



Σε μια εποχή που ο κόσμος τρίζει και οι άνθρωποι στενάζουν, η Ανάσταση έρχεται πάλι σιωπηλά, αλλά ακατανίκητα, να μας θυμίσει ότι το σκοτάδι δεν είναι η μοίρα μας.
Ο Έλληνας σήμερα ζει μέσα σε μια πολλαπλή δοκιμασία. Βλέπει τον πόλεμο να απλώνεται γύρω του και μια βαριά αβεβαιότητα να σκιάζει το αύριο. Παλεύει με την ακρίβεια που ροκανίζει τον κόπο του και την αξιοπρέπειά του. Αισθάνεται πως οι θεσμοί δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, πως η αλήθεια χάνεται μέσα σε λόγια και σκοπιμότητες.
Κοιτάζει τα παιδιά του και φοβάται: θα μείνουν; θα φύγουν; θα κάνουν οικογένεια; Το δημογραφικό γίνεται σιωπηλή πληγή.
Ακούει καθημερινά για απειλές, για εθνικούς κινδύνους, για μια πατρίδα που δοκιμάζεται όχι μόνο από έξω, αλλά και από μέσα. Και πιο βαθιά απ’ όλα, βλέπει μια πνευματική αλλοτρίωση: άνθρωποι χωρίς ρίζες, χωρίς μέτρο, χωρίς προσανατολισμό. Η κακία περισσεύει. Η βία γίνεται συνήθεια. Οι ηγεσίες —πολιτικές και πνευματικές— σπανίζουν ή σιωπούν.
Κι όμως. Μέσα σε αυτή τη σκοτεινιά, ακούγεται το «Χριστός Ανέστη». Όχι σαν ευχή τυπική, αλλά σαν ανατροπή.
Γιατί ο Κύριος της ιστορίας δεν είναι ούτε οι ισχυροί του κόσμου τούτου, ούτε τα σχέδια των ανθρώπων. Είναι ο Χριστός που νίκησε τον θάνατο.
Αλλά αυτή η νίκη δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη. Μας την αναθέτει.
Ο Θεός μάς έδωσε το αυτεξούσιο και τη λογική. Δεν μας θέλει άβουλους θεατές. Η κρίση που ζούμε, προσωπική και συλλογική, είναι και καθρέφτης των επιλογών μας. Των φόβων μας. Της σιωπής μας.
Γι’ αυτό και η Ανάσταση δεν είναι παρηγοριά εύκολη. Είναι κάλεσμα.
Να σηκωθούμε από την αδιαφορία. Να ξαναβρούμε το θάρρος της αλήθειας. Να αντισταθούμε στην πνευματική νάρκη. Να υπερασπιστούμε την πίστη, την οικογένεια, την πατρίδα. Να απαιτήσουμε ήθος, πρώτα από τον εαυτό μας και έπειτα από τους άλλους.
Ο προσωπικός αγώνας δεν είναι μικρός. Είναι η αρχή της αλλαγής. Και ο συλλογικός αγώνας δεν είναι μάταιος, όταν στηρίζεται σε ανθρώπους που δεν έχουν πουλήσει την ψυχή τους.
Η Ανάσταση μάς δείχνει ότι τίποτα δεν είναι τελειωμένο. Ότι ακόμη και μέσα από τα ερείπια μπορεί να αναστηθεί ζωή. Ότι ένας λαός που κρατά πίστη, μνήμη και φλόγα μέσα του, δεν χάνεται.
Ας μην περιμένουμε σωτήρες. Ας γίνουμε άνθρωποι ευθύνης.
Με πίστη στον Αναστημένο Χριστό. Με καθαρό νου. Με καρδιά ανδρεία.
Και τότε, μέσα από το σκοτάδι της εποχής, θα αρχίσει να χαράζει.
Χριστός Ανέστη — Αληθώς Ανέστη!
Δεν υπάρχουν σχόλια 
Η Μεγάλη Παρασκευή δεν είναι απλώς μία ημέρα πένθους. Είναι η πιο αληθινή αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το μυστήριο της ζωής: ότι η Ανάσταση δεν έρχεται χωρίς Σταύρωση, και η λύτρωση δεν χαρίζεται χωρίς θυσία.
Ο Χριστός δεν οδηγήθηκε στον Σταυρό από μία τυφλή αναγκαιότητα. Δεν ήταν θύμα των περιστάσεων. Προχώρησε προς το Πάθος εκούσια. «Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού» (Ιω. 10:18). Αυτή η εκουσιότητα είναι το κλειδί. Διότι μόνο η ελεύθερη θυσία γεννά Ανάσταση.
Πριν όμως από τη Σταύρωση, προηγείται η προδοσία. Ο Ιούδας. Η άρνηση. Η εγκατάλειψη. Η μοναξιά. Αυτό το σκοτεινό προοίμιο δεν είναι τυχαίο· είναι αναπόσπαστο μέρος της πορείας προς τη λύτρωση. Δεν υπάρχει Σταυρός χωρίς προδοσία, όπως δεν υπάρχει Ανάσταση χωρίς Σταυρό.
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η βαθιά επικαιρότητα της Μεγάλης Παρασκευής.
Στην προσωπική μας ζωή, ο καθένας συναντά τη δική του «Μεγάλη Παρασκευή». Συναντά τη στιγμή της αδικίας, της εγκατάλειψης, της προδοσίας από ανθρώπους, από θεσμούς, από συναδέλφους, ακόμη και από εκείνους που εμπιστεύτηκε περισσότερο. Είναι η στιγμή που καταρρέουν βεβαιότητες και δοκιμάζεται η ίδια η ύπαρξη.
Στην κοινωνική ζωή, τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται. Κοινωνίες που βιώνουν προδοσίες αξιών, θεσμών, αλήθειας. Πολίτες που αισθάνονται ότι εγκαταλείπονται ή οδηγούνται σε «σταυρούς» χωρίς να το επιλέγουν. Μια συλλογική εμπειρία σταύρωσης, χωρίς ακόμη να έχει φανεί η προοπτική της ανάστασης.
Κι όμως, εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Δεν αρκεί να «υποστεί» κανείς τον σταυρό του για να οδηγηθεί στην Ανάσταση.
Η διαφορά ανάμεσα στη λύτρωση και στη μοιρολατρία είναι η εκουσιότητα.
Ο Χριστός δεν σώζει τον κόσμο επειδή υπέφερε. Τον σώζει επειδή προσέφερε τον εαυτό Του ελεύθερα. Η θυσία Του δεν ήταν επιβολή, ήταν απόφαση. Και αυτή η απόφαση μετέτρεψε τον Σταυρό από όργανο θανάτου σε πηγή ζωής.
Το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο.
Οι προσωπικοί μας «σταυροί», οι δοκιμασίες, οι αδικίες, οι απώλειες, δεν φέρουν από μόνοι τους πνευματικό καρπό. Αν τους δεχόμαστε παθητικά, αν απλώς τους υπομένουμε επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, τότε δεν οδηγούν σε Ανάσταση. Οδηγούν σε φθορά, σε εσωτερική σκλήρυνση, σε παραίτηση.
Η εξ ανάγκης αποδοχή είναι μοιρολατρία. Η εκούσια ανάληψη είναι μεταμόρφωση.
Όταν ο άνθρωπος σηκώνει τον σταυρό του με συνείδηση, με ελευθερία, με πίστη, τότε εισέρχεται στο μυστήριο του Θείου Πάθους. Τότε η δοκιμασία παύει να είναι απλώς πόνος και γίνεται συμμετοχή. Γίνεται πράξη. Γίνεται μαρτυρία.
Και τότε, μόνο τότε, γεννά Ανάσταση.
Η Μεγάλη Παρασκευή, λοιπόν, δεν είναι το τέλος. Είναι η κρίσιμη απόφαση. Είναι η στιγμή που καλείται ο άνθρωπος να απαντήσει: θα ζήσει τον σταυρό του ως καταναγκασμό ή ως ελεύθερη προσφορά;
Από αυτή την απάντηση κρίνεται αν θα υπάρξει Ανάσταση. Γιατί η Ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός που έρχεται αυτόματα μετά τον πόνο. Είναι καρπός της εκούσιας θυσίας.
Και ίσως αυτή είναι η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο αληθινή ελπίδα: Ότι κανένας σταυρός δεν οδηγεί στη ζωή, αν δεν τον κάνεις δικό σου. Ότι καμία προδοσία δεν μετατρέπεται σε λύτρωση, αν δεν την περάσεις μέσα από την ελευθερία.
Και ότι το φως της Ανάστασης δεν χαρίζεται. Κατακτάται μέσα από την εκούσια αγάπη μέχρι τέλους.
Καλήν Ανάσταση!

Με αφορμή την (ορθή) τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος «για τον ομόφυλο γάμο και την ομόφυλη γονεϊκότητα», λόγω της πρόσφατης απόφασης του ΣτΕ που έκρινε συνταγματικό το ν. 5089/2024, θέλω να καταθέσω τις παρακάτω σκέψεις και παρατηρήσεις μου, με όλο το σεβασμό στην μεγάλη αποστολή και προσφορά των ορθόδοξων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα εκκλησιαστικά ιδρύματα και μοναστήρια, εντός και εκτός του Αγίου Όρους, εντάσσονται σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης. ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, έργα αποκατάστασης, υποδομές, πολιτιστικές δράσεις.
Επιφανειακά, όλα δείχνουν θετικά. Ποιος θα μπορούσε να είναι αντίθετος στην ενίσχυση της παράδοσης;
Κι όμως, το ερώτημα δεν είναι οικονομικό. Είναι πνευματικό.
1.- Οι όροι που δεν φαίνονται, αλλά δεσμεύουν
Κάθε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση συνοδεύεται από σαφείς δεσμεύσεις: σεβασμός των «θεμελιωδών δικαιωμάτων», πολιτικές «μη διάκρισης», προώθηση «συμπερίληψης».
Στις συμβάσεις χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ 2021-2027 και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Ελλάδα 2.0), δεν υπάρχει συνήθως ένας ειδικός όρος που να αναφέρει ονομαστικά ότι υπάρχει υποχρέωση του χρηματοδοτούμενου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή κάποιας Μονής εντός ή εκτός του Αγίου Όρους, να σέβεται τη «νομοθεσία για ΛΟΑΤΚΙ».
Ωστόσο, περιλαμβάνονται αυστηρές οριζόντιες ρήτρες που δεσμεύουν τον χρηματοδοτούμενο στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην αποφυγή κάθε μορφής διάκρισης.
Συγκεκριμένα, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπογραφή της σύμβασης χρηματοδότησης περιλαμβάνουν:
α) Τήρηση της Αρχής της Μη Διάκρισης: Κάθε επένδυση πρέπει να συμμορφώνεται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.
β) Συμμόρφωση με την Εργατική Νομοθεσία: Οι επιχειρήσεις δεσμεύονται να τηρούν τον Ν. 4443/2016 και τον Ν. 3304/2005, οι οποίοι απαγορεύουν τις διακρίσεις στην απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.
γ) Προώθηση της Ισότητας: Σε πολλά προγράμματα, ειδικά του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ+), η προώθηση της ισότητας και η καταπολέμηση του αποκλεισμού ευάλωτων ομάδων αποτελούν κριτήριο επιλεξιμότητας ή βαθμολόγησης της πρότασης.
δ) Δήλωση Πολιτικής για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα: Στο πλαίσιο του νέου ΕΣΠΑ, η Ελλάδα έχει εκδώσει συγκεκριμένη Δήλωση Πολιτικής που διασφαλίζει ότι όλα τα έργα σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ε) Diversity Label (Σήμα Διαφορετικότητας): Προαιρετικά, μέσω του Ν. 4837/2021, ενθαρρύνονται οι επιχειρήσεις να υιοθετούν πολιτικές συμπερίληψης, κάτι που συχνά μοριοδοτείται θετικά σε συγκεκριμένες προσκλήσεις χρηματοδότησης.
Εν κατακλείδι, ενώ ο όρος «ΛΟΑΤΚΙ» μπορεί να μην αναγράφεται αυτολεξεί στο σώμα κάθε σύμβασης, η γενική ρήτρα περί μη διάκρισης και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων καλύπτει πλήρως τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα και η παραβίασή της μπορεί να οδηγήσει σε κυρώσεις ή επιστροφή της χρηματοδότησης.
Υπενθυμίζουμε ότι η θρησκεία και οι πεποιθήσεις περιλαμβάνονται ρητά στις απαγορευμένες διακρίσεις σύμφωνα με την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία (Ν. 4443/2016 και Οδηγία 2000/78/ΕΚ).
Αυτό σημαίνει ότι ο φορέας υλοποίησης (η Εκκλησία, η Μονή ή η Ιερά Κοινότητα) δεσμεύεται τυπικά και ουσιαστικά να μην ασκεί διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου ή θρησκείας και πεποιθήσεων στο πλαίσιο του έργου (π.χ. προσλήψεις εργατών, επιλογή αναδόχων).
Ειδικά για το Άγιον Όρος, είναι γνωστό ότι για πρόσφατα έργα έχουν εγκριθεί κονδύλια ύψους άνω των 100 εκατ. ευρώ για την αποκατάσταση κτιρίων, δικτύων και λιμανιών. Οι συμβάσεις αυτές περιέχουν τη Δήλωση Πολιτικής για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα, η οποία καλύπτει και τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας ως μέρος της γενικής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ωστόσο, πρέπει θετικά να επισημανθεί και το Ειδικό Καθεστώς του Αγίου Όρους (Άβατο). Έτσι, παρά τις οριζόντιες ρήτρες της ΕΕ, το Άγιο Όρος απολαμβάνει ειδικές εξαιρέσεις βάσει του Άρθρου 105 του Συντάγματος και της Συνθήκης Προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΕ (Κοινή Δήλωση αρ. 4). Αυτό επιτρέπει τη διατήρηση του «Αβάτου» (αποκλεισμός γυναικών), το οποίο θεωρείται νόμιμη εξαίρεση από τις αρχές περί ισότητας φύλου για λόγους θρησκευτικής ελευθερίας και παράδοσης.
Έχουν υποβληθεί επανειλημμένα ερωτήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο (π.χ. από τον ευρωβουλευτή Gianni Vattimo το 2001) που υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση εισόδου στις γυναίκες παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της ελεύθερης κυκλοφορίας, ειδικά εφόσον το Άγιο Όρος λαμβάνει κοινοτικά κονδύλια για τη συντήρησή του.
Όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα δικαστήρια αναγνωρίζουν το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους (βάσει της Κοινής Δήλωσης αρ. 4 της Συνθήκης Προσχώρησης της Ελλάδας), θεωρώντας ότι το Άβατο προστατεύεται για λόγους θρησκευτικής ελευθερίας και παράδοσης, υπερισχύοντας των γενικών κανόνων περί μη διάκρισης λόγω φύλου.
2.- Συνέπειες, αν δεν υπάρξει συμμόρφωση
Οι όροι αυτοί δεν είναι τυπικοί. Είναι ουσιαστικοί. Και η παραβίασή τους συνεπάγεται κυρώσεις, ακόμη και επιστροφή των χρημάτων.
Έτσι, στο πλαίσιο των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, η παραβίαση των παραπάνω οριζόντιων αρχών (όπως ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η μη διάκριση) ενεργοποιεί έναν αυστηρό μηχανισμό ελέγχου.
Για τα εκκλησιαστικά έργα που χρηματοδοτούνται είτε στο Άγιο Όρος είτε εκτός Αγίου Όρους, οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση καταγγελίας ή διαπίστωσης παραβίασης είναι οι εξής:
α) Δημοσιονομική Διόρθωση (Επιστροφή Χρημάτων): Εάν αποδειχθεί ότι ο δικαιούχος (π.χ. μια Μονή) παραβίασε τις αρχές περί μη διάκρισης κατά την εκτέλεση του έργου (π.χ. σε προσλήψεις προσωπικού ή ανάθεση συμβάσεων), η Διαχειριστική Αρχή μπορεί να επιβάλει την ολική ή μερική επιστροφή της χρηματοδότησης ως «αχρεωστήτως καταβληθείσα».
β) Διακοπή Χρηματοδότησης: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αναστείλει τις πληρωμές προς το συγκεκριμένο κράτος-μέλος ή το συγκεκριμένο πρόγραμμα, εάν κριθεί ότι δεν διασφαλίζεται ο σεβασμός του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ+).
γ) Αποκλεισμός από Μελλοντικά Προγράμματα: Μια σοβαρή παραβίαση των όρων της σύμβασης μπορεί να οδηγήσει στον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό του φορέα από μελλοντικές προσκλήσεις χρηματοδότησης.
δ) Διοικητικές και Ποινικές Κυρώσεις: Πέρα από τα οικονομικά μέτρα, εάν η διάκριση συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας (Ν. 4443/2016), επιβάλλονται πρόστιμα από την Επιθεώρηση Εργασίας ή την Αρχή Διαφάνειας.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε μοναστήρι ή εκκλησιαστικός φορέας που εντάσσεται σε τέτοια προγράμματα: δεν λαμβάνει απλώς χρήματα. Αποδέχεται ένα πλαίσιο.
3.- Το κρίσιμο σημείο: ουδετερότητα ή κατεύθυνση;
Θεωρητικά, οι όροι αυτοί παρουσιάζονται ως «ουδέτεροι»: ποιος μπορεί να είναι κατά της ισότητας ή της μη διάκρισης;
Στην πράξη όμως, οι έννοιες αυτές δεν είναι ουδέτερες. Εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώνεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνών ελίτ. Και αυτό το πλαίσιο: δεν περιορίζεται στην αποφυγή αδικιών, αλλά τείνει να κανονικοποιεί συγκεκριμένες αντιλήψεις για τον άνθρωπο, το φύλο και την ανθρώπινη φύση. Αυτό το πλαίσιο οριοθετείται από τις επιδιώξεις μιας ατζέντας και εν προκειμένω της woke ατζέντας.
4.- Η σιωπηλή μετατόπιση
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα και είναι βαθύ.
Όταν ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα αποδέχεται αυτούς τους όρους, λειτουργεί εντός αυτού του πλαισίου και προσαρμόζει πρακτικές για να μην συγκρουστεί με αυτό, τότε, έστω και άθελά του, συμβάλλει στη σταδιακή εμπέδωση αυτής της κατεύθυνσης.
Όχι με διακηρύξεις. Αλλά με συμμετοχή. Και η συμμετοχή, πολλές φορές, είναι πιο ισχυρή από τη ρητορική.
5.- Το θεολογικό όριο
Η Εκκλησία, και πολύ περισσότερο τα μοναστήρια, δεν είναι απλοί οργανισμοί.
Δεν υπάρχουν για να διαχειρίζονται έργα. Υπάρχουν για να υπηρετούν την αλήθεια. Και η ορθόδοξη παράδοση είναι σαφής σε θεμελιώδη ζητήματα ανθρωπολογίας και ήθους.
Όταν λοιπόν εισάγονται, έστω έμμεσα, πλαίσια που αντιμετωπίζουν κάθε σεξουαλική επιλογή ως ισοδύναμη, προωθούν ακόμη την κανονικοποίηση πρακτικών ασύμβατων με την εκκλησιαστική διδασκαλία, τότε τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένα πνευματικό ίδρυμα να συμμετέχει σε ένα τέτοιο πλαίσιο χωρίς να αλλοιώνεται;
6.- Το μεγάλο λάθος: «ο καλός σκοπός»
Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα: «παίρνουμε τα χρήματα για καλό σκοπό».
Αλλά η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει κάτι διαφορετικό: Ο καλός σκοπός δεν αγιάζει κάθε μέσο. Αντίθετα, πολλές φορές: το μέσο είναι αυτό που αλλοιώνει τον σκοπό.
7.- Η κραυγαλέα αντίφαση
Την ίδια στιγμή που εκκλησιαστικοί θεσμοί, Ιερά Σύνοδος, Άγιον Όρος, διακηρύσσουν (και ορθώς) δημόσια την αντίθεσή τους στον ομόφυλο γάμο και στην ομόφυλη γονεϊκότητα, υπερασπιζόμενοι την ορθόδοξη ανθρωπολογία, παρατηρείται ένα παράδοξο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Οι ίδιοι αυτοί φορείς προσφεύγουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης, αποδεχόμενοι συμβατικά ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει την πλήρη προστασία των δικαιωμάτων αυτών.
Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μία, διακηρύσσεται η θεολογική αλήθεια. Από την άλλη, υπογράφεται η συμμόρφωση σε ένα διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο.
8.- Δεν είναι άγνοια, είναι επιλογή
Δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί σοβαρά ότι αυτό γίνεται από άγνοια.
Οι όροι είναι γνωστοί. Οι δεσμεύσεις σαφείς. Οι συνέπειες συγκεκριμένες.
Άρα το ερώτημα τίθεται ευθέως: γίνεται αυτή η αποδοχή εν γνώσει; Και αν ναι, τότε το πρόβλημα δεν είναι διοικητικό. Είναι πνευματικό και ηθικό.
9.- Η λεπτή γραμμή της υποκρισίας
Όταν κάποιος διακηρύσσει κάτι ως αλήθεια, αλλά στην πράξη αποδέχεται πλαίσια που το αναιρούν ή το υπονομεύουν, τότε δεν έχουμε απλώς αντίφαση. Έχουμε υποχώρηση.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουμε κάτι ακόμη πιο βαρύ: μια μορφή θεσμικής υποκρισίας. Διότι δεν μπορείς να ομολογείς την αλήθεια με λόγια και να την αναιρείς με υπογραφές.
10.- Η παγίδα του χρήματος
Το χρήμα δεν είναι ουδέτερο. Κουβαλά όρους, προϋποθέσεις, κατευθύνσεις.
Και όταν αυτά γίνονται αποδεκτά χωρίς διάκριση, τότε αρχίζει μια αργή αλλά πραγματική μετατόπιση. Όχι απαραίτητα στη διδασκαλία, αλλά στη στάση, στη σιωπή, στην ανοχή.
11.- Μια αναγκαία αφύπνιση
Τα μοναστήρια και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα οφείλουν να σταθούν με ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε αυτές τις επιλογές. Όχι από φοβία. Αλλά από συνείδηση αποστολής.
Γιατί αν χαθεί η διάκριση, τότε εύκολα μπορεί να χαθεί και το μέτρο. Τα χρήματα δεν πρέπει ποτέ να μας κάνουν να ξεχνάμε Ποιον υπηρετούμε.
[1] https://aktines.blogspot.com/2026/04/blog-post_58.html#more

Ο Οικουμενικός, η Μόσχα και το σχίσμα του 21ου αιώνα στην προοπτική της «Τρίτης Ρώμης»
Με αφορμή την επίθεση SVR κατά του Οικ. Πατριάρχη
Γεώργιος Αποστολάκης, αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.
Α.- Κανονικότητα, πνευματικό τραύμα και γεωπολιτική εξουσία στην Ορθοδοξία
Η πρόσφατη, ιδιαίτερα οξεία επίθεση ρωσικών κρατικών κύκλων κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν είναι ένα απλό επικοινωνιακό επεισόδιο. Αποτελεί σύμπτωμα ενός βαθύτερου ρήγματος: ενός σχίσματος που διατρέχει σήμερα την Ορθοδοξία και το οποίο δεν είναι μόνο κανονικό ή γεωπολιτικό, αλλά βαθιά πνευματικό.
Η Μόσχα κατηγορεί το Φανάρι ότι «διαλύει το σώμα της Εκκλησίας» και ότι λειτουργεί ως όργανο δυτικών συμφερόντων. Το Φανάρι, από την πλευρά του, υπερασπίζεται τον ιστορικό και κανονικό του ρόλο. Αν όμως μείνουμε σε αυτή τη διπολική αντιπαράθεση, χάνουμε το ουσιώδες: το τίμημα που ήδη πληρώνει η εκκλησιαστική ενότητα.
Β.- Γιατί «τώρα» η επίθεση της SVR;
Το timing ταιριάζει πολύ με μια άμεση ρωσική αντίδραση σε εξελίξεις που απειλούν την «κανονική επικράτεια» της Μόσχας, ειδικά στη Βαλτική:
Με απλά λόγια: η Μόσχα βλέπει να χάνει έδαφος στη Βαλτική (και δυνητικά αλλού), όχι μόνο «εκκλησιαστικά», αλλά ως δίκτυο επιρροής. Και η SVR (Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών) μιλά σαν να κάνει «προληπτικό χτύπημα» απονομιμοποίησης του Φαναρίου πριν παγιωθούν νέες πραγματικότητες.
Παράλληλα, στο ίδιο πακέτο η SVR «πετάει» και Μαυροβούνιο/Σερβία (αυτοκεφαλία στην «μη αναγνωρισμένη» Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου), κάτι που λειτουργεί ως σήμα προς τη Σερβική Εκκλησία: «κοίτα τι έρχεται, αν δεν σταθείς με εμάς».
Γ.- Η Ουκρανία ως σημείο καμπής
Η παραχώρηση αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία το 2018 αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επικαλέστηκε ιστορικές και κανονικές ερμηνείες για το ρόλο του Φαναρίου ως υπερκείμενης εκκλησιαστικής αρχής αρμόδιας για τη απονομή αυτοκεφαλιών. Όμως, οι ερμηνείες αυτές αμφισβητήθηκαν σοβαρά και τεκμηριωμένα.
Διακεκριμένοι θεολόγοι και ιεράρχες επεσήμαναν ότι η Ουκρανία ανήκε επί αιώνες στη δικαιοδοσία της Μόσχας και ότι μια τόσο κρίσιμη απόφαση χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση ενείχε τον κίνδυνο σχίσματος. Χαρακτηριστική υπήρξε η προειδοποίηση του +Αναστασίου Αλβανίας, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι η μονομερής χορήγηση αυτοκεφαλίας, χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση, δεν είναι αυτονόητη και εγκυμονεί τον κίνδυνο βαθιάς και διαρκούς διαιρέσεως της Ορθοδοξίας.
Η εξέλιξη επιβεβαίωσε τους φόβους: διακοπή ευχαριστιακής κοινωνίας, θεσμική πόλωση και μια Ορθοδοξία διαιρεμένη.
Δ.- Γεωπολιτική: υπαρκτή αλλά όχι πλήρης εξήγηση
Η αυτοκεφαλία είχε αναμφίβολα γεωπολιτικό αποτέλεσμα. Αποδυνάμωσε τη ρωσική επιρροή στην Ουκρανία και ενίσχυσε τη δυτική στρατηγική. Οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις το χαιρέτισαν δημόσια στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας και της εθνικής κυριαρχίας.
Φυσικά μόνο αυτό δεν αρκεί για δεχθεί κανείς ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενήργησε κατ’ εντολήν ξένων κέντρων. Υπάρχει όμως σαφώς σύμπτωση συμφερόντων και αυτό αρκεί για να φορτίσει πολιτικά την απόφαση. Αποδεικνύεται έτσι κάτι πιο σύνθετο: ότι μια εκκλησιαστική πράξη, χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση, γίνεται ευάλωτη στην πολιτική εργαλειοποίηση.
Η Μόσχα και η πολιτικοποίηση της Εκκλησίας
Η ρωσική κριτική δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αμιγώς πνευματική. Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος έχει ταυτιστεί με το ιδεολόγημα του «Ρωσικού Κόσμου» και λειτουργεί ως θεολογικός πυλώνας της κρατικής πολιτικής του Βλαντίμιρ Πούτιν. Έτσι, το ουκρανικό ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως εκκλησιαστικό πρόβλημα, αλλά ως υπαρξιακή απειλή για τη ρωσική εκκλησιαστική αυτοαντίληψη.
Άρα τι είναι ο «πόλεμος» κατά του Οικουμενικού; Κατά τη γνώμη μου είναι κυρίως:
Έχει σχέση με την «Τρίτη Ρώμη»;
Η «Τρίτη Ρώμη» είναι ιστορικό-ιδεολογικό υπόστρωμα που εύκολα μετατρέπεται σε αξίωση πρωταγωνιστικού ρόλου της Μόσχας στον ορθόδοξο κόσμο. Ακόμη και ευρωπαϊκές αναλύσεις σημειώνουν ότι η σύγχρονη ρωσική εκκλησιαστική αυτοαντίληψη συνδέεται με εικόνα της Μόσχας ως «Τρίτης Ρώμης» και κέντρο/εγγυητή της «Ρωσικής Ορθοδοξίας».
Από την άλλη, η ίδια η Μόσχα συχνά παρουσιάζει την «Τρίτη Ρώμη» όχι ως «πρωτείο εξουσίας» αλλά ως «μυστική ευθύνη/αποστολή».
Διεκδικεί πλέον η Μόσχα πρωτοκαθεδρία στην πράξη;
Τυπικά, το Πατριαρχείο Μόσχας δεν λέει «εγώ είμαι πρώτος». Στην πράξη όμως, μια σειρά κινήσεων μοιάζουν με de facto ανταγωνισμό προς τον συντονιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στο πλαίσιο αυτό:
Ε.- Το πνευματικό αποτύπωμα της αυτοκεφαλίας: από την κανονική διαφωνία στο ζωντανό σχίσμα
Πέρα από θεσμούς και στρατηγικές, το αποτέλεσμα ήταν ένα πραγματικό σχίσμα. Στην Ουκρανία παγιώθηκαν δύο ορθόδοξες εκκλησιαστικές δομές στον ίδιο χώρο. Η μία, με σαφή κρατική στήριξη, απέκτησε θεσμική υπεροχή. Η άλλη βρέθηκε αντιμέτωπη με πιέσεις, αφαιρέσεις ναών και διώξεις κληρικών.
Από πνευματικής άποψης, αυτό είναι καίριο: Ότι η ενότητα δεν οικοδομείται με νόμους και διοικητικές πράξεις. Όταν η Εκκλησία επιβάλλεται μέσω της πολιτικής εξουσίας, αλλοιώνεται το ευαγγελικό της ήθος. Το σχίσμα παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται καθημερινός πόνος για τους πιστούς.
ΣΤ.- Γιατί αυτό είναι σοβαρό εκκλησιολογικό πρόβλημα
Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο πρόβλημα: η Εκκλησία, που καλείται να είναι χώρος συμφιλίωσης, εμφανίζεται ως πεδίο καταναγκασμού. Και αυτό αποτελεί ήττα όχι μόνο για μία πλευρά, αλλά για την Ορθοδοξία συνολικά.
Η Ορθοδοξία δεν αντιλαμβάνεται την ενότητα ως διοικητική ρύθμιση αλλά ως ευχαριστιακή και πνευματική κοινωνία. Όταν δύο επίσκοποι διεκδικούν την ίδια έδρα, δύο «εκκλησίες» τελούν χωριστά μυστήρια στον ίδιο χώρο, και η μία επικαλείται την κρατική ισχύ για να επιβληθεί σε βάρος της άλλης, τότε η Εκκλησία παύει να είναι χώρος συμφιλίωσης και μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης.
Εδώ βρίσκεται και το πιο βαρύ πνευματικό φορτίο της απόφασης: ακόμη κι αν υπήρχαν κανονικά επιχειρήματα, το αποτέλεσμα ήταν η διάρρηξη της εκκλησιαστικής ειρήνης. Αυτό ακριβώς ήταν που φοβόταν και προειδοποιούσε ο Αναστάσιος Αλβανίας: ότι η απουσία πανορθόδοξης συναίνεσης θα οδηγούσε όχι σε θεραπεία, αλλά σε εμβάθυνση του σχίσματος.
Ζ.- Ποιο είναι το πνευματικό νόημα του σχίσματος;
Εδώ η Ορθοδοξία είναι αμείλικτη – και προς όλες τις πλευρές.
α) Το σχίσμα δεν είναι «δικαίωση». Στην ορθόδοξη θεολογία: το σχίσμα δεν δικαιώνει κανέναν, ακόμη κι αν κάποιος έχει κανονικά επιχειρήματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει (σε ελεύθερη απόδοση): «Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει το σχίσμα». Δηλαδή: το σχίσμα είναι πνευματική αποτυχία, όχι νίκη.
β) Το σχίσμα είναι ρήξη κοινωνίας, όχι απλώς διαφωνία. Η Εκκλησία δεν είναι ιδεολογική λέσχη ούτε διοικητικός οργανισμός. Είναι ευχαριστιακή κοινωνία. Όταν αυτή σπάει, η αλήθεια παύει να λειτουργεί σωτηριολογικά, η κανονικότητα χάνει το θεραπευτικό της νόημα, και η Εκκλησία κινδυνεύει να μοιάσει με «θεσμό εξουσίας». Γι’ αυτό και το σχίσμα θεωρείται βαρύτερο από αίρεση: η αίρεση πληγώνει την αλήθεια, το σχίσμα πληγώνει την αγάπη.
γ) Το πνευματικό μήνυμα του σημερινού σχίσματος. Αν το δούμε με πνευματικούς όρους (και όχι προπαγανδιστικούς), το σχίσμα λέει κάτι σκληρό σε όλους. Στο Φανάρι, ότι η κανονική εξουσία χωρίς συναίνεση γίνεται εξουσία χωρίς ειρήνη. Στη Μόσχα, ότι η υπεράσπιση της «κανονικής επικράτειας» με κρατική ισχύ ακυρώνει το Ευαγγέλιο. Σε όλους μας, ότι η Εκκλησία, όταν μπαίνει στη λογική γεωπολιτικών νικών, χάνει την πνευματική της μαρτυρία.
Ποιος χρεώνεται λοιπόν το σχίσμα; Η ευθύνη δεν είναι συμμετρική, αλλά πραγματική.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο φέρει την πρωτογενή θεσμική ευθύνη, καθώς προχώρησε μονομερώς σε πράξη πανορθόδοξης εμβέλειας και ενώ γνώριζε ότι σημαντικό μέρος της Ορθοδοξίας δεν το αποδεχόταν.
Η Μόσχα φέρει τη δευτερογενή και κλιμακωτή ευθύνη, καθώς επέλεξε τη διακοπή ευχαριστιακής κοινωνίας, γενίκευσε τη ρήξη και τη συνέδεσε άμεσα με κρατική, εθνική και πολεμική ρητορική.
Το ουκρανικό κράτος και οι τοπικοί μηχανισμοί φέρουν βαριά ποιμαντική ευθύνη, μετατρέποντας το σχίσμα σε καταναγκασμό με αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, περιορισμό της εκκλησιαστικής ζωής των αντίθετων.
Με απλά λόγια: το Φανάρι άνοιξε την πληγή, η Μόσχα αρνήθηκε οποιαδήποτε θεραπεία και την έκανε μόνιμη. Στην Ορθοδοξία, όμως, το σχίσμα δεν δικαιώνει κανέναν. Είναι πνευματική αποτυχία όλων.
Η.- Υπάρχει θεολογική οδός εξόδου από το σχίσμα;
Ναι, υπάρχει. Αλλά είναι στενή, επώδυνη και πολιτικά ασύμφορη για όλους. Γι’ αυτό και μέχρι τώρα αποφεύγεται. Η Ορθοδοξία δεν θεραπεύει τα σχίσματα με νίκες, δικαστικές αποφάσεις, ή «τετελεσμένα». Τα θεραπεύει μόνο με μετάνοια, αναστολή ισχύος και κοινή διάκριση.
Για τη θεραπεία πρέπει να πληρωθούν πέντε προϋποθέσεις:
1) Πρώτη προϋπόθεση: αναγνώριση του σχίσματος ως πνευματικής αποτυχίας. Όχι ως «γεωπολιτική αναγκαιότητα», «κανονική δικαίωση» ή «ιστορική επιτυχία». Αλλά ως αποτυχία της Εκκλησίας να διαφυλάξει την ενότητα. Αν καμία πλευρά δεν πει έστω σιωπηρά: «αμαρτήσαμε κατά της ενότητας», τότε δεν υπάρχει εκκλησιαστική λύση, μόνο διπλωματική διαχείριση. Χωρίς αυτό, όλα τα επόμενα είναι προσχήματα.
2) Δεύτερη προϋπόθεση: αναστολή επιβολής – όχι άρση θέσεων. Θεολογικά κρίσιμο σημείο: Η Εκκλησία δεν απαιτεί να αλλάξει αμέσως κανείς άποψη, αλλά απαιτεί να σταματήσει η επιβολή. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι στην Ουκρανία θα γίνει αναστολή κάθε κρατικής πίεσης, πάγωμα αφαιρέσεων ναών, θα εξασφαλιστεί πλήρης ελευθερία ύπαρξης και των δύο εκκλησιαστικών σωμάτων. Αυτό είναι ελάχιστο ευαγγελικό όριο. Χωρίς αυτό: η «ενότητα» θα είναι απλώς επικράτηση.
3) Τρίτη προϋπόθεση: πανορθόδοξη διαδικασία χωρίς προαπαιτούμενο «δικαίωσης». Εδώ βρίσκεται το μεγάλο εμπόδιο. Μια αληθινή πανορθόδοξη σύναξη δεν μπορεί να γίνει αν το Φανάρι προσέρχεται ζητώντας εκ των προτέρων αποδοχή του αυτοκεφάλου, ή η Μόσχα προσέρχεται ζητώντας εκ των προτέρων ακύρωσή του. Η μόνη εκκλησιολογικά σωστή βάση είναι: «ερχόμαστε όχι για να δικαιωθούμε, αλλά για να θεραπευθούμε». Αυτό είναι πνευματικά τεράστιο και πολιτικά επώδυνο.
4) Τέταρτη προϋπόθεση: θεολογική επανεξέταση του ίδιου του μοντέλου εξουσίας. Το σχίσμα έφερε στην επιφάνεια ένα βαθύτερο πρόβλημα: Τι σημαίνει πρωτείο; Τι σημαίνει αυτοκεφαλία; Πότε η κανονικότητα παύει να είναι θεραπεία και γίνεται μηχανισμός ισχύος; Αν αυτά δεν επανεξεταστούν συνοδικά, το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Απλώς θα μεταφερθεί αλλού (Βαλτική, Αφρική, Βαλκάνια). Το σημερινό σχίσμα είναι προειδοποίηση, όχι εξαίρεση.
5) Πέμπτη προϋπόθεση: το τελευταίο και δυσκολότερο, μετάνοια χωρίς νικητές. Η Ορθοδοξία γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν θριαμβεύει με ήττες άλλων, αλλά με ταπείνωση όλων. Αυτό σημαίνει –ωμά αλλά αληθινά: Το Φανάρι να δεχθεί ότι η μονομέρεια τραυμάτισε την ενότητα. Η Μόσχα να δεχθεί ότι κρατικοποίησε την Εκκλησία. Και οι τοπικές, ανά τον κόσμο, ορθόδοξες εκκλησίες να δεχθούν ότι σιώπησαν για λόγους φόβου ή συμφέροντος. Χωρίς αυτή τη συλλογική μετάνοια, δεν υπάρχει εκκλησιολογική έξοδος, μόνο διαχείριση ενός μόνιμου τραύματος.
Θ.- Υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα θεραπείας σχισμάτων;
Ναι. Και μάλιστα σχισμάτων εξίσου πικρών. Κανένα δεν λύθηκε «γρήγορα» ή «καθαρά». Όλα λύθηκαν όταν εγκαταλείφθηκε η λογική της νίκης.
1) Το σχίσμα Φαναρίου – Βουλγαρικής Εκκλησίας (1872–1945)
Η Βουλγαρική Εκκλησία κηρύχθηκε σχισματική το 1872 λόγω του εθνοφυλετισμού. Το σχίσμα κράτησε 73 χρόνια. Το θεράπευσε, όχι η δικαίωση της μίας πλευράς, όχι η πλήρης «μετάνοια» της άλλης, αλλά η κοινή αναγνώριση ότι η διαίρεση είχε καταστεί πνευματικά αβάστακτη. Το Φανάρι αναγνώρισε την αυτοκεφαλία χωρίς να ακυρώσει πλήρως την αρχική του κρίση, και η Βουλγαρική Εκκλησία αποδέχθηκε την αποκατάσταση χωρίς θριαμβολογία. Καμία πλευρά δεν «κέρδισε». Κέρδισε η ενότητα.
2) Το σχίσμα Μόσχας – Γεωργίας (1917–1943)
Η Γεωργιανή Εκκλησία ανακήρυξε αυτοκεφαλία μονομερώς το 1917. Η Μόσχα την αρνήθηκε επί δεκαετίες. Η αποκατάσταση ήρθε, χωρίς να αναιρεθούν πλήρως οι αρχικές θέσεις, εν μέσω γεωπολιτικών πιέσεων (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), με σιωπηρή αμοιβαία υποχώρηση. Το σχίσμα έληξε όχι με δικαστική κρίση, αλλά με εκκλησιαστική συγκατάβαση.
3) Το «μικρό αλλά διδακτικό» σχίσμα της Εσθονίας (1996)
Η αντιπαράθεση Φαναρίου–Μόσχας για την Εσθονία οδήγησε σε διακοπή κοινωνίας. Η δοθείσα λύση δεν έλυσε μεν το κανονικό ζήτημα πλήρως, αλλά επέτρεψε τη συνύπαρξη δύο δομών χωρίς αμοιβαίο αποκλεισμό. Η Εκκλησία προτίμησε ειρήνη με ασάφεια, παρά καθαρότητα με ρήξη.
Συμπέρασμα: Η Ορθοδοξία δεν θεραπεύει σχίσματα με απόλυτες λύσεις, αλλά με υπομονή, σιωπηρές υπαναχωρήσεις και κοινή φροντίδα για το σώμα.
Ι.- Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα; (και γιατί δεν είναι θεολογικό)
Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι τα κανονικά επιχειρήματα. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο: η ταύτιση της εκκλησιαστικής αλήθειας με την πολιτική επιβίωση.
Θα το πω ωμά. Το Φανάρι φοβάται την υποχώρηση Όχι θεολογικά – υπαρξιακά. Αν φανεί ότι «υποχωρεί», φοβάται ότι θα χάσει τον οικουμενικό/συντονιστικό του ρόλο, θα ακυρωθεί το πρωτείο ευθύνης, θα δημιουργηθεί προηγούμενο αμφισβήτησης. Έτσι, η αυτοκεφαλία της Ουκρανίας γίνεται ζήτημα κύρους, όχι μόνο κανονικότητας.
Η Μόσχα πάλι φοβάται την ήττα. Όχι εκκλησιαστικά – γεωπολιτικά. Η Ουκρανία δεν είναι απλώς «μία Εκκλησία». Είναι ο πυρήνας της ρωσικής εκκλησιαστικής ταυτότητας (Κίεβο = βάπτισμα των Ρως). Υποχώρηση εδώ σημαίνει αποδοχή ότι η «Τρίτη Ρώμη» δεν είναι αυτονόητο κέντρο. Και αυτό είναι αδιανόητο για το σημερινό ρωσικό αφήγημα.
Οι άλλες τοπικές Εκκλησίες φοβούνται το κόστος. Οι περισσότερες τοπικές Εκκλησίες βλέπουν το πρόβλημα, κατανοούν τον κίνδυνο, αλλά σιωπούν. Γιατί; Πολλές οι αιτίες: φόβος ρήξης, οικονομικές εξαρτήσεις, πολιτικές πιέσεις. Η σιωπή αυτή είναι θεολογικά βαρύτατη.
Το τραγικό παράδοξο λοιπόν είναι ότι όλοι μιλούν στο όνομα της Εκκλησίας, αλλά κανείς δεν τολμά το κόστος της Εκκλησίας. Και το κόστος είναι απώλεια κύρους, απώλεια επιρροής, απώλεια ελέγχου. Χωρίς αυτά, όμως δεν υπάρχει σταυρός, άρα ούτε ανάσταση.
ΙΑ.- Καταληκτικός στοχασμός
Το σημερινό σχίσμα δεν είναι απλώς σύγκρουση Φαναρίου και Μόσχας. Είναι καθρέφτης. Δείχνει τι συμβαίνει όταν η κανονικότητα αποσπάται από την αγάπη και η αλήθεια από την ενότητα. Στην ορθόδοξη παράδοση, το σχίσμα δεν ξεπερνιέται με δικαίωση αλλά με μετάνοια. Όχι ατομική μόνο, αλλά συλλογική. Όταν όλοι δεχθούν να χάσουν κάτι – κύρος, έλεγχο, βεβαιότητες – τότε μόνο μπορεί να ξαναγεννηθεί η κοινωνία. Μέχρι τότε, το σχίσμα παραμένει ανοιχτή πληγή. Και ίσως, όσο οδυνηρό κι αν είναι, αυτή η πληγή να είναι η τελευταία υπενθύμιση ότι η Εκκλησία υπάρχει όχι για να κυβερνά τον κόσμο, αλλά για να τον θεραπεύει.

Η εικόνα του Αγίου Στεφάνου είναι στην Ι.Μ. Κωνσταμονίτου Α.Ο. Είναι από την εποχή της εικονομαχίας. Ήταν στα Ιεροσόλυμα και ήλθε στο Α.Ο. κατά την περίοδο του Αλεξίου του Κομνηνού.
Σε έναν κόσμο που συχνά καμαρώνει για τη λογική του, αλλά ξεχνά την καρδιά του, η ζωή και το μαρτύριο του Αγίου Στεφάνου του Πρωτομάρτυρος έρχονται σαν κραυγή και παρηγοριά μαζί. Κραυγή απέναντι στην αυτάρκεια του νου που απορρίπτει το μυστήριο του Θεού, και παρηγοριά για τον σύγχρονο άνθρωπο που, παρ’ όλη τη γνώση του, νιώθει άδειος, κουρασμένος, μόνος.
Ο Άγιος Στέφανος δεν ήταν ένας άνθρωπος που πολέμησε με επιχειρήματα ψυχρά και ακονισμένα. Ήταν «πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου». Η αλήθεια του δεν γεννήθηκε σε εργαστήρια ιδεών, αλλά μέσα στην κοινωνία με τον Χριστό. Κι όμως, μίλησε με τόλμη. Όχι για να νικήσει τους άλλους, αλλά για να τους αγαπήσει μέχρι τέλους. Αυτό είναι το μεγάλο σκάνδαλο της ζωής του: ότι η αγάπη του δεν σταμάτησε ούτε μπροστά στις πέτρες που τον χτυπούσαν.
Σήμερα, πολλοί νέοι μεγαλώνουν μέσα σε έναν πολιτισμό που τους μαθαίνει να αμφισβητούν τα πάντα, εκτός από την αμφιβολία. Να πιστεύουν στη δύναμη του μυαλού τους, αλλά να ντρέπονται για την ανάγκη της ψυχής τους. Ο Άγιος Στέφανος στέκεται απέναντι σε αυτή τη λογικοκρατία όχι ως εχθρός της λογικής, αλλά ως μάρτυρας της υπέρβασής της. Μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο όταν εξηγεί τον κόσμο, αλλά όταν τον αγαπά.
Το πιο συγκλονιστικό μήνυμα του μαρτυρίου του δεν είναι ο θάνατός του, αλλά η συγχώρεση. «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Σε μια εποχή οργής, διαδικτυακών λιθοβολισμών και εύκολης καταδίκης, αυτά τα λόγια είναι επαναστατικά. Μιλούν για μια ελευθερία που δεν εξαρτάται από likes, επιβεβαίωση ή δικαίωση, αλλά από την εμπιστοσύνη στον Θεό.
Για τον νέο άνθρωπο που πονά, που ψάχνει νόημα, που φοβάται να πιστέψει μήπως πληγωθεί, ο Άγιος Στέφανος ψιθυρίζει: μη φοβηθείς να αγαπήσεις. Η πίστη δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά τρόπος να σταθείς μέσα του χωρίς να χάσεις την ψυχή σου. Και ίσως, μέσα στον θόρυβο της εποχής μας, αυτό το μαρτύριο της αγάπης να είναι η πιο αναγκαία αλήθεια.
Στον απόηχο της «συμπροσευχής» και της «αγάπης» Οικουμενικού Πατριάρχη και Πάπα.
Τι θα έκανε ο Άγιος Νικόλαος αν ζούσε σήμερα και ήταν αυτός Οικουμενικός Πατριάρχης;
Γεώργιος Αποστολάκης

Ο λογισμός μου λέει ότι:
Δεν θα ενεργούσε ως πολιτικός ούτε ως διπλωμάτης· θα παρέμενε ο ποιμήν της αληθείας, πράος στην καρδιά αλλά ακλόνητος στην πίστη. Δεν θα φοβόταν να συναντήσει κανέναν – ούτε τον σημερινό Πάπα – διότι ο άγιος δεν τρέμει την παρουσία του άλλου· τρέμει μόνο τη νοθεία της πίστεως. Θα δεχόταν, λοιπόν, τον οποιονδήποτε με φιλοξενία και αγάπη, όχι για επιφανειακές συμφιλιώσεις, αλλά για να μαρτυρήσει «εν πραότητι» την Ορθόδοξη αλήθεια, όπως ακριβώς έπραξε και στη Νίκαια.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr