



Σαρωτικά μέτρα κατά του παράνομου τζόγου: Φυλακή έως 10 χρόνια -Χρηματικό πρόστιμο έως 100.000 ευρώ
Η πρόσφατη είδηση για αυστηροποίηση των ποινών κατά του παράνομου τζόγου, με απειλή πολυετών καθείρξεων και βαριά διοικητικά πρόστιμα, παρουσιάζεται ως αποφασιστικό χτύπημα στην παραοικονομία και στο οργανωμένο έγκλημα. Όμως πίσω από τον ηχηρό τίτλο κρύβεται μια βαθιά πολιτική και ηθική αντίφαση: Ο τζόγος διώκεται όταν δεν φορολογείται — και προστατεύεται όταν αποφέρει έσοδα.
Αν μια πράξη είναι κοινωνικά επικίνδυνη, εθιστική και καταστροφική για οικογένειες και νοικοκυριά, τότε είναι το ίδιο επικίνδυνη ανεξάρτητα από το ποιος την οργανώνει. Το πάθος του τζογαδόρου δεν μειώνεται επειδή η πλατφόρμα έχει άδεια. Η εξάρτηση δεν θεραπεύεται επειδή το κράτος εισπράττει ΦΠΑ και φόρο παιγνίων.
Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει: Η ίδια δραστηριότητα βαφτίζεται «νόμιμη ψυχαγωγία» όταν διεξάγεται από αδειοδοτημένους φορείς, αλλά γίνεται «βαρύ ποινικό αδίκημα» όταν τελείται εκτός του φορολογικού και επιχειρηματικού πλαισίου.
Ο τζόγος δεν αλλάζει φύση με μια σφραγίδα
Το επιχείρημα της πολιτείας είναι γνωστό: Η ρύθμιση προστατεύει τον πολίτη, ελέγχει την αγορά, περιορίζει το μαύρο χρήμα και θέτει όρους διαφάνειας.
Όμως το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: Αλλάζει η φύση του τζόγου όταν εντάσσεται σε θεσμικό πλαίσιο;
Ο τζόγος βασίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας. Στην ψευδαίσθηση της γρήγορης επιτυχίας. Στην πιθανότητα που, στατιστικά, είναι δομημένη ώστε να εξασφαλίζει το κέρδος του διοργανωτή. Είτε ο διοργανωτής είναι εγκληματικό κύκλωμα είτε πολυεθνική με κρατική άδεια, ο μηχανισμός είναι ο ίδιος: Η μαθηματική υπεροχή είναι υπέρ του «σπιτιού».
Αν η πολιτεία θεωρεί ότι ο παράνομος τζόγος καταστρέφει ζωές, τότε οφείλει να παραδεχθεί ότι και ο νόμιμος κάνει ακριβώς το ίδιο, απλώς με παραστατικά.
Η ηθική αντίφαση του «φορολογημένου εθισμού»
Η υποκρισία κορυφώνεται στο εξής: Το κράτος, από τη μια πλευρά, προβάλλει εκστρατείες κατά του εθισμού. Από την άλλη, στηρίζει έσοδα δισεκατομμυρίων από τη βιομηχανία του στοιχήματος και των τυχερών παιγνίων. Δηλαδή, το ίδιο το Δημόσιο γίνεται συνέταιρος σε μια δραστηριότητα που αναγνωρίζει ως κοινωνικά επιβλαβή.
Αν το κριτήριο είναι η προστασία του πολίτη, τότε γιατί η απαγόρευση αφορά μόνο τον «μη αδειοδοτημένο»; Αν το κριτήριο είναι η νομιμότητα, τότε γιατί αυτή εξαρτάται από το ποιος κερδίζει;
Στην πράξη, το μήνυμα είναι σαφές: Δεν απαγορεύεται ο τζόγος. Απαγορεύεται να μην αποδίδει έσοδα στο κράτος και στους αδειοδοτημένους παρόχους.
Το επιχείρημα της «ελεύθερης επιλογής»
Θα ειπωθεί ότι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να επιλέξουν. Ότι ο τζόγος αποτελεί μορφή ψυχαγωγίας. Ότι δεν μπορεί το κράτος να παρεμβαίνει σε κάθε ρίσκο.
Όμως εδώ δεν μιλάμε για απλή επιλογή. Μιλάμε για μια δραστηριότητα σχεδιασμένη επιστημονικά να δημιουργεί εξάρτηση: με αλγόριθμους, με ψυχολογικά ερεθίσματα, με συνεχή προσβασιμότητα μέσω κινητού, με 24ωρη λειτουργία.
Η «ελεύθερη επιλογή» αποδυναμώνεται όταν ο μηχανισμός είναι φτιαγμένος να παγιδεύει. Και όταν η πολιτεία, αντί να αποθαρρύνει, διαφημίζει και ρυθμίζει ώστε να διασφαλίζει την εισπραξιμότητα.
Αν η πολιτεία ήταν συνεπής
Μια συνεπής πολιτεία θα είχε δύο επιλογές: Να απαγορεύσει συνολικά τον τζόγο ως αντικοινωνική πρακτική. Ή να παραδεχθεί ότι δεν την απασχολεί η κοινωνική ζημία, αλλά μόνο ο έλεγχος και η φορολόγηση.
Το ενδιάμεσο μοντέλο — «νόμιμος όταν πληρώνει, έγκλημα όταν δεν πληρώνει» — δεν είναι ηθική στάση. Είναι οικονομική διαχείριση.
Αν κάτι είναι καταστροφικό για τον πολίτη, τότε δεν εξαγνίζεται επειδή αποδίδει φόρους. Ο φόρος και το κέρδος δεν μετατρέπουν μια βλαπτική συνήθεια σε κοινωνικά αποδεκτή πράξη. Απλώς την εντάσσουν σε θεσμικό κύκλωμα.
Το πραγματικό ερώτημα
Η αυστηροποίηση ποινών κατά του παράνομου τζόγου παρουσιάζεται ως προστασία της κοινωνίας. Αλλά μήπως, τελικά, προστατεύει κυρίως την αγορά του νόμιμου τζόγου; Μήπως η «μάχη κατά της παρανομίας» είναι στην ουσία μάχη υπέρ της μονοπώλησης ενός επικερδούς πεδίου;
Η κοινωνική ζημία δεν μετριάζεται επειδή μοιράζεται μεταξύ κράτους και εταιρειών. Οι οικογένειες που διαλύονται, τα χρέη που συσσωρεύονται, οι νέοι που εθίζονται, δεν διακρίνουν αν το δελτίο ήταν «νόμιμο» ή «παράνομο».
Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να είναι ηθικά συνεπής, πρέπει να απαντήσει στο απλό ερώτημα: Είναι ο τζόγος κοινωνικό κακό; Αν ναι, τότε γιατί τον θεσμοθετεί; Αν όχι, τότε γιατί τιμωρεί τόσο σκληρά όσους τον διεξάγουν εκτός του φορολογικού της πλαισίου;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο Ποινικό Δίκαιο. Βρίσκεται στα δημόσια έσοδα.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Η έρευνα για τους νέους δεν είναι απλώς κοινωνικό ρεπορτάζ. Είναι πολιτικό κατηγορητήριο.
Ναι, η ευθύνη βαραίνει την παρούσα κυβέρνηση. Αλλά το πρόβλημα δεν άρχισε χθες. Και δεν είναι μόνο κυβερνητικό. Είναι συστημικό.
Η σημερινή νεότητα δεν «προσποιείται πως ζει» επειδή είναι αδύναμη. Προσποιείται γιατί το μοντέλο ζωής που της παραδόθηκε είναι εσωτερικά άδειο.
Η κυβέρνηση και η κυνική κανονικοποίηση της ανασφάλειας
Η σημερινή εξουσία διακηρύσσει «σταθερότητα». Ποια σταθερότητα; Να τι «δίνει» στους νέους: Εργασία χωρίς διάρκεια. Στέγη χωρίς ιδιοκτησία. Μισθούς χωρίς αγοραστική δύναμη. Οικογένεια χωρίς οικονομική βάση.
Η πολιτεία δεν εξασφάλισε στους νέους προοπτική. Τους εξοικείωσε με την ιδέα ότι η επισφάλεια είναι φυσική κατάσταση. Αντί για κοινωνικό συμβόλαιο, έχουμε κοινωνικό survival.
Και όταν μια κυβέρνηση αποδέχεται ότι ο 30χρονος θα ζει σαν φοιτητής και ο 35χρονος θα φοβάται να κάνει παιδί, τότε δεν διαχειρίζεται κρίση. Αναπαράγει κρίση.
Αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια κυβέρνηση
Ας είμαστε ειλικρινείς: Η κρίση της νεότητας είναι προϊόν ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν παράγει κοινότητες. Παράγει καταναλωτές. Δεν παράγει οικογένειες. Παράγει μονάδες αγοράς. Δεν παράγει συλλογικό σκοπό. Παράγει προσωπικά project.
Ο νέος δεν μαθαίνει να «χτίζει». Μαθαίνει να «βελτιστοποιεί τον εαυτό του».
Το αποτέλεσμα; Άγχος αντί για όραμα. Σύγκριση αντί για συνεργασία. Ατομική επιβίωση αντί για συλλογική προοπτική.
Η αγορά υπόσχεται τα πάντα, αλλά δεν εγγυάται τίποτα. Και όταν το νόημα της ζωής περιορίζεται στην κατανάλωση εμπειριών, τότε η δημιουργία οικογένειας μοιάζει βάρος — όχι συνέχεια.
Ερώτημα: Γιατί οι παλαιότεροι άντεχαν;
Το συνηθισμένο επιχείρημα λέει: «Μα οι παππούδες μας έζησαν διωγμούς, πολέμους και όμως παντρεύονταν, γεννούσαν, ονειρεύονταν».
Σωστό. Αλλά υπήρχε κάτι που σήμερα λείπει: συλλογικό νόημα. Ζούσαν φτωχότερα. Αλλά ήξεραν γιατί ζουν.
Σήμερα ζούμε υλικά καλύτερα από πολλές προηγούμενες γενιές — και υπαρξιακά πιο αδύναμοι.
Η φτώχεια τότε ήταν κοινή μοίρα. Η ανασφάλεια σήμερα είναι ατομική ενοχή.
Ο νέος αισθάνεται ότι αν δεν τα καταφέρει, φταίει ο ίδιος. Δεν βλέπει σύστημα — βλέπει προσωπική αποτυχία. Και αυτό διαλύει την ηθική αντοχή.
Η ατομοκρατία ως σιωπηλή διάβρωση
Η κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών δίδαξε: Πρώτα η καριέρα. Πρώτα η αυτοπραγμάτωση. Πρώτα το ταξίδι. Πρώτα η εμπειρία.
Η οικογένεια μπήκε στο «όταν σταθεροποιηθώ». Μόνο που η σταθερότητα δεν έρχεται ποτέ.
Το σύστημα υπόσχεται άπειρες επιλογές και αφαιρεί τη δυνατότητα δέσμευσης. Και χωρίς δέσμευση δεν υπάρχει συνέχεια.
Η πιο σκληρή αλήθεια
Η σημερινή νεότητα δεν στερείται ικανότητας. Στερείται πίστης στο μέλλον. Και αυτό είναι πολιτικό έγκλημα.
Μια κοινωνία που δεν εμπνέει τους νέους να ρισκάρουν για ζωή, είναι κοινωνία που έχει ήδη παραιτηθεί από το αύριο.
Η κυβέρνηση ευθύνεται γιατί διαχειρίζεται χωρίς όραμα. Το σύστημα ευθύνεται γιατί παράγει ανθρώπους χωρίς ρίζες. Και εμείς όλοι ευθυνόμαστε γιατί αποδεχτήκαμε τον ατομισμό ως φυσικό νόμο.
Το κρίσιμο ερώτημα
Θέλουμε νέους απλώς λειτουργικούς ή δημιουργικούς; Θέλουμε πολίτες ή πελάτες; Θέλουμε κοινωνία ή αγορά;
Αν δεν αλλάξει η απάντηση σε αυτά, καμία στεγαστική επιδότηση και κανένα επίδομα νέων ζευγαριών δεν θα αναστρέψει το πρόβλημα.
Η νεότητα δεν χρειάζεται μόνο χρήματα. Χρειάζεται αφήγημα. Χρειάζεται νόημα.
Χρειάζεται συλλογικό σκοπό. Αλλιώς θα συνεχίσει να «προσποιείται πως ζει» μέχρι να σταματήσει να πιστεύει ότι αξίζει να ονειρεύεται.

Το πρωτοσέλιδο δεν κραυγάζει απλώς. Προειδοποιεί. 47,2 έτη ο μέσος Έλληνας. Η χώρα γερνά, συρρικνώνεται, αδειάζει.
Το δημογραφικό δεν είναι «κοινωνικό ζήτημα». Δεν είναι «στατιστικό πρόβλημα».
Είναι ο πρώτος και πλέον επείγων όρος για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Ελλάδας ως ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποκειμένου.
Χωρίς νέες γενιές, δεν υπάρχει οικονομία. Δεν υπάρχει άμυνα. Δεν υπάρχει ασφαλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει έθνος.
Η σιωπηλή κατάρρευση
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα: η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερά κάτω από το 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, όταν για απλή αναπλήρωση πληθυσμού απαιτείται 2,1.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε γενιά είναι αριθμητικά μικρότερη από την προηγούμενη.
Σημαίνει ότι το 2050 η χώρα ενδέχεται να έχει χάσει έως και 1,5 εκατομμύριο κατοίκους.
Σημαίνει ότι λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους.
Το ασφαλιστικό δεν θα «μεταρρυθμιστεί». Θα καταρρεύσει μαθηματικά.
Όταν οι εισφορές προέρχονται από ολοένα λιγότερους εργαζομένους και οι συνταξιούχοι αυξάνονται, το σύστημα μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκών περικοπών. Η δημογραφική γήρανση δεν είναι απλώς κοινωνική μεταβολή — είναι ωρολογιακή βόμβα για τη βιωσιμότητα του κράτους.
Πολιτική αποτυχία δεκαετιών
Καμία κυβέρνηση των τελευταίων 30 ετών δεν αντιμετώπισε το δημογραφικό ως εθνική προτεραιότητα. Όλες περιορίστηκαν σε αποσπασματικά επιδόματα. Καμία δεν διαμόρφωσε μακρόπνοη στρατηγική.
Η σημερινή κυβέρνηση, παρά τις διακηρύξεις, συνεχίζει την ίδια λογική: επικοινωνιακά μέτρα, χωρίς ριζική ανασυγκρότηση της οικογενειακής πολιτικής, της εργασιακής σταθερότητας, της φορολογίας και της στεγαστικής στήριξης των νέων ζευγαριών.
Η Ελλάδα έχει γίνει χώρα ακριβή για να γεννήσεις και φτωχή για να μεγαλώσεις παιδιά.
Νέοι άνθρωποι δουλεύουν με μισθούς που δεν επιτρέπουν οικογενειακό προγραμματισμό. Η στέγη είναι απρόσιτη. Η ανασφάλεια είναι κανόνας.
Κι έπειτα το πολιτικό σύστημα αναρωτιέται γιατί δεν γεννιούνται παιδιά.
Το αθέατο μέγεθος: οι εκτρώσεις
Υπάρχει όμως και μια πτυχή που αποσιωπάται. Κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες χιλιάδες αγέννητες ζωές.
Το ζήτημα των εκτρώσεων αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως «ατομικό δικαίωμα», ποτέ ως εθνική πληγή. Χωρίς ηθικολογίες, αλλά με στοιχειώδη εθνική επίγνωση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνία που ήδη υπογεννά δεν μπορεί να αγνοεί το δημογραφικό αποτύπωμα δεκάδων χιλιάδων διακοπών κύησης ετησίως.
Όταν μια χώρα χάνει πληθυσμό από τη γήρανση, τη μετανάστευση νέων στο εξωτερικό και τις εκτρώσεις, τότε δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πρόκειται για δομική κρίση ζωής.
Δεν μπορεί να υπάρξει δημογραφική ανάκαμψη χωρίς ουσιαστική στήριξη της μητρότητας, χωρίς δομές υποστήριξης εγκύων σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, χωρίς πολιτική που να καθιστά τη γέννηση παιδιού πράξη ασφάλειας και όχι ρίσκου.
Δημογραφικό και εθνική κυριαρχία
Μια χώρα που αδειάζει, δεν παραμένει γεωπολιτικά ουδέτερη. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση μεταβάλλει συσχετισμούς. Αποδυναμώνει παραγωγικά, στρατιωτικά και πολιτισμικά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε περιοχή υψηλής γεωπολιτικής πίεσης. Η πληθυσμιακή της κάμψη δεν είναι απλώς κοινωνική εξέλιξη. Είναι στρατηγικό μειονέκτημα.
Τι πρέπει να γίνει και άμεσα
Αν το δημογραφικό είναι ζήτημα επιβίωσης, τότε απαιτεί πολιτική επιπέδου εθνικής κινητοποίησης.
1. Ριζική φορολογική μεταρρύθμιση υπέρ των οικογενειών
2. Στεγαστική πολιτική για νέους
3. Μόνιμη οικονομική ενίσχυση ανά παιδί
Όχι εφάπαξ επιδόματα, αλλά σταθερή κλιμακούμενη ενίσχυση έως την ενηλικίωση.
4. Προστασία μητρότητας
5. Επαναπατρισμός νέων επιστημόνων
6. Διασύνδεση δημογραφικού και ασφαλιστικού
Νέο μοντέλο που θα επιβραβεύει τις οικογένειες με περισσότερα παιδιά και θα αναγνωρίζει δημογραφική συμβολή στη βιωσιμότητα του συστήματος.
Υπάρχει όμως και μια σκληρή, γεωπολιτική διάσταση που κανείς δεν τολμά να διατυπώσει καθαρά.
Τα κενά δεν μένουν ποτέ κενά. Η Ιστορία απεχθάνεται το δημογραφικό κενό.
Αν μια κοινωνία δεν αυτοτροφοδοτείται με νεότητα, αν δεν γεννά τις επόμενες γενιές της, τότε — με σχεδόν φυσική νομοτέλεια — το πληθυσμιακό της έλλειμμα θα καλυφθεί από εξωτερικές ροές. Και ήδη ζούμε σε εποχή αδιάκοπων μεταναστευτικών πιέσεων, προερχόμενων από περιοχές με εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Το ζήτημα δεν είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια — αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Το ζήτημα είναι η κλίμακα, η ταχύτητα και η αναλογική μεταβολή του πληθυσμού.
Μια χώρα που συρρικνώνεται αριθμητικά, ενώ ταυτόχρονα δέχεται μαζικές και διαρκείς ροές πληθυσμών διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας, οδηγείται — αργά αλλά αναπόφευκτα — σε αλλοίωση της κοινωνικής της συνοχής και σε μεταβολή της ιστορικής της φυσιογνωμίας.
Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Είναι μαθηματική πραγματικότητα.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ο φόβος. Η απάντηση είναι η ζωή. Αν δεν γεννήσουμε εμείς τα παιδιά που θα συνεχίσουν τη γλώσσα, την ιστορία, την πίστη και τον πολιτισμό αυτού του τόπου, άλλοι πληθυσμοί θα καλύψουν το κενό. Όχι επειδή «συνωμοτούν», αλλά επειδή εμείς παραιτηθήκαμε.
Το δημογραφικό είναι, τελικά, πράξη αυτοσυντήρησης. Ή θα επιλέξουμε τη δημογραφική αναγέννηση, ή θα παρακολουθήσουμε παθητικά την αντικατάστασή μας.
Και τότε το Finis Graeciae δεν θα είναι ρητορική κραυγή — θα είναι περιγραφή μιας ιστορικής μετάβασης που εμείς επιτρέψαμε.

Με αφορμή την υπεξαίρεση στη ΓΣΕΕ από τον πρόεδρό της Γιάννη Παναγόπουλο.
Δεν πρόκειται πια για μεμονωμένα σκάνδαλα. Ούτε για «κακές εξαιρέσεις» σε έναν κατά τα άλλα υγιή θεσμικό κορμό. Όταν ειδήσεις όπως οι βαρύτατες κατηγορίες περί υπεξαίρεσης που βαραίνουν τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, προστίθενται καθημερινά σε μια αλυσίδα παρανομιών, αυθαιρεσιών και ηθικών εκπτώσεων από κρατικούς λειτουργούς, κομματικούς εκπροσώπους και θεσμικά πρόσωπα, τότε το πρόβλημα παύει να είναι ποινικό. Γίνεται πολιτικό και βαθύτατα κοινωνικό.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν αποδοθούν ευθύνες – αυτό είναι αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου. Το διακύβευμα είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Εκείνο το αόρατο νήμα που συνδέει τον πολίτη με τους θεσμούς, τα συλλογικά όργανα, ακόμη και με τις ίδιες τις μορφές εκπροσώπησης που υποτίθεται ότι μιλούν στο όνομά του.
Η κοινωνία δεν οργίζεται απλώς. Κουράζεται. Κουράζεται να βλέπει θεσμούς να επικαλούνται αξίες που οι ίδιοι παραβιάζουν. Κουράζεται να ακούει λόγια περί «δημοκρατικής νομιμοποίησης» από πρόσωπα που φέρονται να διαχειρίστηκαν δημόσιο ή συλλογικό χρήμα σαν ιδιωτικό λάφυρο. Και κυρίως, κουράζεται να μην βλέπει καμία εσωτερική κάθαρση, καμία αυτοκριτική, καμία ανάληψη ευθύνης πριν την επέμβαση της Δικαιοσύνης.
Έτσι γεννιέται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο της εποχής μας: όχι η εξέγερση, αλλά η αποστασιοποίηση. Όχι η σύγκρουση, αλλά η σιωπηρή απόσυρση. Ο πολίτης δεν πιστεύει πια ούτε τους θεσμούς, ούτε τα κόμματα, ούτε – σε πολλές περιπτώσεις – τα ίδια τα κινήματα που κάποτε εξέφραζαν ελπίδα.
Κι όμως, εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο καμπής.
Η απάντηση σε αυτό το ρήγμα εμπιστοσύνης δεν μπορεί να είναι ούτε η κυνική παραίτηση ούτε η γενικευμένη απαξίωση των πάντων. Μπορεί – και οφείλει – να είναι η συνειδητοποίηση. Η κατανόηση ότι η ποιότητα των θεσμών δεν είναι ανεξάρτητη από την ποιότητα των πολιτών που τους ανέχονται, τους στηρίζουν ή τους ελέγχουν.
Η δημοκρατία δεν σώζεται με συνθήματα, αλλά με απαιτήσεις. Με πολίτες που δεν χαρίζουν λευκές επιταγές σε «εκπροσώπους». Με κοινωνία που δεν χειροκροτεί απλώς, αλλά ρωτά, ελέγχει, επιμένει. Με συλλογικότητες που χτίζονται από τα κάτω, με διαφάνεια, λογοδοσία και ήθος, όχι ως μηχανισμοί εξουσίας αλλά ως σχολεία ευθύνης.
Το ρήγμα εμπιστοσύνης είναι υπαρκτό. Δεν κρύβεται. Αλλά δεν είναι και τελεσίδικο. Μπορεί να γίνει το σημείο από όπου θα ξαναρχίσει κάτι ουσιαστικό: ένας αγώνας όχι μόνο εναντίον της διαφθοράς, αλλά υπέρ μιας ώριμης πολιτείας και μιας πιο απαιτητικής κοινωνίας.
Γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «θα σωθούν οι θεσμοί». Οι θεσμοί σώζονται μόνο όταν οι κοινωνίες παύουν να τους ανέχονται ως μηχανισμούς και αρχίζουν να τους απαιτούν ως αξίες. Όταν ο πολίτης σηκώνεται από τον καναπέ της απογοήτευσης και ξαναμπαίνει στο πεδίο, όχι ως οπαδός, αλλά ως φορέας ευθύνης. Όταν η συμμετοχή αντικαθιστά την ανάθεση και ο έλεγχος τη σιωπή. Αν κάτι μπορεί να κλείσει το ρήγμα εμπιστοσύνης, δεν είναι μια ακόμη «αλλαγή προσώπων», αλλά η συλλογική απόφαση να μην αποδεχθούμε άλλο μια πολιτεία χαμηλών προσδοκιών. Αυτός ο αγώνας δεν είναι εύκολος, ούτε σύντομος. Είναι όμως ο μόνος που αξίζει να δοθεί – γιατί χωρίς ενεργούς, συνειδητούς και απαιτητικούς πολίτες, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.

1.- Όταν ο νόμος παύει να υπηρετεί την κοινωνία και επιστρατεύεται για να «καθαρίσει λογαριασμούς»
Η πρόσφατη φωτογραφική διάταξη[1] που προκάλεσε σφοδρές νομικές αντιδράσεις δεν αποτελεί εξαίρεση. Αποτελεί σύμπτωμα.
Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, η νομοθέτηση δεν λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο χάραξης γενικής πολιτικής, αλλά όλο και συχνότερα ως μηχανισμός τακτοποίησης υποθέσεων, εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων ή εκ των υστέρων «διόρθωσης» πολιτικών επιλογών που δεν αντέχουν στον δικαστικό έλεγχο.
Ο νόμος δεν προηγείται της εξουσίας. Ακολουθεί.
2.- Από τον γενικό κανόνα στη ρύθμιση «για λίγους»
Οι φωτογραφικές και κατά παραγγελία διατάξεις έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Εισάγονται αιφνιδιαστικά, συχνά ως τροπολογίες της τελευταίας στιγμής. Διαθέτουν στενό χρονικό ή πραγματικό πεδίο εφαρμογής. Επηρεάζουν εκκρεμείς υποθέσεις ή συγκεκριμένους κύκλους προσώπων. Συνοδεύονται από αόριστες ή προσχηματικές αιτιολογικές εκθέσεις.
Η τεχνική είναι γνωστή. Ο νομοθέτης προσποιείται τον γενικό κανόνα, ενώ στην πραγματικότητα γράφει για μία περίπτωση.
3.- Πρόσφατες ελληνικές υποθέσεις: το μοτίβο επαναλαμβάνεται
Χωρίς να απαιτείται εξαντλητική απαρίθμηση, το φαινόμενο έχει εμφανιστεί: α) Σε διατάξεις που αλλάζουν τους όρους άσκησης ή κρίσης δικαιωμάτων με τρόπο που ευνοεί ή αποδυναμώνει συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, χωρίς τεκμηριωμένο λόγο γενικού συμφέροντος. β) Σε ρυθμίσεις που μεταβάλλουν εκ των υστέρων το θεσμικό πλαίσιο ενώ υπάρχουν ήδη κοινωνικές, διοικητικές ή δικαστικές εκκρεμότητες. γ) Σε παρεμβάσεις που θολώνουν τα όρια μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας, επιχειρώντας να «καθοδηγήσουν» την εφαρμογή του δικαίου σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο νόμος δεν λειτουργεί ως ουδέτερος κανόνας· λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο επιρροής της πραγματικότητας.
4.- Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό – είναι θεσμικό
Συχνά οι υπερασπιστές τέτοιων διατάξεων μιλούν για «νομοτεχνικές αστοχίες», για «κακές διατυπώσεις» και για «ανάγκη άμεσης ρύθμισης». Αυτή η αφήγηση είναι παραπλανητική. Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνική. Είναι η πρόθεση.
Όταν ο νομοθέτης γνωρίζει ότι ρυθμίζει ελάχιστες περιπτώσεις και αποφεύγει τη γενική ρύθμιση ή επιλέγει χρονικά κομμένες και ραμμένες λύσεις, τότε δεν έχουμε απλή κακή νομοθέτηση. Έχουμε θεσμική εκτροπή.
5.- Η Δικαιοσύνη ως «εμπόδιο» που πρέπει να παρακαμφθεί
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι πολλές φωτογραφικές διατάξεις προλαβαίνουν δικαστικές κρίσεις, ακυρώνουν στην πράξη δυσμενείς αποφάσεις ή επιχειρούν να διαμορφώσουν το πλαίσιο ώστε η κρίση να είναι προδιαγεγραμμένη. Έτσι, η Δικαιοσύνη παύει να είναι ισότιμη εξουσία και αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικός παράγοντας που πρέπει να «ρυθμιστεί».
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει — άμεσα ή έμμεσα — ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο του δικαστή. Ωστόσο, το μήνυμα συχνά αγνοείται.
6.- Πολιτικές συνέπειες: η απαξίωση του νόμου
Η συστηματική χρήση φωτογραφικών ρυθμίσεων παράγει σωρευτικά αποτελέσματα. Κατ’ αρχάς διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου. Ύστερα, ενισχύει την πεποίθηση ότι «όλα κανονίζονται». Καθιστά τον νόμο αντικείμενο κυνισμού και όχι σεβασμού.
Όταν ο πολίτης βλέπει ότι οι κανόνες αλλάζουν ανάλογα με τον αποδέκτη, η ισότητα είναι ρητορική και η Βουλή λειτουργεί ως μηχανισμός εξυπηρετήσεων, τότε η έννοια της νομιμότητας αποσυντίθεται.
7. Το όριο έχει ξεπεραστεί
Οι φωτογραφικές νομοθετήσεις δεν είναι «γκρίζα ζώνη». Είναι κόκκινη γραμμή.
Κάθε τέτοια διάταξη αποδυναμώνει το Σύνταγμα χωρίς να το αναθεωρεί, παρακάμπτει τη Δικαιοσύνη χωρίς να την καταργεί. Και το πονηρότερο, ακυρώνει την ισότητα χωρίς να το ομολογεί. Αν αυτό το μοντέλο παγιωθεί, τότε δεν θα μιλάμε για κράτος δικαίου με προβλήματα, αλλά για διακυβέρνηση μέσω εξαίρεσης.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποια διάταξη είναι φωτογραφική, αλλά ποια δεν είναι.
[1] https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/politiki/fotia-sto-politiko-skiniko-anapse-i-diataksi-gia-ti-synepimeleia-pou-xrisimopoiise-i-olga-kefalogianni/

Από τα μπλόκα των τρακτέρ στους επαρχιακούς δρόμους μέχρι τις πλατείες και τα διοικητικά κέντρα της Ευρώπης, η γη μιλά ξανά μέσα από αυτούς που τη δουλεύουν. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν είναι μια παροδική έκρηξη αγανάκτησης, ούτε μια στενή επαγγελματική διεκδίκηση. Είναι η έκφραση μιας βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης για το ποιος θα ελέγχει την παραγωγή της τροφής, το κόστος ζωής και τελικά την ίδια την επιβίωση των κοινωνιών. Οι αγρότες σηκώνουν το βάρος μιας πολιτικής που τους εξοντώνει, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να πληρώσουν το τίμημα επιλογών που λαμβάνονται μακριά από τα χωράφια, στα κυβερνητικά γραφεία και στα κέντρα αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην Ελλάδα, η κυβερνητική ευθύνη είναι προφανής. Χρόνια τώρα, οι μικροί και μεσαίοι αγρότες σπρώχνονται στο περιθώριο μέσω της ακρίβειας στο ρεύμα, στα καύσιμα και στις ζωοτροφές, της διάλυσης των δημόσιων μηχανισμών στήριξης και της διαρκούς καθυστέρησης ή περικοπής των ενισχύσεων. Το κράτος λειτουργεί ως διαχειριστής εντολών και όχι ως προστάτης της αγροτικής παραγωγής, επιλέγοντας να «τα βάζει» με τους αγρότες αντί να συγκρουστεί με τα καρτέλ και τις μεγάλες εισαγωγικές αλυσίδες.
Όμως το πρόβλημα δεν σταματά στα εθνικά σύνορα. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τεράστια ευθύνη για τη σημερινή ασφυξία. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική ευνόησε συστηματικά τους μεγάλους παραγωγούς και τις πολυεθνικές, μετατρέποντας τη γη σε πεδίο κερδοσκοπίας και όχι κοινωνικής ανάγκης. Οι περιβαλλοντικοί κανόνες, επιλεκτικά αυστηροί για τους μικρούς και επιδεικτικά ελαστικοί για τις μεγάλες επιχειρήσεις, χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για νέες περικοπές και ελέγχους. Την ίδια στιγμή, εμπορικές συμφωνίες ανοίγουν τις αγορές σε φθηνά, χαμηλής ποιότητας εισαγόμενα προϊόντα, διαλύοντας κάθε έννοια διατροφικής αυτάρκειας.
Ο αγώνας των αγροτών δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Αφορά το δικαίωμα της κοινωνίας να έχει πρόσβαση σε ποιοτική, προσιτή τροφή και να μην εξαρτάται από τις διαθέσεις των αγορών. Αφορά το ποιος αποφασίζει για τη γη, το νερό και την παραγωγή: οι άνθρωποι που τα δουλεύουν ή τα γραφεία των Βρυξελλών και τα υπουργικά γραφεία;
Απέναντι στην κυβερνητική αδιαφορία και την ευρωπαϊκή υποκρισία, οι αγροτικές κινητοποιήσεις θυμίζουν κάτι απλό αλλά επικίνδυνο για την εξουσία: χωρίς αυτούς που παράγουν, καμία κοινωνία δεν στέκεται όρθια. Και αυτός ο αγώνας είναι κοινός.
Η κοινωνία καλείται να σταθεί δίπλα σε αυτούς που εγγυώνται την τροφή μας, γιατί όταν η γη υποβαθμίζεται και οι παραγωγοί αποδυναμώνονται, τελικά υποβαθμίζεται ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr