσβολή της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η σιωπή δεν είναι αρετή αλλά φυγομαχία.
Άλλο όμως αγωνίζομαι και άλλο αντιδικώ. Μπορώ να αντιστέκομαι χωρίς να μισώ. Να ελέγχω χωρίς να εξευτελίζω. Να καταγγέλλω χωρίς να γίνομαι εμπαθής.
Να υπερασπίζομαι την αλήθεια χωρίς να θεωρώ εχθρό μου εκείνον που διαφωνεί μαζί μου.
Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από έναν καβγά. Διότι στον καβγά πρέπει να νικήσω τον άλλον. Στον πνευματικό αγώνα πρέπει πρώτα να νικήσω τον εαυτό μου.
Η μεγάλη παγίδα του «έχω δίκιο»
Υπάρχει μάλιστα μια λεπτή παγίδα, ιδιαίτερα για εκείνον που πιστεύει ότι αγωνίζεται για μια δίκαιη υπόθεση.
Μπορεί πράγματι να έχει δίκιο και παρ’ όλα αυτά να χάσει την ειρήνη του. Να γεμίσει θυμό. Να γίνει σκληρός. Να βλέπει παντού αντιπάλους. Να μην ανέχεται αντίθετη γνώμη. Να αρχίσει να αγαπά περισσότερο τη νίκη επί του άλλου παρά την αλήθεια την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: μπορεί να έχουμε κερδίσει την αντιδικία και να έχουμε χάσει την ψυχή μας.
Γι’ αυτό ο Αββάς δεν λέει «φρόντισε να κερδίζεις τις αντιδικίες σου». Λέει: «κόψ’ τες από πάνω σου».
Και τότε στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα
Αμέσως μετά έρχεται η δεύτερη εντολή: «Κλάψε καὶ πένθησε μετανιωμένος».
Ενώ εμείς κοιτάζουμε τι έκανε ο άλλος, ο Γέροντας μας καλεί να κοιτάξουμε τι συμβαίνει μέσα μας. Αντί να εξετάζω συνεχώς τα λάθη των άλλων, να εξετάσω τα δικά μου. Αντί να αγανακτώ μόνο για την κατάσταση του κόσμου, να αναρωτηθώ για την κατάσταση της ψυχής μου. Αντί να ζητώ συνεχώς μετάνοια από τους άλλους, να αρχίσω από τη δική μου.
Δεν πρόκειται για φυγή από την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόκειται για τη σωστή αφετηρία της αλλαγής της. Γιατί ο άνθρωπος που θέλει να διορθώσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς να αγωνίζεται να διορθώσει τον εαυτό του κινδυνεύει τελικά να μεταφέρει στον αγώνα του όλα τα πάθη του.
«Γιατί έφτασε ο καιρός»
Και στο τέλος έρχεται η πιο δυνατή φράση: «Ἔφτασε ὁ καιρός».
Ποιος καιρός; Ο καιρός της μετανοίας. Ο καιρός της επιστροφής. Ο καιρός να καταλάβουμε ότι η ζωή μας δεν είναι απεριόριστη.
Πόσο χρόνο ξοδεύουμε για να αποδείξουμε ότι είχαμε δίκιο; Πόσες ημέρες κρατάμε μέσα μας μια προσβολή; Πόσα χρόνια μπορούν να περάσουν χωρίς να μιλάμε με έναν άνθρωπο επειδή «εκείνος έφταιξε»;
Και κάποια στιγμή ο χρόνος τελειώνει. Τότε πόση σημασία θα έχει ποιος κέρδισε τη διαφωνία;
Να αγωνίζεσαι χωρίς να γίνεσαι αυτό που πολεμάς
Ίσως λοιπόν η εντολή του Αββά Ματώη να είναι εξαιρετικά πολύτιμη ιδιαίτερα για ανθρώπους που αισθάνονται ότι πρέπει να αντισταθούν σε όσα θεωρούν λανθασμένα στην εποχή τους.
Να αγωνίζεσαι, αλλά να μην είσαι εμπαθής. Να αντιστέκεσαι, αλλά να μη μισείς. Να υπερασπίζεσαι την αλήθεια, αλλά να μη λατρεύεις το δικό σου δίκιο. Να ελέγχεις τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο να ελέγχεις τον εαυτό σου.
Γιατί υπάρχει ένας κίνδυνος μεγαλύτερος ακόμη και από το να χάσουμε μια μάχη: να πολεμάμε επί χρόνια το κακό και, χωρίς να το καταλάβουμε, να αφήσουμε τον τρόπο του να εγκατασταθεί μέσα μας.
Γι’ αυτό ο λόγος του Γέροντα παραμένει τόσο επίκαιρος: Κόψε την αντιδικία. Κράτησε τον αγώνα. Και άρχισε τη μετάνοια από τον εαυτό σου.
Γιατί «ἔφτασε ὁ καιρός».

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr