



Η προειδοποίηση της επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Kristalina Georgieva, ότι ο κόσμος πρέπει να «σκεφτεί το αδιανόητο» εξαιτίας του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, δεν είναι μια συνηθισμένη τεχνοκρατική δήλωση. Είναι μια φράση βαριά. Και όταν προέρχεται από το ΔΝΤ, συνήθως προετοιμάζει την κοινή γνώμη για σκληρές οικονομικές πραγματικότητες.
Αλλά τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά αυτό το «αδιανόητο»;
Στην πράξη, για τους λαούς μπορεί να σημαίνει μια νέα παγκόσμια οικονομική καταιγίδα. Πετρέλαιο στα 150 ή και 200 δολάρια το βαρέλι. Εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα. Μεταφορές που θα γίνουν δυσβάστακτες. Θέρμανση που θα μετατραπεί σε πολυτέλεια για εκατομμύρια νοικοκυριά. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θα κλείνουν επειδή το ενεργειακό κόστος θα καταπίνει τα πάντα. Αγρότες που θα βλέπουν το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται και τα χωράφια να εγκαταλείπονται.
Για τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη το «αδιανόητο» μπορεί να σημαίνει κάτι ακόμη χειρότερο: επισιτιστικές κρίσεις, κοινωνικές εκρήξεις, νέα μεταναστευτικά κύματα. Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν μένει ποτέ μόνο εκεί. Οι οικονομικοί κραδασμοί εξαπλώνονται σε όλο τον πλανήτη.
Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται: για ποιους ακριβώς θα είναι «αδιανόητες» αυτές οι συνέπειες;
Διότι η εμπειρία δείχνει ότι οι πόλεμοι δεν είναι το ίδιο καταστροφικοί για όλους. Για τους εργαζόμενους, τους μικρομεσαίους και τα λαϊκά στρώματα σημαίνουν ακρίβεια, ανεργία και ανασφάλεια. Για ορισμένους όμως αποτελούν χρυσοφόρα ευκαιρία.
Οι πολεμικές βιομηχανίες βλέπουν τις παραγγελίες να εκτοξεύονται. Οι ενεργειακοί κολοσσοί πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν. Τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια κερδοσκοπούν πάνω στις αγορές πρώτων υλών και ενέργειας.
Με απλά λόγια: ο πόλεμος κοινωνικοποιεί το κόστος και ιδιωτικοποιεί το κέρδος.
Γι’ αυτό η προειδοποίηση για το «αδιανόητο» δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως οικονομική πρόβλεψη. Είναι και μια πολιτική υπενθύμιση για το πώς λειτουργεί το παγκόσμιο σύστημα ισχύος.
Το πραγματικά αδιανόητο δεν είναι μόνο η οικονομική καταστροφή που μπορεί να φέρει ένας πόλεμος. Το πραγματικά αδιανόητο είναι ότι οι αποφάσεις για αυτούς τους πολέμους λαμβάνονται από λίγους, ενώ το τίμημα το πληρώνουν πάντοτε οι πολλοί. Και κυρίως οι λαοί που δεν έχουν καμία συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν τη μοίρα τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η πολεμική σύγκρουση που εξελίσσεται ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ από τη μια πλευρά και το Ιράν από την άλλη δεν είναι ένα ακόμη περιφερειακό επεισόδιο στη Μέση Ανατολή. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πυροκροτητής ευρύτερης παγκόσμιας σύρραξης. Στη σκιά πυρηνικών οπλοστασίων, στρατιωτικών συμμαχιών και αλυσιδωτών γεωπολιτικών αντιδράσεων, η ανθρωπότητα βρίσκεται ίσως πιο κοντά από ποτέ σε μια νέα παγκόσμια αναμέτρηση.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη ζοφερή προοπτική, ένα γεγονός προκαλεί βαθιά απορία: η απουσία ενός ισχυρού, ορατού και μαζικού κινήματος ειρήνης.
Σε άλλες εποχές, μια τέτοια κρίση θα είχε προκαλέσει παγκόσμιες διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων, παρεμβάσεις διανοουμένων και πολιτικών δυνάμεων. Σήμερα, αντί για αυτό, κυριαρχεί μια παράξενη σιωπή.
Η ιστορική παράδοση των κινημάτων ειρήνης
Τα κινήματα ειρήνης δεν είναι μια περιθωριακή ιστορική λεπτομέρεια. Αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά φαινόμενα του 20ού αιώνα.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναπτύχθηκαν διεθνείς οργανώσεις που διεκδικούσαν τον αφοπλισμό και την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα ειρήνης απέκτησε μαζικό χαρακτήρα, καθώς οι λαοί είχαν βιώσει την απόλυτη φρίκη του πολέμου.
Στη δεκαετία του 1960, το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ συγκλόνισε τις Ηνωμένες Πολιτείες και ολόκληρο τον κόσμο. Φοιτητές, εργατικά συνδικάτα, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και πολιτικές οργανώσεις δημιούργησαν ένα τεράστιο κοινωνικό ρεύμα που αμφισβήτησε ανοιχτά τη στρατιωτική πολιτική των κυβερνήσεων.
Στη δεκαετία του 1980, τα ευρωπαϊκά κινήματα ειρήνης κινητοποίησαν εκατομμύρια ανθρώπους ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς του Ψυχρού Πολέμου.
Η ελληνική εμπειρία
Και η Ελλάδα γνώρισε ισχυρά κινήματα ειρήνης.
Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 αποτέλεσε σημείο καμπής για το φιλειρηνικό κίνημα. Η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, οι μαραθώνιες πορείες ειρήνης και οι μεγάλες κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης δημιούργησαν μια ζωντανή κοινωνική παράδοση.
Κατά τη δεκαετία του 1980 και του 1990, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς, στις βάσεις του ΝΑΤΟ και στους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία και στο Ιράκ.
Τότε τα κινήματα ειρήνης είχαν μαζικότητα, κοινωνική νομιμοποίηση και πολιτική επιρροή.
Γιατί σήμερα επικρατεί σιωπή;
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: Γιατί σήμερα, σε μια εποχή που η απειλή ενός παγκόσμιου πολέμου είναι ορατή, δεν υπάρχει ένα αντίστοιχο κίνημα ειρήνης;
Οι λόγοι κατά τη γνώμη μου είναι πολλοί. Να κάποιοι:
1. Η αποδυνάμωση των συλλογικών κινημάτων
Οι κοινωνίες των τελευταίων δεκαετιών έχουν γίνει περισσότερο ατομικιστικές. Οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις έχουν αντικατασταθεί από διάσπαρτες και συχνά ψηφιακές μορφές διαμαρτυρίας. Η διαμαρτυρία μεταφέρθηκε από τους δρόμους στα κοινωνικά δίκτυα — και εκεί συχνά εξαντλείται.
2. Η ενσωμάτωση της Αριστεράς
Στο παρελθόν τα κινήματα ειρήνης συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με αριστερές πολιτικές δυνάμεις. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς έχει σήμερα ενσωματωθεί σε κυβερνητικές και θεσμικές δομές, με αποτέλεσμα να έχει χάσει την κινηματική της δυναμική.
3. Η κυριαρχία της γεωπολιτικής προπαγάνδας
Τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τους πολέμους κυρίως μέσα από γεωπολιτικά αφηγήματα και λιγότερο μέσα από το ανθρώπινο κόστος τους. Έτσι, ο πόλεμος γίνεται μια «στρατηγική εξέλιξη» και όχι μια ανθρώπινη τραγωδία.
4. Ο φόβος και η σύγχυση
Οι σημερινές συγκρούσεις είναι σύνθετες. Περιλαμβάνουν θρησκευτικές, γεωπολιτικές και ενεργειακές διαστάσεις. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως την πραγματικότητα και επομένως αποσύρονται.
Τι είναι πραγματικά ένα κίνημα ειρήνης
Ένα αυθεντικό κίνημα ειρήνης δεν είναι απλώς μια συναισθηματική διαμαρτυρία κατά του πολέμου.
Είναι μια πολιτική και ηθική στάση απέναντι στον τρόπο που οργανώνεται η διεθνής ζωή.
Στην ιστορική του μορφή, το κίνημα ειρήνης στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές:
Τα κινήματα ειρήνης είναι επίσης χώροι πολιτισμού, ηθικής και φιλοσοφικής σκέψης. Εκφράζουν την πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οργανώσει τις διεθνείς σχέσεις της χωρίς την καταφυγή στη μαζική βία.
Η παγκόσμια εμπειρία δείχνει ότι τα κινήματα ειρήνης αποκτούν δύναμη όταν διαθέτουν: Πλατιά κοινωνική βάση. Συμμετοχή πολιτών, επιστημόνων, καλλιτεχνών, συνδικάτων και κοινωνικών οργανώσεων. Ηθικό κύρος. Πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη και δεν συνδέονται με στενά πολιτικά συμφέροντα. Διεθνή δικτύωση. Συνεργασία με αντίστοιχα κινήματα σε άλλες χώρες. Συνεχή δημόσια παρουσία. Εκδηλώσεις, διαδηλώσεις, συνέδρια, δημόσιες παρεμβάσεις.
Πάνω από όλα, ένα κίνημα ειρήνης πρέπει να είναι ανεξάρτητο από κομματικούς μηχανισμούς. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν τέτοια κινήματα γίνονται παραρτήματα κομμάτων, χάνουν την αξιοπιστία τους και τη δυνατότητα να εκφράσουν την κοινωνία στο σύνολό της.
Η ανάγκη ενός νέου κινήματος ειρήνης
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε έναν επικίνδυνο συνδυασμό γεωπολιτικών ανταγωνισμών, πυρηνικών οπλοστασίων, ενεργειακών συγκρούσεων και τεχνολογικής στρατιωτικοποίησης. Ο πόλεμος δεν είναι πλέον μόνο στρατιωτικό γεγονός. Είναι οικονομικός, πληροφοριακός και τεχνολογικός.
Ακριβώς γι’ αυτό, η κοινωνία δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλή.
Η δημιουργία ενός νέου κινήματος ειρήνης δεν είναι απλώς μια ιδεολογική επιλογή. Είναι μια ιστορική αναγκαιότητα.
Ένα τέτοιο κίνημα πρέπει: Να είναι ακηδεμόνευτο από κόμματα. Να είναι ανοιχτό σε όλες τις ιδεολογικές παραδόσεις. Να υπερασπίζεται την ειρήνη χωρίς γεωπολιτικές μεροληψίες. Να υπενθυμίζει ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τους πολέμους των ισχυρών.
Η ευθύνη της κοινωνίας
Η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης και κοινωνικής πίεσης. Αν οι κοινωνίες σιωπήσουν, οι πόλεμοι αποφασίζονται εύκολα. Αν όμως οι κοινωνίες κινητοποιηθούν, η ιστορία έχει δείξει ότι μπορούν να ανακόψουν ακόμη και τις πιο ισχυρές πολεμικές μηχανές.
Η εποχή μας ίσως απαιτεί κάτι που πολλοί πίστεψαν ότι ανήκει στο παρελθόν: την αναγέννηση ενός μεγάλου, δημοκρατικού και ανεξάρτητου κινήματος ειρήνης. Γιατί αν ο κόσμος βαδίζει προς μια νέα παγκόσμια σύγκρουση, τότε το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πολεμήσει.
Είναι ποιος θα υπερασπιστεί την ειρήνη.

Σαρωτικά μέτρα κατά του παράνομου τζόγου: Φυλακή έως 10 χρόνια -Χρηματικό πρόστιμο έως 100.000 ευρώ
Η πρόσφατη είδηση για αυστηροποίηση των ποινών κατά του παράνομου τζόγου, με απειλή πολυετών καθείρξεων και βαριά διοικητικά πρόστιμα, παρουσιάζεται ως αποφασιστικό χτύπημα στην παραοικονομία και στο οργανωμένο έγκλημα. Όμως πίσω από τον ηχηρό τίτλο κρύβεται μια βαθιά πολιτική και ηθική αντίφαση: Ο τζόγος διώκεται όταν δεν φορολογείται — και προστατεύεται όταν αποφέρει έσοδα.
Αν μια πράξη είναι κοινωνικά επικίνδυνη, εθιστική και καταστροφική για οικογένειες και νοικοκυριά, τότε είναι το ίδιο επικίνδυνη ανεξάρτητα από το ποιος την οργανώνει. Το πάθος του τζογαδόρου δεν μειώνεται επειδή η πλατφόρμα έχει άδεια. Η εξάρτηση δεν θεραπεύεται επειδή το κράτος εισπράττει ΦΠΑ και φόρο παιγνίων.
Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει: Η ίδια δραστηριότητα βαφτίζεται «νόμιμη ψυχαγωγία» όταν διεξάγεται από αδειοδοτημένους φορείς, αλλά γίνεται «βαρύ ποινικό αδίκημα» όταν τελείται εκτός του φορολογικού και επιχειρηματικού πλαισίου.
Ο τζόγος δεν αλλάζει φύση με μια σφραγίδα
Το επιχείρημα της πολιτείας είναι γνωστό: Η ρύθμιση προστατεύει τον πολίτη, ελέγχει την αγορά, περιορίζει το μαύρο χρήμα και θέτει όρους διαφάνειας.
Όμως το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: Αλλάζει η φύση του τζόγου όταν εντάσσεται σε θεσμικό πλαίσιο;
Ο τζόγος βασίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας. Στην ψευδαίσθηση της γρήγορης επιτυχίας. Στην πιθανότητα που, στατιστικά, είναι δομημένη ώστε να εξασφαλίζει το κέρδος του διοργανωτή. Είτε ο διοργανωτής είναι εγκληματικό κύκλωμα είτε πολυεθνική με κρατική άδεια, ο μηχανισμός είναι ο ίδιος: Η μαθηματική υπεροχή είναι υπέρ του «σπιτιού».
Αν η πολιτεία θεωρεί ότι ο παράνομος τζόγος καταστρέφει ζωές, τότε οφείλει να παραδεχθεί ότι και ο νόμιμος κάνει ακριβώς το ίδιο, απλώς με παραστατικά.
Η ηθική αντίφαση του «φορολογημένου εθισμού»
Η υποκρισία κορυφώνεται στο εξής: Το κράτος, από τη μια πλευρά, προβάλλει εκστρατείες κατά του εθισμού. Από την άλλη, στηρίζει έσοδα δισεκατομμυρίων από τη βιομηχανία του στοιχήματος και των τυχερών παιγνίων. Δηλαδή, το ίδιο το Δημόσιο γίνεται συνέταιρος σε μια δραστηριότητα που αναγνωρίζει ως κοινωνικά επιβλαβή.
Αν το κριτήριο είναι η προστασία του πολίτη, τότε γιατί η απαγόρευση αφορά μόνο τον «μη αδειοδοτημένο»; Αν το κριτήριο είναι η νομιμότητα, τότε γιατί αυτή εξαρτάται από το ποιος κερδίζει;
Στην πράξη, το μήνυμα είναι σαφές: Δεν απαγορεύεται ο τζόγος. Απαγορεύεται να μην αποδίδει έσοδα στο κράτος και στους αδειοδοτημένους παρόχους.
Το επιχείρημα της «ελεύθερης επιλογής»
Θα ειπωθεί ότι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να επιλέξουν. Ότι ο τζόγος αποτελεί μορφή ψυχαγωγίας. Ότι δεν μπορεί το κράτος να παρεμβαίνει σε κάθε ρίσκο.
Όμως εδώ δεν μιλάμε για απλή επιλογή. Μιλάμε για μια δραστηριότητα σχεδιασμένη επιστημονικά να δημιουργεί εξάρτηση: με αλγόριθμους, με ψυχολογικά ερεθίσματα, με συνεχή προσβασιμότητα μέσω κινητού, με 24ωρη λειτουργία.
Η «ελεύθερη επιλογή» αποδυναμώνεται όταν ο μηχανισμός είναι φτιαγμένος να παγιδεύει. Και όταν η πολιτεία, αντί να αποθαρρύνει, διαφημίζει και ρυθμίζει ώστε να διασφαλίζει την εισπραξιμότητα.
Αν η πολιτεία ήταν συνεπής
Μια συνεπής πολιτεία θα είχε δύο επιλογές: Να απαγορεύσει συνολικά τον τζόγο ως αντικοινωνική πρακτική. Ή να παραδεχθεί ότι δεν την απασχολεί η κοινωνική ζημία, αλλά μόνο ο έλεγχος και η φορολόγηση.
Το ενδιάμεσο μοντέλο — «νόμιμος όταν πληρώνει, έγκλημα όταν δεν πληρώνει» — δεν είναι ηθική στάση. Είναι οικονομική διαχείριση.
Αν κάτι είναι καταστροφικό για τον πολίτη, τότε δεν εξαγνίζεται επειδή αποδίδει φόρους. Ο φόρος και το κέρδος δεν μετατρέπουν μια βλαπτική συνήθεια σε κοινωνικά αποδεκτή πράξη. Απλώς την εντάσσουν σε θεσμικό κύκλωμα.
Το πραγματικό ερώτημα
Η αυστηροποίηση ποινών κατά του παράνομου τζόγου παρουσιάζεται ως προστασία της κοινωνίας. Αλλά μήπως, τελικά, προστατεύει κυρίως την αγορά του νόμιμου τζόγου; Μήπως η «μάχη κατά της παρανομίας» είναι στην ουσία μάχη υπέρ της μονοπώλησης ενός επικερδούς πεδίου;
Η κοινωνική ζημία δεν μετριάζεται επειδή μοιράζεται μεταξύ κράτους και εταιρειών. Οι οικογένειες που διαλύονται, τα χρέη που συσσωρεύονται, οι νέοι που εθίζονται, δεν διακρίνουν αν το δελτίο ήταν «νόμιμο» ή «παράνομο».
Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να είναι ηθικά συνεπής, πρέπει να απαντήσει στο απλό ερώτημα: Είναι ο τζόγος κοινωνικό κακό; Αν ναι, τότε γιατί τον θεσμοθετεί; Αν όχι, τότε γιατί τιμωρεί τόσο σκληρά όσους τον διεξάγουν εκτός του φορολογικού της πλαισίου;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο Ποινικό Δίκαιο. Βρίσκεται στα δημόσια έσοδα.

Η έρευνα για τους νέους δεν είναι απλώς κοινωνικό ρεπορτάζ. Είναι πολιτικό κατηγορητήριο.
Ναι, η ευθύνη βαραίνει την παρούσα κυβέρνηση. Αλλά το πρόβλημα δεν άρχισε χθες. Και δεν είναι μόνο κυβερνητικό. Είναι συστημικό.
Η σημερινή νεότητα δεν «προσποιείται πως ζει» επειδή είναι αδύναμη. Προσποιείται γιατί το μοντέλο ζωής που της παραδόθηκε είναι εσωτερικά άδειο.
Η κυβέρνηση και η κυνική κανονικοποίηση της ανασφάλειας
Η σημερινή εξουσία διακηρύσσει «σταθερότητα». Ποια σταθερότητα; Να τι «δίνει» στους νέους: Εργασία χωρίς διάρκεια. Στέγη χωρίς ιδιοκτησία. Μισθούς χωρίς αγοραστική δύναμη. Οικογένεια χωρίς οικονομική βάση.
Η πολιτεία δεν εξασφάλισε στους νέους προοπτική. Τους εξοικείωσε με την ιδέα ότι η επισφάλεια είναι φυσική κατάσταση. Αντί για κοινωνικό συμβόλαιο, έχουμε κοινωνικό survival.
Και όταν μια κυβέρνηση αποδέχεται ότι ο 30χρονος θα ζει σαν φοιτητής και ο 35χρονος θα φοβάται να κάνει παιδί, τότε δεν διαχειρίζεται κρίση. Αναπαράγει κρίση.
Αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια κυβέρνηση
Ας είμαστε ειλικρινείς: Η κρίση της νεότητας είναι προϊόν ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν παράγει κοινότητες. Παράγει καταναλωτές. Δεν παράγει οικογένειες. Παράγει μονάδες αγοράς. Δεν παράγει συλλογικό σκοπό. Παράγει προσωπικά project.
Ο νέος δεν μαθαίνει να «χτίζει». Μαθαίνει να «βελτιστοποιεί τον εαυτό του».
Το αποτέλεσμα; Άγχος αντί για όραμα. Σύγκριση αντί για συνεργασία. Ατομική επιβίωση αντί για συλλογική προοπτική.
Η αγορά υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεν εγγυάται τίποτα. Και όταν το νόημα της ζωής περιορίζεται στην κατανάλωση εμπειριών, τότε η δημιουργία οικογένειας μοιάζει βάρος — όχι συνέχεια.
Ερώτημα: Γιατί οι παλαιότεροι άντεχαν;
Το συνηθισμένο επιχείρημα λέει: «Μα οι παππούδες μας έζησαν διωγμούς, πολέμους και όμως παντρεύονταν, γεννούσαν, ονειρεύονταν».
Σωστό. Αλλά υπήρχε κάτι που σήμερα λείπει: συλλογικό νόημα. Ζούσαν φτωχότερα. Αλλά ήξεραν γιατί ζουν.
Σήμερα ζούμε υλικά καλύτερα από πολλές προηγούμενες γενιές — και υπαρξιακά πιο αδύναμοι.
Η φτώχεια τότε ήταν κοινή μοίρα. Η ανασφάλεια σήμερα είναι ατομική ενοχή.
Ο νέος αισθάνεται ότι αν δεν τα καταφέρει, φταίει ο ίδιος. Δεν βλέπει σύστημα — βλέπει προσωπική αποτυχία. Και αυτό διαλύει την ηθική αντοχή.
Η ατομοκρατία ως σιωπηλή διάβρωση
Η κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών δίδαξε: Πρώτα η καριέρα. Πρώτα η αυτοπραγμάτωση. Πρώτα το ταξίδι. Πρώτα η εμπειρία.
Η οικογένεια μπήκε στο «όταν σταθεροποιηθώ». Μόνο που η σταθερότητα δεν έρχεται ποτέ.
Το σύστημα υπόσχεται άπειρες επιλογές και αφαιρεί τη δυνατότητα δέσμευσης. Και χωρίς δέσμευση δεν υπάρχει συνέχεια.
Η πιο σκληρή αλήθεια
Η σημερινή νεότητα δεν στερείται ικανότητας. Στερείται πίστης στο μέλλον. Και αυτό είναι πολιτικό έγκλημα.
Μια κοινωνία που δεν εμπνέει τους νέους να ρισκάρουν για ζωή, είναι κοινωνία που έχει ήδη παραιτηθεί από το αύριο.
Η κυβέρνηση ευθύνεται γιατί διαχειρίζεται χωρίς όραμα. Το σύστημα ευθύνεται γιατί παράγει ανθρώπους χωρίς ρίζες. Και εμείς όλοι ευθυνόμαστε γιατί αποδεχτήκαμε τον ατομισμό ως φυσικό νόμο.
Το κρίσιμο ερώτημα
Θέλουμε νέους απλώς λειτουργικούς ή δημιουργικούς; Θέλουμε πολίτες ή πελάτες; Θέλουμε κοινωνία ή αγορά;
Αν δεν αλλάξει η απάντηση σε αυτά, καμία στεγαστική επιδότηση και κανένα επίδομα νέων ζευγαριών δεν θα αναστρέψει το πρόβλημα.
Η νεότητα δεν χρειάζεται μόνο χρήματα. Χρειάζεται αφήγημα. Χρειάζεται νόημα.
Χρειάζεται συλλογικό σκοπό. Αλλιώς θα συνεχίσει να «προσποιείται πως ζει» μέχρι να σταματήσει να πιστεύει ότι αξίζει να ονειρεύεται.

Το πρωτοσέλιδο δεν κραυγάζει απλώς. Προειδοποιεί. 47,2 έτη ο μέσος Έλληνας. Η χώρα γερνά, συρρικνώνεται, αδειάζει.
Το δημογραφικό δεν είναι «κοινωνικό ζήτημα». Δεν είναι «στατιστικό πρόβλημα».
Είναι ο πρώτος και πλέον επείγων όρος για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Ελλάδας ως ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποκειμένου.
Χωρίς νέες γενιές, δεν υπάρχει οικονομία. Δεν υπάρχει άμυνα. Δεν υπάρχει ασφαλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει έθνος.
Η σιωπηλή κατάρρευση
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα: η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερά κάτω από το 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, όταν για απλή αναπλήρωση πληθυσμού απαιτείται 2,1.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε γενιά είναι αριθμητικά μικρότερη από την προηγούμενη.
Σημαίνει ότι το 2050 η χώρα ενδέχεται να έχει χάσει έως και 1,5 εκατομμύριο κατοίκους.
Σημαίνει ότι λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους.
Το ασφαλιστικό δεν θα «μεταρρυθμιστεί». Θα καταρρεύσει μαθηματικά.
Όταν οι εισφορές προέρχονται από ολοένα λιγότερους εργαζομένους και οι συνταξιούχοι αυξάνονται, το σύστημα μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκών περικοπών. Η δημογραφική γήρανση δεν είναι απλώς κοινωνική μεταβολή — είναι ωρολογιακή βόμβα για τη βιωσιμότητα του κράτους.
Πολιτική αποτυχία δεκαετιών
Καμία κυβέρνηση των τελευταίων 30 ετών δεν αντιμετώπισε το δημογραφικό ως εθνική προτεραιότητα. Όλες περιορίστηκαν σε αποσπασματικά επιδόματα. Καμία δεν διαμόρφωσε μακρόπνοη στρατηγική.
Η σημερινή κυβέρνηση, παρά τις διακηρύξεις, συνεχίζει την ίδια λογική: επικοινωνιακά μέτρα, χωρίς ριζική ανασυγκρότηση της οικογενειακής πολιτικής, της εργασιακής σταθερότητας, της φορολογίας και της στεγαστικής στήριξης των νέων ζευγαριών.
Η Ελλάδα έχει γίνει χώρα ακριβή για να γεννήσεις και φτωχή για να μεγαλώσεις παιδιά.
Νέοι άνθρωποι δουλεύουν με μισθούς που δεν επιτρέπουν οικογενειακό προγραμματισμό. Η στέγη είναι απρόσιτη. Η ανασφάλεια είναι κανόνας.
Κι έπειτα το πολιτικό σύστημα αναρωτιέται γιατί δεν γεννιούνται παιδιά.
Το αθέατο μέγεθος: οι εκτρώσεις
Υπάρχει όμως και μια πτυχή που αποσιωπάται. Κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες χιλιάδες αγέννητες ζωές.
Το ζήτημα των εκτρώσεων αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως «ατομικό δικαίωμα», ποτέ ως εθνική πληγή. Χωρίς ηθικολογίες, αλλά με στοιχειώδη εθνική επίγνωση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνία που ήδη υπογεννά δεν μπορεί να αγνοεί το δημογραφικό αποτύπωμα δεκάδων χιλιάδων διακοπών κύησης ετησίως.
Όταν μια χώρα χάνει πληθυσμό από τη γήρανση, τη μετανάστευση νέων στο εξωτερικό και τις εκτρώσεις, τότε δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πρόκειται για δομική κρίση ζωής.
Δεν μπορεί να υπάρξει δημογραφική ανάκαμψη χωρίς ουσιαστική στήριξη της μητρότητας, χωρίς δομές υποστήριξης εγκύων σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, χωρίς πολιτική που να καθιστά τη γέννηση παιδιού πράξη ασφάλειας και όχι ρίσκου.
Δημογραφικό και εθνική κυριαρχία
Μια χώρα που αδειάζει, δεν παραμένει γεωπολιτικά ουδέτερη. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση μεταβάλλει συσχετισμούς. Αποδυναμώνει παραγωγικά, στρατιωτικά και πολιτισμικά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε περιοχή υψηλής γεωπολιτικής πίεσης. Η πληθυσμιακή της κάμψη δεν είναι απλώς κοινωνική εξέλιξη. Είναι στρατηγικό μειονέκτημα.
Τι πρέπει να γίνει και άμεσα
Αν το δημογραφικό είναι ζήτημα επιβίωσης, τότε απαιτεί πολιτική επιπέδου εθνικής κινητοποίησης.
1. Ριζική φορολογική μεταρρύθμιση υπέρ των οικογενειών
2. Στεγαστική πολιτική για νέους
3. Μόνιμη οικονομική ενίσχυση ανά παιδί
Όχι εφάπαξ επιδόματα, αλλά σταθερή κλιμακούμενη ενίσχυση έως την ενηλικίωση.
4. Προστασία μητρότητας
5. Επαναπατρισμός νέων επιστημόνων
6. Διασύνδεση δημογραφικού και ασφαλιστικού
Νέο μοντέλο που θα επιβραβεύει τις οικογένειες με περισσότερα παιδιά και θα αναγνωρίζει δημογραφική συμβολή στη βιωσιμότητα του συστήματος.
Υπάρχει όμως και μια σκληρή, γεωπολιτική διάσταση που κανείς δεν τολμά να διατυπώσει καθαρά.
Τα κενά δεν μένουν ποτέ κενά. Η Ιστορία απεχθάνεται το δημογραφικό κενό.
Αν μια κοινωνία δεν αυτοτροφοδοτείται με νεότητα, αν δεν γεννά τις επόμενες γενιές της, τότε — με σχεδόν φυσική νομοτέλεια — το πληθυσμιακό της έλλειμμα θα καλυφθεί από εξωτερικές ροές. Και ήδη ζούμε σε εποχή αδιάκοπων μεταναστευτικών πιέσεων, προερχόμενων από περιοχές με εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Το ζήτημα δεν είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια — αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Το ζήτημα είναι η κλίμακα, η ταχύτητα και η αναλογική μεταβολή του πληθυσμού.
Μια χώρα που συρρικνώνεται αριθμητικά, ενώ ταυτόχρονα δέχεται μαζικές και διαρκείς ροές πληθυσμών διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας, οδηγείται — αργά αλλά αναπόφευκτα — σε αλλοίωση της κοινωνικής της συνοχής και σε μεταβολή της ιστορικής της φυσιογνωμίας.
Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Είναι μαθηματική πραγματικότητα.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ο φόβος. Η απάντηση είναι η ζωή. Αν δεν γεννήσουμε εμείς τα παιδιά που θα συνεχίσουν τη γλώσσα, την ιστορία, την πίστη και τον πολιτισμό αυτού του τόπου, άλλοι πληθυσμοί θα καλύψουν το κενό. Όχι επειδή «συνωμοτούν», αλλά επειδή εμείς παραιτηθήκαμε.
Το δημογραφικό είναι, τελικά, πράξη αυτοσυντήρησης. Ή θα επιλέξουμε τη δημογραφική αναγέννηση, ή θα παρακολουθήσουμε παθητικά την αντικατάστασή μας.
Και τότε το Finis Graeciae δεν θα είναι ρητορική κραυγή — θα είναι περιγραφή μιας ιστορικής μετάβασης που εμείς επιτρέψαμε.

Με αφορμή την υπεξαίρεση στη ΓΣΕΕ από τον πρόεδρό της Γιάννη Παναγόπουλο.
Δεν πρόκειται πια για μεμονωμένα σκάνδαλα. Ούτε για «κακές εξαιρέσεις» σε έναν κατά τα άλλα υγιή θεσμικό κορμό. Όταν ειδήσεις όπως οι βαρύτατες κατηγορίες περί υπεξαίρεσης που βαραίνουν τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, προστίθενται καθημερινά σε μια αλυσίδα παρανομιών, αυθαιρεσιών και ηθικών εκπτώσεων από κρατικούς λειτουργούς, κομματικούς εκπροσώπους και θεσμικά πρόσωπα, τότε το πρόβλημα παύει να είναι ποινικό. Γίνεται πολιτικό και βαθύτατα κοινωνικό.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν αποδοθούν ευθύνες – αυτό είναι αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου. Το διακύβευμα είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Εκείνο το αόρατο νήμα που συνδέει τον πολίτη με τους θεσμούς, τα συλλογικά όργανα, ακόμη και με τις ίδιες τις μορφές εκπροσώπησης που υποτίθεται ότι μιλούν στο όνομά του.
Η κοινωνία δεν οργίζεται απλώς. Κουράζεται. Κουράζεται να βλέπει θεσμούς να επικαλούνται αξίες που οι ίδιοι παραβιάζουν. Κουράζεται να ακούει λόγια περί «δημοκρατικής νομιμοποίησης» από πρόσωπα που φέρονται να διαχειρίστηκαν δημόσιο ή συλλογικό χρήμα σαν ιδιωτικό λάφυρο. Και κυρίως, κουράζεται να μην βλέπει καμία εσωτερική κάθαρση, καμία αυτοκριτική, καμία ανάληψη ευθύνης πριν την επέμβαση της Δικαιοσύνης.
Έτσι γεννιέται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο της εποχής μας: όχι η εξέγερση, αλλά η αποστασιοποίηση. Όχι η σύγκρουση, αλλά η σιωπηρή απόσυρση. Ο πολίτης δεν πιστεύει πια ούτε τους θεσμούς, ούτε τα κόμματα, ούτε – σε πολλές περιπτώσεις – τα ίδια τα κινήματα που κάποτε εξέφραζαν ελπίδα.
Κι όμως, εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο καμπής.
Η απάντηση σε αυτό το ρήγμα εμπιστοσύνης δεν μπορεί να είναι ούτε η κυνική παραίτηση ούτε η γενικευμένη απαξίωση των πάντων. Μπορεί – και οφείλει – να είναι η συνειδητοποίηση. Η κατανόηση ότι η ποιότητα των θεσμών δεν είναι ανεξάρτητη από την ποιότητα των πολιτών που τους ανέχονται, τους στηρίζουν ή τους ελέγχουν.
Η δημοκρατία δεν σώζεται με συνθήματα, αλλά με απαιτήσεις. Με πολίτες που δεν χαρίζουν λευκές επιταγές σε «εκπροσώπους». Με κοινωνία που δεν χειροκροτεί απλώς, αλλά ρωτά, ελέγχει, επιμένει. Με συλλογικότητες που χτίζονται από τα κάτω, με διαφάνεια, λογοδοσία και ήθος, όχι ως μηχανισμοί εξουσίας αλλά ως σχολεία ευθύνης.
Το ρήγμα εμπιστοσύνης είναι υπαρκτό. Δεν κρύβεται. Αλλά δεν είναι και τελεσίδικο. Μπορεί να γίνει το σημείο από όπου θα ξαναρχίσει κάτι ουσιαστικό: ένας αγώνας όχι μόνο εναντίον της διαφθοράς, αλλά υπέρ μιας ώριμης πολιτείας και μιας πιο απαιτητικής κοινωνίας.
Γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «θα σωθούν οι θεσμοί». Οι θεσμοί σώζονται μόνο όταν οι κοινωνίες παύουν να τους ανέχονται ως μηχανισμούς και αρχίζουν να τους απαιτούν ως αξίες. Όταν ο πολίτης σηκώνεται από τον καναπέ της απογοήτευσης και ξαναμπαίνει στο πεδίο, όχι ως οπαδός, αλλά ως φορέας ευθύνης. Όταν η συμμετοχή αντικαθιστά την ανάθεση και ο έλεγχος τη σιωπή. Αν κάτι μπορεί να κλείσει το ρήγμα εμπιστοσύνης, δεν είναι μια ακόμη «αλλαγή προσώπων», αλλά η συλλογική απόφαση να μην αποδεχθούμε άλλο μια πολιτεία χαμηλών προσδοκιών. Αυτός ο αγώνας δεν είναι εύκολος, ούτε σύντομος. Είναι όμως ο μόνος που αξίζει να δοθεί – γιατί χωρίς ενεργούς, συνειδητούς και απαιτητικούς πολίτες, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr