



ΕΛΛΑΣ ΠΩΛΕΙΤΑΙ
Όταν ένα Έθνος χάνει τη γη του, χάνει και το μέλλον του
Υπάρχουν εποχές όπου τα έθνη δεν κατακτώνται με στρατούς. Δεν ακούγονται σειρήνες. Δεν πέφτουν βόμβες.Δεν σηκώνονται σημαίες εισβολής.
Η κατάκτηση γίνεται αθόρυβα. Με συμβόλαια. Με funds. Με “επενδυτικά σχέδια”. Με Golden Visa. Με αγορές γης. Με δημογραφική φθορά. Με οικονομική εξάντληση των ντόπιων πληθυσμών. Και τότε, χωρίς να το καταλάβει κανείς, η πατρίδα παύει να ανήκει στον λαό της.
Σήμερα, αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα δεν απειλείται πλέον μόνο ως κράτος ή ως έθνος. Απειλείται να πάψει να υπάρχει ακόμη και ως χώρος ελληνικός.
Η Θράκη και το Αιγαίο αλλάζουν χέρια
Οι αποκαλύψεις για τη ραγδαία αύξηση των αγορών ακινήτων από Τούρκους επενδυτές σε Θράκη και Ανατολικό Αιγαίο δεν είναι ένα απλό οικονομικό γεγονός. Είναι γεωπολιτικό γεγονός.
Όταν σε ακριτικές περιοχές —που ήδη μαστίζονται από υπογεννητικότητα, εγκατάλειψη και φυγή νέων— εισέρχεται οργανωμένα ξένο κεφάλαιο με δυνατότητα μαζικής αγοράς γης και ακινήτων, τότε δεν μιλάμε απλώς για “επένδυση”. Μιλάμε για μεταβολή συσχετισμών.
Η Golden Visa λειτουργεί ως μηχανισμός εισόδου και εγκατάστασης. Με 250.000 ευρώ, ποσό μικρό για οργανωμένα ξένα κεφάλαια, μπορεί κάποιος να αποκτήσει ακίνητο, άδεια παραμονής, πρόσβαση στη Σένγκεν και εν δυνάμει, σε βάθος χρόνου, ακόμη και ελληνική ιθαγένεια. Και όλα αυτά σε περιοχές όπου η Τουρκία εδώ και δεκαετίες προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις.
Η ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες αλλαγές συνόρων δεν ξεκινούν πάντα με στρατιωτική βία. Συχνά ξεκινούν με οικονομική εξάρτηση, πληθυσμιακή μεταβολή και σταδιακή απώλεια ελέγχου της γης.
Η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα προς εκποίηση
Το τραγικότερο όμως είναι άλλο. Το ελληνικό κράτος δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τη γη ως εθνικό κεφάλαιο και ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Τη βλέπει ως “asset”. Ως εμπόρευμα. Ως real estate προς αξιοποίηση.
Έτσι, την ώρα που οι νέοι Έλληνες αδυνατούν να αγοράσουν σπίτι, ξένα funds, εταιρείες και επενδυτικά σχήματα αποκτούν ολόκληρες περιοχές, βιομηχανικά συγκροτήματα, παραθαλάσσιες εκτάσεις, χωριά και τουριστικές ζώνες.
Οι Έλληνες γίνονται ενοικιαστές στην ίδια τους τη χώρα. Και αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι αφελληνισμός της γης.
Το ισραηλινό αποτύπωμα και η “νέα Θεσσαλονίκη”
Ακόμη πιο σύνθετο είναι το φαινόμενο της μαζικής ισραηλινής παρουσίας σε Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική και άλλες περιοχές.
Οι Ισραηλινοί επενδυτές δεν αγοράζουν απλώς μεμονωμένα διαμερίσματα. Αναπτύσσουν ολόκληρα μοντέλα κοινοτήτων.
Αγοράζουν εκτάσεις. Δημιουργούν κλειστού τύπου οικισμούς. Οργανώνουν “ασφαλείς ζώνες” κατοικίας. Χτίζουν αυτόνομες κοινότητες με δικές τους λειτουργίες.
Το project της Επανομής, που παρουσιάστηκε ως “σύγχρονο κιβούτς”, είναι ενδεικτικό μιας νέας λογικής: όχι απλής επένδυσης, αλλά εγκατάστασης με γεωγραφική και κοινωνική συνοχή.
Η Θεσσαλονίκη αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος σε αυτή τη διαδικασία. Μια πόλη με ιστορικό εβραϊκό παρελθόν, με κομβική γεωπολιτική θέση στα Βαλκάνια και με πρόσβαση σε λιμάνια, ενεργειακούς διαδρόμους και logistics.
Και εδώ εύλογα ερωτήματα: Πού τελειώνει η επένδυση και πού αρχίζει η γεωπολιτική αναδιάταξη; Πόσο ασφαλές είναι μια χώρα σε δημογραφική κατάρρευση να εκχωρεί στρατηγικά σημεία της σε ξένα οργανωμένα κεφάλαια; Μπορεί μια κοινωνία να διατηρήσει την πολιτισμική και εθνική της φυσιογνωμία όταν η γη της περνά σταδιακά σε ξένα συμφέροντα;
Η Κύπρος είναι προειδοποίηση
Όσα συμβαίνουν στην Κύπρο δείχνουν πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η πορεία.
Ολόκληρα χωριά περνούν σε εταιρείες ισραηλινών συμφερόντων. Δημιουργούνται κλειστές κοινότητες. Αγοράζονται τεράστιες εκτάσεις γης. Αναπτύσσονται “ιδιωτικοί κόσμοι” μέσα στο εθνικό σώμα.
Και όλα αυτά σε έναν ελληνισμό που ήδη κουβαλά το τραύμα της κατοχής και της απώλειας εδάφους. Η ιστορία μάς φωνάζει, αλλά εμείς κάνουμε ότι δεν ακούμε.
Ένα έθνος χωρίς γη γίνεται πληθυσμός χωρίς πατρίδα
Το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Είναι υπαρξιακό.
Η γη δεν είναι απλό εμπόρευμα. Είναι μνήμη. Είναι ταυτότητα. Είναι πολιτισμός.
Είναι τάφοι προγόνων και μέλλον παιδιών.
Αν ο ελληνικός λαός χάσει τον έλεγχο της γης του, δεν θα χάσει μόνο περιουσία. Θα χάσει ιστορική συνέχεια. Κανένα έθνος δεν επιβιώνει όταν μετατρέπεται σε μειοψηφία μέσα στον ίδιο του τον χώρο.
Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική επιβίωσης
Χρειάζεται άμεσα:
Διότι χωρίς ελληνικό πληθυσμό και χωρίς ελληνική γη, δεν υπάρχει Ελλάδα. Υπάρχει μόνο ένας γεωγραφικός χώρος προς εκμετάλλευση.
Και τότε θα είναι αργά
Οι προηγούμενες γενιές πολέμησαν για να μείνει αυτή η γη ελληνική. Η σημερινή κινδυνεύει να τη χάσει χωρίς πόλεμο. Όχι επειδή ηττήθηκε στρατιωτικά. Αλλά επειδή συνήθισε να βλέπει την πατρίδα σαν οικόπεδο.
Και τα έθνη που πουλούν τη γη τους, στο τέλος πουλούν και την ψυχή τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια
«Δικαιοσύνη αλά Μητσοτάκη;»
Από το πρωτοσέλιδο στη διεθνή επιβεβαίωση μιας εσωτερικής κρίσης
Το πρωτοσέλιδο που θέτει ευθέως ζήτημα «χειραγώγησης της Θέμιδος» θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να θεωρηθεί μια αιχμηρή δημοσιογραφική υπερβολή. Σήμερα όμως, σε συνδυασμό με τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων[1] και κυρίως με τα ευρήματα ευρωπαϊκών θεσμών, αποκτά διαφορετικό βάρος: λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας πραγματικότητας που επιβεβαιώνεται πλέον και εκτός Ελλάδας.
Η διεθνής διάσταση: όταν οι ίδιοι οι δικαστές μιλούν
Η πιο καταλυτική εξέλιξη δεν είναι εσωτερική. Είναι ευρωπαϊκή.
Η έρευνα του European Network of Councils for the Judiciary (2025)[2], βασισμένη σε 19.136 δικαστές από όλη την Ευρώπη, καταγράφει για την Ελλάδα βαθμολογία 5,6/10 ως προς την αντίληψη δικαστικής ανεξαρτησίας.
Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο για τρεις λόγους: 1.- Δεν πρόκειται για γνώμη πολιτών, αλλά για αξιολόγηση των ίδιων των δικαστών. 2.- Η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά, ακόμη και κάτω από χώρες που αντιμετωπίζουν διαχρονικά ζητήματα κράτους δικαίου. 3.- Επιβεβαιώνει ότι η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι θεσμικά βιωμένη από το εσωτερικό του συστήματος.
Με απλά λόγια: Η δυσπιστία δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι και ενδοδικαστική.
Η σύμπτωση των δεδομένων: κοινωνία – θεσμοί – Ευρώπη
Όταν συνδυάσει κανείς:
τότε προκύπτει ένα ενιαίο συμπέρασμα: Δεν υπάρχει απλώς κρίση εικόνας. Υπάρχει κρίση ουσίας.
Τα ανώτατα δικαστήρια στο επίκεντρο της κρίσης
Η κρίση δεν αφορά τα κατώτερα επίπεδα της Δικαιοσύνης. Εστιάζει στον πυρήνα της: στα ανώτατα δικαστήρια και στη λειτουργία τους. Ο Άρειος Πάγος, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα Εφετεία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας κρίσης.
Δεν πρόκειται για αφηρημένη κριτική. Πρόκειται για κρίση που έχει διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις και χειρισμούς. Μιλάμε για εμπεδωμένη συλλογική εμπειρία.
Υποθέσεις-σταθμοί που διαμόρφωσαν τη συλλογική πεποίθηση
Η μη εξιχνίαση της δολοφονίας ενός δημοσιογράφου που ερευνούσε το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί μόνιμη πληγή. Το γεγονός ότι η υπόθεση επανέρχεται στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο εσωτερικό — είναι ευρωπαϊκό. Για την «αδυναμία» εξιχνίασης της δολοφονίας αυτής η ευθύνη δεν βαρύνει μόνο τα αστυνομικά όργανα που ανέλαβαν την έρευνα αλλά και οι εισαγγελικοί λειτουργοί που επόπτευαν. Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση ανεξιχνίαστης δολοφονίας.
Η νομολογία για τη νομιμοποίηση των funds δεν κρίθηκε μόνο νομικά. Κρίθηκε κοινωνικά.
Η αίσθηση που διαμορφώθηκε ήταν σαφής: η Δικαιοσύνη ευθυγραμμίζεται με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και μάλιστα με τέτοια ταχύτητα που αποτελεί δικαστικό ρεκόρ.
Η Τραγωδία των Τεμπών δεν είναι μόνο εθνική τραγωδία. Είναι και δοκιμασία της Δικαιοσύνης. Καθυστερήσεις, καταγγελίες για ελλιπή ανάκριση και αίσθηση μη πλήρους διερεύνησης ενίσχυσαν το πιο επικίνδυνο συναίσθημα: ότι η αλήθεια δεν αναζητείται με την απαιτούμενη ένταση.
Η αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών αποτέλεσε τομή. Η δημόσια απαίτηση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος για παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν είναι απλή θεσμική διαφωνία. Συνιστά ιστορικό προηγούμενο θεσμικής αμφισβήτησης.
Η θεσμική διάσταση: όταν οι ίδιοι οι θεσμοί αμφισβητούν
Το πιο βαρύ στοιχείο δεν είναι η κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι ότι η αμφισβήτηση προέρχεται από θεσμικούς παράγοντες (Δικηγορικοί Σύλλογοι, Νομική επιστήμη, Δημόσιος λόγος υψηλής ευθύνης).
Όταν αυτοί οι φορείς μιλούν για προβληματικές αποφάσεις, για ελλείψεις ή για ανάγκη λογοδοσίας, η κρίση παύει να είναι «πολιτική». Γίνεται θεσμική.
Ο παράγοντας «καθυστέρηση» ως μορφή αδικίας
Η καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης δεν είναι τεχνική δυσλειτουργία. Είναι μορφή αδικίας. Ιδίως όταν αφορά υποθέσεις με πολιτικό βάρος, υποθέσεις με κοινωνική τραγωδία ή ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η Δικαιοσύνη που αργεί, στην πράξη αποδυναμώνει την ευθύνη, ενισχύει την ατιμωρησία, και τελικά ακυρώνει τη λογοδοσία.
Το βαθύτερο όμως είναι άλλο: η αντίληψη επιλεκτικής λειτουργίας.
Η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι ορισμένες υποθέσεις προχωρούν αργά ή δεν φτάνουν ποτέ σε βάθος, ενώ άλλες κινούνται ταχύτερα ή με διαφορετική ένταση. Αυτή η αίσθηση, ανεξαρτήτως της πλήρους ακρίβειάς της, είναι αρκετή για να διαβρώσει την εμπιστοσύνη.
Η αντίληψη πολιτικής εγγύτητας
Η περίοδος διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη συμπίπτει με την κορύφωση αυτής της κρίσης.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει παρέμβαση. Το ζήτημα είναι ότι έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι πλήρως ανεξάρτητη. Ότι οι κρίσιμες αποφάσεις δεν είναι θεσμικά «ουδέτερες» και η λογοδοσία των κυβερνώντων είναι περιορισμένη.
Η αντίληψη αυτή, ιδίως όταν επιβεβαιώνεται και από διεθνείς αξιολογήσεις, γίνεται πολιτικά καθοριστική.
Η επιλογή της ηγεσίας της από την εκτελεστική εξουσία, οι διορισμοί μετά την αφυπηρέτηση σε παχυλά αμειβόμενες θέσεις Ανεξάρτητων Αρχών κ.λπ., σε συνδυασμό με κρίσιμες αποφάσεις σε υποθέσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος, αλλά και την έλλειψη ουσιαστικής λογοδοσίας, δημιουργούν μια εικόνα που η κοινωνία ερμηνεύει ως εγγύτητα προς την κυβερνητική εξουσία.
Και αυτή η εικόνα είναι, πολιτικά και θεσμικά, καταστροφική.
Το πρωτοσέλιδο ως αντανάκλαση μιας εδραιωμένης πεποίθησης
Το πρωτοσέλιδο που μιλά για «Δικαιοσύνη αλά Μητσοτάκη» δεν δημιουργεί την κρίση. Την αποτυπώνει.
Και η βαρύτητά του ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν στηρίζεται μόνο σε δημοσιογραφική κρίση, αλλά βρίσκει αντιστοιχία σε κοινωνικά δεδομένα. Και πλέον επιβεβαιώνεται από ευρωπαϊκή θεσμική έρευνα.
Η ουσία: Δικαιοσύνη και λογοδοσία
Η Δικαιοσύνη είναι ο βασικός μηχανισμός λογοδοσίας της εξουσίας.
Όταν οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται, οι δικαστές την αξιολογούν μέτρια, και οι θεσμικοί φορείς την αμφισβητούν, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι δημοκρατικό.
Λυπάμαι πολύ που το λέω, αλλά η σημερινή εικόνα της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα κομματικής υποβολής ή συγκυριακής δυσαρέσκειας. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων δικαστικών επιλογών, θεσμικών ελλειμμάτων και μιας γενικευμένης αίσθησης ατιμωρησίας.
Και πλέον, με την έρευνα του ENCJ, αποκτά και διεθνή επιβεβαίωση.
Η κοινωνία δεν ζητά «καλύτερη εικόνα» της Δικαιοσύνης. Ζητά πραγματική Δικαιοσύνη.
Γιατί χωρίς αυτήν, η λογοδοσία καταρρέει. Και χωρίς λογοδοσία, η δημοκρατία παύει να είναι ουσία, γίνεται τύπος.
[1] Υπάρχουν πρόσφατες και έγκυρες έρευνες από μεγάλες εταιρείες δημοσκοπήσεων που αποτυπώνουν μια σημαντική κρίση εμπιστοσύνης των Ελλήνων πολιτών προς τη Δικαιοσύνη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη στον θεσμό βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη διαχείριση υποθέσεων με υψηλό κοινωνικό αντίκτυπο (όπως η τραγωδία των Τεμπών) και την καθυστέρηση στην απονομή της. Ακολουθούν τα βασικά ευρήματα από τις πιο πρόσφατες σοβαρές μετρήσεις (2025-2026): Κυριότερα Ευρήματα Πρόσφατων Δημοσκοπήσεων. Metron Analysis (Απρίλιος 2026 & Φεβρουάριος 2025): Σε πρόσφατη μέτρηση (Απρίλιος 2026), καταγράφεται έντονη δυσπιστία, ενώ το 80% των πολιτών εμφανίζεται να στηρίζει τις ενέργειες ευρωπαϊκών θεσμών (όπως της Ευρωπαίας Εισαγγελέως) έναντι των εγχώριων. Σε ειδική έρευνα για το Κράτος Δικαίου (Φεβρουάριος 2025), το 79% των πολιτών θεωρεί ότι η Δικαιοσύνη είναι «Αργή», ενώ η πλειονότητα εκφράζει δυσπιστία για την αποτελεσματικότητά της.Public Issue (Μάρτιος 2025): Σύμφωνα με τον «Δείκτη Εμπιστοσύνης στους Θεσμούς», μόλις το 24% των πολιτών (1 στους 4) δηλώνει ότι εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη. Η έρευνα επισημαίνει ότι η ραγδαία μείωση της εμπιστοσύνης που ξεκίνησε το 2023 συνεχίζεται σταθερά και τη διετία 2024-2025. Alco (Φεβρουάριος 2025): Περίπου 7 στους 10 Έλληνες (70%) δηλώνουν ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη Δικαιοσύνη και το κράτος Δικαίου. Το 71% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι δεν υπήρξε διευκόλυνση του έργου της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση στην υπόθεση των Τεμπών, γεγονός που επιτείνει το κλίμα δυσπιστίας. Kapa Research (Οκτώβριος 2025): Καταγράφει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς «στο ναδίρ», με το 97% των πολιτών να θεωρεί τη διαφθορά στη χώρα ως διαδεδομένη, επηρεάζοντας άμεσα την εικόνα της δικαστικής εξουσίας.
[2] Η έρευνα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ) του 2025 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα κατέγραψε χαμηλή βαθμολογία στην αντίληψη δικαστικής ανεξαρτησίας, με τους δικαστές να βαθμολογούν το σύστημα με 5,6 στα 10. Τα ευρήματα, που προκύπτουν από την ανάλυση 19.136 δικαστών, τοποθετούν τη χώρα χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη, κάτω από χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ουκρανία. Περισσότερες λεπτομέρειες για την έκθεση μπορείτε να βρείτε στην επίσημη αναφορά του ENCJ. https://research-portal.uu.nl/en/publications/encj-survey-among-judges-on-the-independence-of-the-judiciary-202/

Το “Όχι” που έγινε “Ναι”: ο πατριωτισμός που λύγισε μπροστά στην εξουσία
Υποσχέσεις, Πρέσπες και σιωπή – η διαδρομή μιας μεγάλης αυταπάτης
Δεν γράφω ως πολιτικός αντίπαλος. Δεν γράφω ως ένας που τον ψήφισε· γράφω ως φωνή εκείνων που τον πίστεψαν, τον στήριξαν και στο τέλος ένιωσαν προδομένοι.
Το 2015 δεν ήταν μια εκλογή. Πολλοί πίστεψαν ότι ήταν μια εξέγερση αξιοπρέπειας.
Και βγήκε μπροστά ο Αλέξης Τσίπρας και είπε: «Θα σκίσω τα μνημόνια». «Θα συγκρουστώ». «Η δημοκρατία επιστρέφει».
Και μετά… ήρθε η αλήθεια. Ωμή.
Το δημοψήφισμα που ποδοπατήθηκε
Στις 5 Ιουλίου 2015, ο λαός δεν ψιθύρισε. Φώναξε: 61,3% «Όχι».
Όχι στους εκβιασμούς. Όχι στη λιτότητα. Όχι στην ταπείνωση.
Και τι έγινε; Μέσα σε λίγες ημέρες, το «Όχι» μεταφράστηκε σε «Ναι». Υπογράφηκε νέο μνημόνιο. Χωρίς νέα εντολή. Χωρίς ντροπή.
Αυτό δεν ήταν «διαπραγμάτευση». Ήταν ακύρωση της λαϊκής βούλησης.
Δεν υπάρχει πατριωτισμός όταν αγνοείς τον ίδιο τον λαό.
Τα μνημόνια που… «καταργήθηκαν»
Μας μίλησαν για τέλος λιτότητας. Και ζήσαμε φόρους πάνω στους φόρους, περικοπές, πνιγμένη αγορά.
Όχι απλώς συνέχιση. Αλλά εφαρμογή με άλλο όνομα και άλλη αφήγηση.
Η πιο επικίνδυνη πολιτική δεν είναι το ψέμα. Είναι το ψέμα που παρουσιάζεται ως νίκη.
Οι Πρέσπες: όταν η ιστορία γίνεται διαπραγματεύσιμη
Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, δεν έκλεισε απλώς μια διαφορά. Άνοιξε μια πληγή.
Γιατί για πρώτη φορά, ένα κομμάτι της ιστορικής ταυτότητας μπήκε στο τραπέζι ως «αντικείμενο συμφωνίας».
Μπορεί να το πουν «διπλωματικό ρεαλισμό». Για πολλούς από εμάς, ήταν κάτι άλλο: Παραίτηση από την ευθύνη της ιστορικής συνέχειας.
Ο πατριωτισμός δεν είναι να λύνεις προβλήματα με κάθε κόστος. Είναι να ξέρεις ποιο κόστος δεν πληρώνεται.
Το κράτος που γίνεται επιτηρητής
Την ίδια ώρα, μπήκαν οι βάσεις για μια νέα εποχή: Ταυτότητες νέου τύπου (ηλεκτρονικές κάρτες δικαιωμάτων), ψηφιακός έλεγχος, συγκέντρωση δεδομένων
Μας είπαν «εκσυγχρονισμός».
Αλλά ποιος έβαλε τα όρια; Ποιος εγγυήθηκε την ελευθερία;
Ένα κράτος που ξέρει τα πάντα για τον πολίτη δεν είναι ουδέτερο. Είναι επικίνδυνο.
Η αποδόμηση της ταυτότητας
Ακούσαμε για «ουδετερότητα». Για «εκσυγχρονισμό». Για αλλαγή της σχέσης κράτους – Εκκλησίας.
Αλλά πίσω από τις λέξεις υπήρχε μια σαφής κατεύθυνση: Να κοπεί ο δεσμός με την παράδοση. Να μετατραπεί η Εκκλησία σε ένα «θεσμικό υπόλοιπο»
Και εδώ το ερώτημα είναι απλό: Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον, αν πρώτα ξεριζώσεις το παρελθόν;
Και τώρα μιλάνε για «νέο πατριωτισμό»
Σήμερα ακούμε ξανά για «πατριωτισμό». Νέο. Σύγχρονο. Ευρωπαϊκό.
Αλλά εγώ θυμάμαι: Το «Όχι» που προδόθηκε. Την «ρήξη» που έγινε υπογραφή. Την «ελπίδα» που έγινε διαχείριση.
Και δεν μπορώ να μη ρωτήσω: Πατριωτισμός είναι να αλλάζεις λέξεις; Ή να κρατάς τον λόγο σου όταν όλα σε πιέζουν να τον προδώσεις;
Δεν υπάρχει «νέος» και «παλιός» πατριωτισμός.
Υπάρχει μόνο ένας: Αυτός που στέκεται δίπλα στον λαό, όχι απέναντί του.
Κι εκεί, το καλοκαίρι του 2015, δεν λύγισε η οικονομία. Λύγισε η αλήθεια.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
ΕΚΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Η μάχη για τη Δικαιοσύνη και το φως της παιδείας. Η λαϊκή εντολή για μια ελεύθερη Δικαιοσύνη.
Σπάζοντας τα δεσμά Δικαιοσύνης και κυβέρνησης.
Α.- Το σύστημα τρέμει την αλήθεια: Η μάχη για τη Δικαιοσύνη και το φως της παιδείας
Όταν ένα πολιτικό κίνημα θέτει ως προτεραιότητα τη Δικαιοσύνη, τη Λογοδοσία και την Κάθαρση, το υπάρχον κατεστημένο αντιδρά με ένστικτο επιβίωσης. Ξέρουν ότι αν η δικαιοσύνη λειτουργήσει πραγματικά, οι «καρέκλες» τους δεν θα είναι απλώς άδειες, αλλά θα μετατραπούν σε εδώλια. Αυτή είναι η πρώτη τους γραμμή άμυνας: η συγκάλυψη, η παραγραφή και η λάσπη προς όποιον τολμά να ζητήσει φως στα σκάνδαλα και τις τραγωδίες.
Το πρώτο κύμα: Η άμυνα των ένοχων
Η απαίτηση για κάθαρση είναι ο άμεσος κίνδυνος για τους διεφθαρμένους. Θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο (τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχουν, τη γραφειοκρατία, τις νομικές τρικλοποδιές) για να αποφύγουν την τιμωρία. Για αυτούς, η πολιτική είναι μια ασπίδα ακαταδίωκτου. Όταν αυτή η ασπίδα ραγίζει, το σύστημα παραλύει από φόβο.
Το δεύτερο κύμα: Ο πόλεμος κατά της ελληνοκεντρικής παιδείας
Όταν όμως το σύστημα αναδιπλωθεί, η πραγματική, η «υπόγεια» μάχη θα δοθεί στο πεδίο της παιδείας και του πολιτισμού. Και εκεί η αντίδραση θα είναι ακόμα πιο λυσσαλέα. Γιατί;
Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί τρέφονται από τον «πολίτη-καταναλωτή», τον πολίτη χωρίς μνήμη, τον πολίτη που δεν πιστεύει σε τίποτα ανώτερο από την ύλη. Μια παιδεία που επιστρέφει στο νόημα και τις αξίες, τους καθιστά περιττούς. Δεν θα μπορούν πια να μας εξαγοράζουν με «pass» και κενές υποσχέσεις, γιατί θα έχουμε ξυπνήσει μέσα μας το κριτήριο της Αλήθειας.
Η ριζική αλλαγή
Η ελληνοκεντρική παιδεία είναι το «πνευματικό εμβόλιο» κατά της διαφθοράς. Είναι αυτή που θα κάνει την παρουσία των σημερινών διαχειριστών της μιζέριας μη ανεκτή. Δεν θα τους διώξει μόνο η δικαιοσύνη· θα τους αποβάλει η ίδια η κοινωνία ως ξένο σώμα.
Αυτή είναι η «προφητική προοπτική» που φοβούνται. Η σύνδεση της τιμωρίας του σήμερα με την αναγέννηση του αύριο. Μόνο έτσι σπάει το ψέμα: με δικαιοσύνη που καθαρίζει το παρόν και παιδεία που φωτίζει το μέλλον.
Β.- Το ρήγμα στο οχυρό: Η λαϊκή εντολή για μια ελεύθερη Δικαιοσύνη
Δεν είναι οι δικαστικές διαδικασίες που θα φέρουν την κάθαρση.
Η κάθαρση δεν ξεκινά ποτέ από τις κορυφές των δικαστικών μεγάρων· ξεκινά από τους δρόμους και τις πλατείες. Η ιστορία διδάσκει ότι μόνο η μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση, η οργανωμένη και ανυποχώρητη πίεση των πολιτών, μπορεί να λειτουργήσει ως ο καταλύτης που θα σπάσει τη στεγανοποίηση της διαφθοράς. Όταν η κοινωνία απαιτεί «Φως», οι κλειστές πόρτες των εξουσιών αναγκάζονται να ανοίξουν.
Η Δικαιοσύνη ως πεδίο μάχης
Όμως, ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Ένα σύστημα που σαπίζει επί δεκαετίες δεν θα άφηνε τη Δικαιοσύνη ανέγγιχτη. Τα «πλοκάμια» της διαφθοράς έχουν απλωθεί και εκεί, με δικαστές-συνοδοιπόρους που λειτουργούν ως αναχώματα στην αλήθεια, αρχειοθετώντας σκάνδαλα και καθυστερώντας τη λογοδοσία μέχρι να έρθει η λήθη.
Το δικαστήριο δεν είναι πανάκεια αν ο δικαστής σκέφτεται την επόμενη προαγωγή του από την κυβέρνηση ή την ησυχία του.
Η συμμαχία των εντίμων
Η ελπίδα μας, ωστόσο, βρίσκεται στους άλλους: στους δικαστικούς λειτουργούς που τιμούν τον όρκο τους. Σε αυτούς τους έντιμους και ικανούς που, παρά τις πιέσεις και τις απειλές, παραμένουν όρθιοι.
Από το πεζοδρόμιο στο εδώλιο
Όταν η λαϊκή οργή γίνει συνειδητή πολιτική απαίτηση, τότε η «σπίθα» θα γίνει πυρκαγιά που θα καθαρίσει το τοπίο. Η κάθαρση στη Δικαιοσύνη είναι η προϋπόθεση για κάθε άλλη αλλαγή. Χωρίς ανεξάρτητους δικαστές, το μανιφέστο των αξιών μας θα μείνει ένα ωραίο κείμενο στα χαρτιά.
Χρειαζόμαστε μια Δικαιοσύνη που δεν θα φοβάται την αλήθεια, γιατί θα ξέρει ότι έχει από πίσω της έναν λαό που δεν κοιμάται πια. Μια Δικαιοσύνη που θα αντιμετωπίζει τον υπουργό και τον πολίτη ως ίσους, γιατί θα αναγνωρίζει σε όλους την ίδια ιερή ευθύνη.
Η μάχη είναι διπλή: στους δρόμους για τη λογοδοσία και στις δικαστικές αίθουσες για την αλήθεια. Και σε αυτή τη μάχη, οι έντιμοι δικαστές είναι οι πολύτιμοι σύμμαχοί μας.
Γ.- Το «αντίτιμο» της ανεξαρτησίας: Σπάζοντας τα δεσμά Δικαιοσύνης και κυβέρνησης
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη, όσο η ηγεσία της διορίζεται απευθείας από εκείνους που καλείται να ελέγξει. Στην Ελλάδα του σήμερα, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο, ουσιαστικά από τον πρωθυπουργό, αποτελεί την κερκόπορτα της διαφθοράς. Είναι η στιγμή που ο δικαστής παύει να κοιτάζει το Σύνταγμα και αρχίζει να κοιτάζει το Μαξίμου.
1. Ηγεσία από τη βάση, όχι από την εξουσία
Η πρώτη και θεμελιώδης αλλαγή που απαιτεί το μανιφέστο μας είναι η αποσύνδεση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβερνητική βούληση.
Η επιλογή πρέπει να γίνεται μέσα από το ίδιο το δικαστικό σώμα ή μέσω διευρυμένων θεσμικών οργάνων με αυξημένες πλειοψηφίες, ώστε κανένας πρωθυπουργός να μην μπορεί να «φυτεύει» τους αρεστούς του στις κορυφαίες θέσεις.
Μόνο έτσι ο έντιμος δικαστής θα νιώθει την ασφάλεια να συγκρουστεί με την εξουσία, γνωρίζοντας ότι η ανέλιξή του εξαρτάται από το ήθος και την ικανότητά του, και όχι από τις υπηρεσίες που προσφέρει στο σύστημα.
2. Τέλος στη «συναλλαγή» της αφυπηρέτησης
Η δεύτερη, εξίσου κρίσιμη τομή, αφορά το φαινόμενο των «βολικών» διορισμών μετά τη συνταξιοδότηση. Είναι κοινό μυστικό ότι οι θέσεις σε «Ανεξάρτητες Αρχές» ή δημόσιους οργανισμούς χρησιμοποιούνται συχνά ως αντίτιμο εξαγοράς για δικαστικές αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της θητείας.
Πρέπει να θεσμοθετηθεί η απαγόρευση διορισμού αφυπηρετούντων δικαστών σε κυβερνητικές ή διοικητικές θέσεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. 4-5 έτη). Ο δικαστής πρέπει να γνωρίζει ότι η καριέρα του τελειώνει στις δικαστικές αίθουσες και δεν συνεχίζεται στα σαλόνια της εξουσίας ως ανταμοιβή για τη «σιωπή» ή τη «βοήθειά» του.
Η κάθαρση ξεκινά από το ήθος
Αυτές οι προτάσεις δεν είναι απλώς τεχνικές αλλαγές· είναι ηθικές επιταγές. Όταν αφαιρέσεις από την κυβέρνηση το δικαίωμα να «διορίζει» και να «ανταμείβει», τότε αφήνεις τη Δικαιοσύνη ελεύθερη να αναπνεύσει.
Οι έντιμοι δικαστές, που σήμερα αποτελούν τη σιωπηλή πλειοψηφία, θα βρουν τη φωνή τους. Η «σπίθα» της λαϊκής κινητοποίησης θα βρει τότε έτοιμο το έδαφος: μια Δικαιοσύνη που δεν χρωστάει χάρες, δεν περιμένει διορισμούς και δεν φοβάται να στείλει τους ενόχους εκεί που τους αξίζει.
Αυτή είναι η βάση για να αποκτήσει ξανά η πολιτική νόημα βίου: όταν ο πολίτης δει ότι ο νόμος είναι πράγματι ίσος για όλους, επειδή εκείνοι που τον εφαρμόζουν είναι επιτέλους ελεύθεροι.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
ΠΕΜΠΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Από την τραγωδία στην αναγέννηση: Το Κίνημα που θα επιστρέψει την ψυχή στην πολιτική
Εύλογα θα με ρωτήσετε: Πιστεύεις ότι μια τέτοια νέα πολιτική κίνηση θα έπρεπε να ξεκινήσει από πρόσωπα που είναι ήδη αναγνωρισμένα για το ήθος τους ή από μια συλλογική βάση νέων ανθρώπων που θα βγουν μπροστά με ένα κοινό μανιφέστο;
Η πρότασή μου είναι η γέννηση ενός οργανικού κινήματος: η συνάντηση της εμπειρίας (της σοφίας) με την ορμή της ζωντανής ανάγκης. Το παράδειγμα των Τεμπών δεν είναι τυχαίο. Ήταν η στιγμή που η «αθάνατη ψυχή» συγκρούστηκε με την «πολιτική των αριθμών και της αμέλειας» και ο πόνος μετατράπηκε σε πολιτικό αίτημα για δικαιοσύνη και αλήθεια.
Η ιστορία δεν γράφεται σε κλειστά γραφεία από «ομάδες σοφών». Οι σοφοί και οι άνθρωποι του ήθους είναι οι φάροι, η πυξίδα που διασφαλίζει ότι το πλοίο δεν θα πέσει στα βράχια του λαϊκισμού. Όμως, η μηχανή του πλοίου είναι η βάση. Είναι οι άνθρωποι που πνίγονται από την ασφυξία της διαφθοράς, αυτοί που ένιωσαν στο πετσί τους τι σημαίνει ένα κράτος που σε αντιμετωπίζει ως αναλώσιμο «εισιτήριο».
Το μάθημα των Τεμπών
Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα· ήταν η στιγμή που το προσωπείο του συστήματος κατέρρευσε. Εκεί είδαμε τη γυμνή αλήθεια: όταν η πολιτική στερείται πνευματικού βάθους και σεβασμού στην ανθρώπινη οντότητα, γίνεται δολοφονική.
Η δυναμική που γεννήθηκε από αυτόν τον πόνο είναι η μόνη αυθεντική δεξαμενή ελπίδας. Δεν είναι μια δυναμική εκδίκησης, αλλά μια δυναμική υπέρβασης. Είναι η μαγιά για ένα κίνημα που δεν θα ζητά απλώς «καλύτερους διαχειριστές», αλλά μια ριζική αλλαγή παραδείγματος.
Η σύνθεση: σοφία και ορμή
Το νέο εγχείρημα που χρειάζεται η Ελλάδα πρέπει να πατάει σε δύο πυλώνες:
Από τη διαμαρτυρία στην πρόταση
Ευχής έργο είναι η θλίψη και η οργή των Τεμπών —και κάθε άλλης κοινωνικής πληγής— να μην εκτονωθεί σε μια στείρα καταγγελία, αλλά να μετεξελιχθεί σε πολιτική κίνηση. Μια κίνηση που θα σπάσει τον «ξύλινο λόγο» των κομμάτων και θα μιλήσει για το νόημα του βίου.
Όταν οι νέοι αποφασίσουν να μετατρέψουν την κραυγή τους σε πολιτικό λόγο, τότε το σύστημα θα τρέμει. Γιατί τότε η αποχή θα τελειώσει. Οι άνθρωποι θα σηκωθούν από τον καναπέ όχι για να ψηφίσουν το «λιγότερο κακό», αλλά για να στηρίξουν μια πρόταση που τους αναγνωρίζει ως αθάνατες ψυχές και όχι ως αναλώσιμα εξαρτήματα μιας μηχανής.
Η ώρα της «προφητικής προοπτικής» στην πολιτική είναι τώρα. Και θα ξεκινήσει από εκείνους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, παρά μόνο το σκοτάδι τους.
Μανιφέστο επιβίωσης: πέντε σημεία για να υπάρξουμε ξανά
Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές, δεξιά και αριστερά, πέθαναν κάτω από το βάρος της πραγματικότητας. Όταν το σπίτι φλέγεται, δεν έχει σημασία αν η φωτιά ξεκίνησε από τα δεξιά ή τα αριστερά παράθυρα· σημασία έχει αν οι ένοικοι μπορούν να συνεννοηθούν για να τη σβήσουν. Σήμερα, η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες ιδεολογικές ετικέτες που διχάζουν, αλλά μια συμφωνία αξιών που ενώνει τη μεγάλη πλειοψηφία γύρω από το αυτονόητο: το δικαίωμά μας να έχουμε μέλλον.
Ένα νέο κίνημα, γεννημένο από τη βάση, οφείλει να προτάξει πέντε αδιαπραγμάτευτους πυλώνες. Είναι οι υπαρξιακές προϋποθέσεις για να μη γίνει ο ελληνισμός μια απλή ανάμνηση στα βιβλία της ιστορίας.
1. Δημογραφικό: η μάχη για τη ζωή
Μια χώρα χωρίς παιδιά είναι μια χώρα χωρίς αύριο. Η στήριξη της οικογένειας δεν είναι «συντηρητισμός», είναι επιβίωση. Χρειαζόμαστε μια πολιτική που θα βλέπει τη γέννηση ενός παιδιού ως την ύψιστη εθνική επένδυση και θα δίνει στους νέους την ασφάλεια, υλική και πνευματική, να δημιουργήσουν ζωή.
2. Πρωτογενής τομέας: η αυτάρκεια ως ελευθερία
Ένας λαός που δεν μπορεί να τραφεί από τη γη του είναι αιχμάλωτος των διεθνών αγορών. Η επιστροφή στην παραγωγή, η στήριξη του αγρότη και του κτηνοτρόφου, δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος· είναι η ραχοκοκαλιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας.
3. Εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα
Χωρίς ασφαλή σύνορα και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, δεν υπάρχει κράτος. Η εθνική κυριαρχία είναι η στέγη κάτω από την οποία αναπτύσσεται η δημοκρατία. Είναι το χρέος μας απέναντι στις γενιές που πέρασαν και σε αυτές που έρχονται.
4. Δικαιοσύνη, λογοδοσία, κάθαρση
Από τα Τέμπη μέχρι το τελευταίο σκάνδαλο διαφθοράς, το αίτημα είναι ένα: Τέλος στην ατιμωρησία. Όσο δεν υπάρχει πραγματική δικαιοσύνη και παραδειγματική τιμωρία για όσους προδίδουν το δημόσιο συμφέρον, ο πολίτης θα νιώθει ξένος στην ίδια του τη χώρα. Η λογοδοσία είναι η μόνη θεραπεία για τον «ξύλινο» πολιτικό λόγο.
5. Ελληνοκεντρική παιδεία και πολιτισμός
Η παιδεία μας πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες της. Όχι ως στείρα αρχαιολατρία ή προγονολατρία, αλλά ως πηγή νοήματος. Μια παιδεία που αναδεικνύει τον άνθρωπο ως πνευματική οντότητα, που τιμά την παράδοση, τη γλώσσα και την πνευματικότητα αυτού του τόπου. Αν χάσουμε τη συνείδηση του ποιοι είμαστε, δεν έχει σημασία πόσους δρόμους θα φτιάξουμε.
Ποιος μπορεί να διαφωνήσει;
Αυτά τα πέντε σημεία δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Είναι οι όροι της ύπαρξής μας. Είναι το μανιφέστο που μπορεί να βγάλει τον Έλληνα από τον καναπέ, γιατί μιλάει για την ουσία: για την πατρίδα, την οικογένεια, το ψωμί και την ψυχή μας.
Αν μια νέα πολιτική κίνηση ξεκινήσει από εδώ, θα έχει ήδη κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Γιατί θα είναι η πρώτη φορά που κάποιος δεν θα ζητά την ψήφο μας για να διαχειριστεί το τέλμα, αλλά για να το γκρεμίσει.
Άκουσα σε εκπομπή του καλού δημοσιογράφου Γ. Σαχίνη γνωστό συντηρητικό πολιτικό, ο οποίος έφυγε αηδιασμένος από το «μαντρί» του κόμματός του, ότι το παιδί του του είπε, κάπως έτσι: πάψε πατέρα να κατηγορείς και να καταδικάζεις τους διεφθαρμένους. Βγες και πες μας το όραμά σου. Αυτή η υπόδειξη του παιδιού με εντυπωσίασε. Οι νέοι θέλουν πρόταση. Πρόταση ζωής. Νοηματοδότηση του βίου τους. Όραμα.
Πάνω σε αυτό το σκεπτικό, ξεκίνησα μια σειρά «πολιτικών σημειωμάτων» με προσωπικές απόψεις και «οράματα», σαν αφορμή πολιτικής σκέψης. Απευθύνομαι ιδίως στους νέους. Όσοι με διαβάζετε και συμπορεύεστε, διαβιβάστε τα στους νέους του περιβάλλοντός σας.
Πολιτικά σημειώματα
Τέταρτο σημείωμα
Με ρώτησε κάποιος: πιστεύεις ότι αυτή η πνευματική διάσταση της πολιτικής θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια νέα πολιτική κίνηση; ή θα πρέπει πρώτα να αλλάξει η παιδεία μας για να μπορέσουμε να την καταλάβουμε; Την απάντηση τη δίνω στο παρόν σημείωμα. Το σκεπτικό του αγγίζει την ουσία του προβλήματος. Αν περιμένουμε την παιδεία να αλλάξει από μόνη της μέσα σε ένα σάπιο σύστημα, δεν θα αλλάξει ποτέ, γιατί το σύστημα την θέλει «εργαλειοποιημένη». Η πολιτική πράξη είναι αυτή που πρέπει να σπάσει τον φαύλο κύκλο. Το συμπέρασμα αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για μια νέα πολιτική κίνηση που θα λειτουργήσει ως «επιταχυντής» της πνευματικής αφύπνισης.

Το πολιτικό ρήγμα: Η πνευματική επανάσταση που δεν μπορεί να περιμένει
Υπάρχει μια παγίδα στην οποία πέφτουμε συχνά. Πιστεύουμε ότι για να αλλάξει η χώρα, πρέπει πρώτα να αλλάξει η παιδεία μας. Όμως, ας είμαστε ειλικρινείς. Ποιο διεφθαρμένο σύστημα θα επέτρεπε ποτέ μια παιδεία που απελευθερώνει την ψυχή, που διδάσκει την κριτική σκέψη και τις αιώνιες αξίες; Κανένα. Οι διαχειριστές του τέλματος θέλουν «νοικοκυραίους» καταναλωτές και πειθαρχημένους ψηφοφόρους, όχι συνειδητοποιημένες πνευματικές οντότητες.
Η πολιτική ως «Δούρειος Ίππος»
Αν περιμένουμε την κοινωνική ωρίμανση για να δράσουμε, θα ηττηθούμε από τον χρόνο. Η λύση είναι μία: η δημιουργία μιας νέας πολιτικής κίνησης που θα θέσει την πνευματική διάσταση του ανθρώπου ως την απόλυτη προτεραιότητα. Δεν χρειαζόμαστε άλλη μια παράταξη διαχείρισης, αλλά μια κίνηση που θα συγκρουστεί με το «κατεστημένο της ύλης».
Αυτή η κίνηση δεν θα υπόσχεται μόνο δρόμους και επιδόματα. Θα υπόσχεται τη θωράκιση της αξιοπρέπειας της ψυχής.
Γιατί αυτό θα συνεγείρει τους νέους;
Οι νέοι σήμερα ασφυκτιούν γιατί νιώθουν ότι η πολιτική είναι ένας «στενός κορσές». Όταν όμως εμφανιστεί ένας λόγος που μιλάει για την ελευθερία πέρα από την κατανάλωση, για την ηθική πέρα από το συμφέρον, και για τον άνθρωπο ως «αθάνατη ύπαρξη», τότε γεννιέται η ελπίδα.
Μια τέτοια κίνηση θα λειτουργήσει ως επιταχυντής.
Θα σπάσει το μονοπώλιο του ξύλινου λόγου: Θα αναγκάσει το σύστημα να αναμετρηθεί με ιδέες και όχι με λάσπη.
Θα επιβάλει τη νέα παιδεία: Μόνο μέσα από την πολιτική εξουσία μπορείς να αλλάξεις τα αναλυτικά προγράμματα, να φέρεις την τέχνη, τη φιλοσοφία και την πνευματικότητα στα σχολεία, κόντρα στα συμφέροντα που θέλουν τους νέους ημιμαθείς.
Θα δώσει νόημα στην αντίσταση: Η σύγκρουση με τη διαφθορά δεν θα είναι πια μια μάχη για το ποιος θα πάρει το «ταμείο», αλλά μια μάχη για το ποιος θα προστατεύσει την ιερότητα της ζωής.
Η πολιτική είναι το κλειδί
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε δεκαετίες. Η πολιτική πρέπει να γίνει το όχημα που θα μεταφέρει τις αξίες από το περιθώριο στο κέντρο της ζωής μας. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που πολιτεύονται με «φόβο ψυχής» και όχι με φόβο για τις δημοσκοπήσεις. Όταν η πολιτική δει τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις —τις πνευματικές και αιώνιες— τότε και μόνο τότε η αποχή θα μετατραπεί σε συμμετοχή και η απελπισία σε δημιουργία. Η νέα γενιά δεν περιμένει διαχειριστές· περιμένει έναν λόγο που να της θυμίσει γιατί αξίζει να αγωνίζεται.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr