



Τα λουτρά που αφήσαμε να ρημάξουν και τα θαύματα που χρυσοπληρώνουμε
Μια προσωπική μαρτυρία από το Πλατύστομο για την εγκατάλειψη της λουτροθεραπείας και την εμπορία της ψευδαίσθησης της αθανασίας
Της Θώμης Πατρώνα, ε.τ. Προέδρου Εφετών
Ζούμε σε μια παράξενη εποχή. Όσο περισσότερο προοδεύει η ιατρική, τόσο ευκολότερα φαίνεται να ανθίζει γύρω της μια βιομηχανία θαυμάτων. Άνθρωποι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια (και συχνά με ακόμη μεγαλύτερη αγωνία απέναντι στον χρόνο) σπεύδουν να χρυσοπληρώσουν κάθε καινούργιο “πρωτόκολλο ευεξίας”, κάθε αμφίβολη θεραπεία αντιγήρανσης, κάθε πρόθυμο έμπορο ελπίδας που τους υπόσχεται νεότητα, μακροζωία και ένα καθρεφτάκι σχεδόν αθανασίας. Το πρόβλημα δεν είναι η φυσική επιθυμία να ζήσουμε καλύτερα και υγιέστερα. Είναι ότι, όταν η επιθυμία αυτή συναντά το χρήμα και τον φόβο, η κριτική σκέψη υποχωρεί και η υγεία μετατρέπεται σε πανάκριβο καταναλωτικό προϊόν.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα αφήνει να ρημάζει μπροστά στα μάτια της έναν πραγματικό, δοκιμασμένο και κοινωνικά προσιτό πλούτο. Μιλώ για τις ιαματικές πηγές και τις λουτροπόλεις της. Δεν πρόκειται για ελιξίρια αθανασίας, ούτε για υποκατάστατα της ιατρικής. Πρόκειται για φυσικούς πόρους που, όταν αξιοποιούνται με επιστημονικούς κανόνες, ιατρική επίβλεψη και σοβαρές υποδομές, μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, αποκατάσταση, ξεκούραση και καλύτερη ποιότητα ζωής. Και μπορούν να τα προσφέρουν όχι μόνο στους πλούσιους, αλλά και στον συνταξιούχο, στον εργαζόμενο, στον άνθρωπο της επαρχίας, σε εκείνον που έχει ανάγκη από μια προσιτή συμπληρωματική φροντίδα.
Το Πλατύστομο που θυμάμαι
Κατάγομαι από το Πλατύστομο της Φθιώτιδας. Γι’ αυτό, το ζήτημα δεν το βλέπω από απόσταση, ούτε σαν ένα ακόμη “τουριστικό ακίνητο”. Το βλέπω ως κομμάτι της ζωής του τόπου μου. Τα Λουτρά Πλατυστόμου υπήρξαν για δεκαετίες σημείο αναφοράς όχι μόνο για τη Φθιώτιδα και τη Θεσσαλία, αλλά και την Αθήνα. Η τοπική μνήμη συνδέει τη χρήση των νερών τους ακόμη και με τα ρωμαϊκά χρόνια. Η ίδια η επίσημη καταγραφή του Υπερταμείου, στο οποίο ανήκει, αναγνωρίζει πως η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα για το ιαματικό της δυναμικό.
Εκεί δεν έφταναν μόνο παραθεριστές. Έρχονταν άνθρωποι με πόνους και κινητικά προβλήματα, ηλικιωμένοι που αναζητούσαν λίγη ανακούφιση, οικογένειες που συνδύαζαν τη θεραπεία με λίγες ημέρες ανάπαυσης. Γύρω από τα λουτρά κινείτο μια ολόκληρη μικρή οικονομία. Ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, καφενεία και ταβέρνες, καταστήματα, μεταφορές, τοπικά προϊόντα, θέσεις εργασίας. Η λουτρόπολη δεν ήταν μια περίκλειστη πολυτέλεια για λίγους. Ήταν ένας κοινός τόπος θεραπείας, αναψυχής, κοινωνικής συνάντησης και αξιοπρεπούς βιοπορισμού.
Σήμερα η εικόνα είναι οδυνηρή. Το επίσημο χαρτοφυλάκιο περιγράφει μια έκταση περίπου 785 στρεμμάτων, πέντε ιαματικές πηγές και δομημένη επιφάνεια σχεδόν 13.500 τετραγωνικών μέτρων. Καταγράφει το ξενοδοχείο Ασκληπιός με spa, υδροθεραπευτήριο και πισίνα, το Ξενία, το Ασκληπιός Palace και το εστιατόριο. Δίπλα σε όλες σχεδόν αυτές τις εγκαταστάσεις υπάρχει η ίδια ψυχρή φράση: “εκτός λειτουργίας”. Η δε αξιοποίηση εμφανίζεται ακόμη “σε ωρίμανση”, με επόμενα βήματα την ολοκλήρωση της ωρίμανσης, την έγκριση ειδικού χωρικού σχεδίου και, κάποτε, έναν διαγωνισμό.
Από την αποτυχημένη επένδυση στη μακρά αναμονή
Προηγήθηκε μια ιδιωτική επένδυση που παρουσιάστηκε στην τοπική κοινωνία με μεγάλες υποσχέσεις. Η κατάληξή της ήταν η ακριβώς αντίθετη. Δεν είναι στις προθέσεις του άρθρου να κρίνει τον επενδυτή. Το Νοέμβριο του 2017 ανακοινώθηκε αιφνιδίως το κλείσιμο της επιχείρησης Θέρμαι Πλατυστόμου. Είκοσι δύο εργαζόμενοι βρέθηκαν χωρίς δουλειά, με εκκρεμότητες ως προς δεδουλευμένα και αποζημιώσεις, ενώ είχαν ήδη δημιουργηθεί σημαντικές οφειλές προς εργαζομένους και Δημόσιο. Αυτά είναι τα τεκμηριωμένα γεγονότα. Και αρκούν για να δείξουν πόσο ακριβά πληρώνει ένας τόπος τις μεγάλες επενδυτικές εξαγγελίες όταν δεν συνοδεύονται από διαρκή έλεγχο, δεσμευτικές υποχρεώσεις και πραγματική λογοδοσία.
Ύστερα ήρθε η μακρά σιωπή της διαχείρισης. Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου, η ΕΤΑΔ, ανήκει κατά 100% στο Υπερταμείο και δηλώνει ως σκοπό της τη βέλτιστη αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, για την κοινωνία του Πλατυστόμου το αποτέλεσμα παραμένει ορατό και μετρήσιμο. Κλειστά κτίρια, εγκαταστάσεις που γερνούν, ιαματικό νερό που ρέει άσκοπα και δεν υπηρετεί τον ασθενή, χαμένες θέσεις εργασίας και ένας τόπος που περιμένει. Η γλώσσα της “ωρίμανσης” και της “αξιοποίησης” δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη απάντηση όταν περνούν τα χρόνια και η δημόσια περιουσία φθείρεται.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο Πλατύστομο. Σε πολλές ελληνικές λουτροπόλεις συναντούμε την ίδια αντίφαση. Φυσικός πλούτος, σπουδαία ιστορία και υπαρκτή ζήτηση από τη μία. Εγκατάλειψη, γραφειοκρατική αδράνεια ή σχέδια που αντιλαμβάνονται την λουτροθεραπεία αποκλειστικά ως πολυτελές τουριστικό προϊόν από την άλλη. Έτσι δημιουργείται ένα ψευδές δίλημμα. Ή τα λουτρά θα ρημάζουν ή θα παραδοθούν σε ένα μοντέλο ακριβής ευεξίας για λίγους. Υπάρχει όμως και τρίτος δρόμος. Και αυτός είναι ο δρόμος του δημόσιου συμφέροντος, της επιστημονικής αξιοπιστίας και της κοινωνικής πρόσβασης.
Λουτροθεραπεία χωρίς μύθους και χωρίς περιφρόνηση
Χρειάζεται, βέβαια, να μιλήσουμε τίμια. Η λουτροθεραπεία δεν θεραπεύει τα πάντα. Δεν ξανανιώνει τον άνθρωπο, δεν σταματά τον χρόνο και δεν αντικαθιστά τον γιατρό, τη φαρμακευτική αγωγή ή τη φυσικοθεραπεία. Η αξία της βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν έχει ανάγκη από ψεύτικες υποσχέσεις. Η επιστημονική έρευνα δεν επιβεβαιώνει θαύματα. Επιβεβαιώνει, όμως, ότι η λουτροθεραπεία μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση. Σύγχρονες ανασκοπήσεις μελετών καταγράφουν μείωση του πόνου, βελτίωση της κινητικότητας και θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής ανθρώπων που πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα, ιδίως του γόνατος. Τα ευρήματα χρειάζονται ασφαλώς περαιτέρω επιβεβαίωση, είναι όμως αρκετά ώστε η λουτροθεραπεία να μην αντιμετωπίζεται ούτε ως θαυματουργή πανάκεια ούτε ως ξεπερασμένη συνήθεια, αλλά ως μια χρήσιμη συμπληρωματική μορφή φροντίδας.
Αυτό είναι η σοβαρή στάση: ούτε κομπογιανιτισμός ούτε περιφρόνηση. Όχι “θαυματουργό νερό”, αλλά οργανωμένη συμπληρωματική φροντίδα, με σαφείς ενδείξεις και αντενδείξεις, ιατρικό προσωπικό, φυσικοθεραπευτές, ελεγχόμενες εγκαταστάσεις και πραγματική ενημέρωση του λουομένου. Οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν βαθιά ριζωμένη κουλτούρα λουτροθεραπείας και του θεσμού της Kur, δεν είναι αφελείς. Σε γερμανικές πόλεις όπως η Στουτγάρδη, η παράδοση των μεταλλικών λουτρών, που ανάγεται στους Ρωμαίους, δεν αντιμετωπίζεται ως γραφικό απομεινάρι αλλά ως ζωντανό στοιχείο υγείας, πολιτισμού και τοπικής ζωής.
Εμείς, αντίθετα, μοιάζουμε πρόθυμοι να πιστέψουμε κάθε ακριβοπληρωμένη μόδα που έρχεται με ξενόγλωσσο όνομα, πολυτελή αίθουσα αναμονής και φωτογραφίες διασήμων, ενώ θεωρούμε ξεπερασμένο το ιαματικό νερό που αναβλύζει στον ίδιο μας τον τόπο. Είναι σαν να ντρεπόμαστε για ό,τι είναι φυσικό, κοινόχρηστο και προσιτό, και να σεβόμαστε μόνο ό,τι είναι ακριβό, αδιαφανές και αποκλειστικό. Η νεοπλουτίστικη αυταπάτη δεν βρίσκεται μόνο στην επίδειξη του πλούτου. Βρίσκεται και στην πεποίθηση ότι όποιος πληρώνει πολύ αγοράζει αναγκαστικά και την αλήθεια.
Τι σημαίνει πραγματική αναγέννηση
Η αναγέννηση των Λουτρών Πλατυστόμου δεν πρέπει να εξαντληθεί στην αναζήτηση ενός ακόμη “επενδυτή” και σε μια νέα μακέτα. Χρειάζεται δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, διαφανής διαγωνιστική διαδικασία, αυστηρές ρήτρες λειτουργίας και συντήρησης, συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και ουσιαστικός κοινωνικός έλεγχος. Χρειάζεται, κυρίως, να κατοχυρωθεί ότι ένα μέρος των υπηρεσιών θα παραμένει οικονομικά προσιτό και θα συνδέεται με προγράμματα αποκατάστασης, ασφαλιστικής κάλυψης και κοινωνικού τουρισμού. Ο φυσικός πόρος ανήκει στον τόπο και οφείλει να υπηρετεί και τον άνθρωπο που δεν μπορεί να πληρώσει πακέτα πολυτελείας.
Ένα σύγχρονο Πλατύστομο θα μπορούσε να λειτουργεί όλο τον χρόνο ως κέντρο λουτροθεραπείας, αποκατάστασης και ήπιας ευεξίας, συνδεδεμένο με νοσοκομεία, πανεπιστημιακές σχολές και επιστημονικούς φορείς. Θα μπορούσε να στηρίζει τοπικούς παραγωγούς, μικρές επιχειρήσεις και ποιοτικά καταλύματα, να δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας και να δίνει στους νέους έναν λόγο να μείνουν ή να επιστρέψουν. Θα μπορούσε να προστατεύει το φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά κτίρια, αντί να τα αφήνει να γίνονται φωτογραφίες μιας χαμένης εποχής.
Γράφω αυτές τις γραμμές ως γυναίκα που κατάγεται από το Πλατύστομο και πονά να βλέπει έναν τόπο ευλογημένο από τη φύση να περιμένει επί χρόνια. Το παράπονό μου δεν είναι νοσταλγία για ένα παρελθόν που δεν επιστρέφει. Είναι απαίτηση για ένα μέλλον που μπορεί ακόμη να οικοδομηθεί.
Ας πάψουμε, λοιπόν, να κυνηγούμε τους πανάκριβους εμπόρους της αθανασίας και ας ξανασκύψουμε πάνω στις αληθινές πηγές ζωής που έχουμε εγκαταλείψει. Το νερό του Πλατυστόμου δεν υπόσχεται να νικήσει τον θάνατο. Μπορεί, όμως, με γνώση, μέτρο και κοινωνική ευθύνη, να ανακουφίσει τον άνθρωπο, να ξαναδώσει εργασία και να αναστήσει έναν ολόκληρο τόπο. Και αυτό είναι πολύ πιο τίμιο -και πολύ πιο σπουδαίο- από κάθε ψεύτικο θαύμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Ανώνυμη Εταιρεία Πολιτισμού: όταν η κληρονομιά γίνεται «προϊόν»
Το σημερινό πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας των Συντακτών» θέτει με οξύ, αλλά ουσιαστικά εύστοχο τρόπο, ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση: μπορεί η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού να οργανώνεται και να «αξιοποιείται» με τους κανόνες, τη γλώσσα και τα κριτήρια μιας εμπορικής επιχείρησης;
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού, του οποίου η δημόσια διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 20 Ιουλίου και το οποίο προωθείται προς ψήφιση, ιδρύει την «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage». Χρειάζεται εδώ μία διευκρίνιση: δεν μετατρέπεται τυπικά ο υφιστάμενος ΟΔΑΠ σε ιδιωτική εταιρεία ούτε παραδίδονται κατά κυριότητα τα μνημεία σε ιδιώτες. Συστήνεται, όμως, ένα νέο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπό μορφή Ανώνυμης Εταιρείας, ως ο «βασικός εκτελεστικός και επιχειρησιακός βραχίονας» του ΟΔΑΠ. Το 90% του κεφαλαίου του θα ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και το 10% στον ΟΔΑΠ, ενώ οι μετοχές χαρακτηρίζονται αμεταβίβαστες. Η διάρκειά του ορίζεται σε πενήντα χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για άλλα 50 χρόνια.
Επομένως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πρωτίστως στο ποιος θα κατέχει τις μετοχές. Βρίσκεται στη μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών της πολιτιστικής διαχείρισης σε ένα εταιρικό σχήμα που διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και έχει ρητά εμπορική αποστολή.
Η νέα Α.Ε. θα διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό εισιτήριο και τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους, θα εισηγείται την τιμολογιακή πολιτική με ρητό σκοπό την αύξηση των εσόδων, θα λειτουργεί πωλητήρια και ηλεκτρονικά καταστήματα, θα συνεργάζεται με ιδιωτικά εμπορικά δίκτυα, θα διαχειρίζεται αναψυκτήρια και ακίνητα του ΟΔΑΠ και του Υπουργείου Πολιτισμού, θα μπορεί να εκμισθώνει ή να παραχωρεί τη χρήση τους και να αναπτύσσει ακόμη και «εξατομικευμένες υπηρεσίες και εμπειρίες γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία. Θα μπορεί, επίσης, να προσφεύγει σε εξωτερικούς αναδόχους για την άσκηση δραστηριοτήτων της. Αυτά δεν αποτελούν εκτιμήσεις των αντιδρώντων· περιγράφονται στο ίδιο το σχέδιο νόμου.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι γνωστή: εκσυγχρονισμός, ευελιξία, καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών, ψηφιακές υπηρεσίες, αύξηση των εσόδων και αξιοποίησή τους για τη συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τα πωλητήρια πρέπει να λειτουργούν, οι χώροι να είναι καθαροί και προσβάσιμοι, τα εισιτήρια να εκδίδονται εύκολα και τα έσοδα να αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Ο δημόσιος χαρακτήρας δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για αδράνεια, κακοδιοίκηση ή εγκατάλειψη.
Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι η λύση είναι η εταιρικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αν το Δημόσιο δεν λειτουργεί επαρκώς, οφείλουμε να το διορθώσουμε, όχι να μεταφέρουμε τις αρμοδιότητές του σε δομές που σκέπτονται με όρους «brand», εμπορικής πολιτικής, εσόδων και πελατειακής εμπειρίας. Η οργανωτική μορφή δεν είναι ουδέτερη. Όταν ο φορέας που διαχειρίζεται την πρόσβαση και τις υπηρεσίες γύρω από τα μνημεία συγκροτείται ως Ανώνυμη Εταιρεία, το μνημείο παύει βαθμιαία να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορέας ιστορικής μνήμης και δημόσιας παιδείας και αρχίζει να αξιολογείται ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο.
Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο επισημαίνουν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και τα σωματεία των εργαζομένων του Υπουργείου Πολιτισμού. Καταγγέλλουν ότι ο ΟΔΑΠ και η Αρχαιολογική Υπηρεσία συρρικνώνονται, ενώ οι οικονομικά αποδοτικότερες λειτουργίες και σημαντικοί δημόσιοι πόροι μεταφέρονται στη νέα Α.Ε. Προειδοποιούν ότι ο κοινωνικός, εκπαιδευτικός και επιστημονικός ρόλος των μνημείων κινδυνεύει να παραμεριστεί προς όφελος των ιδιωτικών εκδηλώσεων, των εμπορικών χρήσεων και της αύξησης των εσόδων. Η ανησυχία αυτή δεν είναι ιδεοληψία ούτε συντεχνιακή αντίδραση. Ενισχύεται από προηγούμενες επιλογές, όπως οι ακριβές «πριβέ» επισκέψεις, οι ιδιωτικές δεξιώσεις και η εκχώρηση υπηρεσιών των αρχαιολογικών χώρων σε εργολάβους. Η κοινή ανακοίνωση των σωματείων συνοψίζει εύστοχα το πρόβλημα: «Οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία δεν είναι οίκοι εμπορίου».
Τα μνημεία ασφαλώς δεν πωλούνται ούτε μεταβιβάζονται με το νομοσχέδιο. Παραμένουν υπό τη συνταγματική προστασία του κράτους. Η ιδιωτικοποίηση, όμως, δεν αρχίζει πάντοτε με την πώληση της κυριότητας. Μπορεί να αρχίσει με την ιδιωτικοποίηση της λειτουργίας, της χρήσης, των εσόδων και, τελικά, της ίδιας της νοοτροπίας με την οποία προσεγγίζεται ένα δημόσιο αγαθό. Η κερκόπορτα ανοίγει όταν η επιτυχία ενός μνημείου αρχίζει να μετριέται περισσότερο από τον τζίρο, την επισκεψιμότητα και την «εμπορική εμπειρία» παρά από την προστασία, την έρευνα, την παιδεία και την καθολική προσβασιμότητά του.
Γι’ αυτό και συντάσσομαι με την αντίδραση των αρχαιολόγων και με την ουσία του σημερινού πρωτοσέλιδου. Ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, που επιχειρεί να αποτιμήσει τα πάντα με βάση την οικονομική τους απόδοση, πρέπει να συναντήσει επιτέλους ένα σαφές όριο. Και αυτό το όριο είναι τα μνημεία, η ιστορική μνήμη και κάθε δημόσιο αγαθό που ανήκει εξίσου στις προηγούμενες, στη σημερινή και στις επόμενες γενιές.
Ο πολιτισμός χρειάζεται πόρους, καλή διοίκηση και σύγχρονες υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει επιχείρηση. Η Ακρόπολη, οι Δελφοί, η Ολυμπία, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία μας δεν είναι «brands», ούτε σκηνικά πολυτελών γευμάτων για όσους μπορούν να πληρώσουν. Είναι η συλλογική μνήμη και η ταυτότητα του λαού μας.
Και η μνήμη ενός λαού δεν μπαίνει σε εταιρικό ισολογισμό.

Δεν είναι τα λουλούδια. Είναι η παρακμή.
Πώς το λαϊκό γλέντι έγινε θέαμα επίδειξης και κατανάλωσης.
Η είδηση δεν είναι ότι σε ένα πανηγύρι των Φαρσάλων άδειασαν με φορτωτή χιλιάδες λουλούδια πάνω στην πίστα.
Η είδηση είναι ότι αυτό θεωρήθηκε «επιτυχία».
Ότι ένα ακόμη στοιχείο του ψευτοπολιτισμού των αθηναϊκών νυχτερινών κέντρων εισέβαλε στον τελευταίο ίσως αυθεντικό χώρο της λαϊκής μας ζωής: το πανηγύρι.
Κάποτε το πανηγύρι ήταν γιορτή του χωριού. Ήταν η χαρά της κοινότητας. Ο χορός έπιανε όλους. Δεν υπήρχαν θεατές και πρωταγωνιστές, ούτε επιδείξεις πλούτου και εντυπωσιασμού. Η αξία βρισκόταν στη συμμετοχή, όχι στην κατανάλωση.

Σήμερα ακόμη και εκεί κυριαρχεί η λογική του θεάματος. Η υπερβολή. Η εικόνα. Η επίδειξη.
Δεν πρόκειται για λαϊκή παράδοση.
Πρόκειται για έναν ψευτολαϊκό μικροαστισμό που αντιγράφει τα πιο παρακμιακά πρότυπα της πρωτεύουσας και τα μεταφέρει στην ελληνική επαρχία, σαν να αποτελούν δείγμα προόδου.
Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η Ελλάδα περνά ίσως μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της μεταπολίτευσης. Η κοινωνία πιέζεται οικονομικά. Τα πολιτικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι θεσμοί απαξιώνονται. Η εθνική αβεβαιότητα μεγαλώνει. Ο νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να ονειρευτεί.
Κι όμως, αντί να αναζητούμε τρόπους να ξαναβρούμε το μέτρο, την κοινότητα και την ουσία, πανηγυρίζουμε επειδή ένας φορτωτής έγινε μέσο... ανθοβολής.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα.
Η ψυχαγωγία έγινε διασκέδαση. Και η διασκέδαση έγινε κατανάλωση. Η κοινή χαρά αντικαταστάθηκε από την επίδειξη και τον εντυπωσιασμό.
Η Ρωμιοσύνη δεν γλεντούσε έτσι. Γλεντούσε για να ενώσει ανθρώπους, όχι για να εντυπωσιάσει τα κινητά τηλέφωνα.
Όταν ένας λαός χάνει το μέτρο ακόμη και στον τρόπο που γιορτάζει, αργά ή γρήγορα χάνει το μέτρο και στον τρόπο που ζει, που ψηφίζει, που κρίνει και που αντιστέκεται.
Η παρακμή δεν αρχίζει από τα μεγάλα γεγονότα. Αρχίζει από τις μικρές καθημερινές συνήθειες που παύουμε να θεωρούμε παρακμή.
Ο πολιτισμός ενός λαού δεν φαίνεται μόνο από το πώς αγωνίζεται. Φαίνεται και από το πώς γιορτάζει.

Η Πεντηκοστή μας καλεί απέναντι. Η ξεχασμένη ιεραποστολή της Ρωμηοσύνης.

Η ιστορία του Alper Tolga Eker[1] δεν είναι απλώς η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε το Ισλάμ και βαπτίσθηκε Ορθόδοξος Χριστιανός.
Είναι ένα καμπανάκι.
Είναι μια φωνή που έρχεται από την απέναντι ακτή του Αιγαίου και μας λέει κάτι που ίσως δεν θέλουμε να ακούσουμε: Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την Ορθοδοξία. Υπάρχουν άνθρωποι που διψούν για την αλήθεια της. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν τις ρίζες τους.
Και εμείς σχεδόν απουσιάζουμε.
Ο ίδιος ο Alper ομολογεί ότι, όταν άρχισε να αναζητά την Ορθοδοξία, δεν μπορούσε να βρει ούτε στοιχειώδες υλικό στα τουρκικά που να εξηγεί τι είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Έβρισκε ιστοσελίδες προτεσταντών, καθολικών, ευαγγελικών οργανώσεων, αλλά ελάχιστα έως σχεδόν τίποτε από τους Ορθοδόξους.
Αυτό από μόνο του είναι συγκλονιστικό.
Επί αιώνες θρηνούμε για τη χαμένη Ρωμηοσύνη της Μικράς Ασίας. Μιλούμε για τις αλησμόνητες πατρίδες, για τις χαμένες εκκλησίες, για τους ξεριζωμούς, για τις γενοκτονίες και τους εξισλαμισμούς.
Αλλά πόσοι αναρωτιόμαστε: Τι κάναμε για να ξαναμιλήσουμε στους ανθρώπους εκείνους;
Πόσες οργανωμένες ορθόδοξες ιεραποστολές απευθύνονται σήμερα σε τουρκόφωνους αναζητητές της αλήθειας; Πόσα βιβλία υπάρχουν στα τουρκικά; Πόσες ιστοσελίδες; Πόσα βίντεο; Πόσες κατηχητικές κοινότητες; Πόσοι ιερείς εκπαιδεύονται ειδικά γι' αυτή τη διακονία;
Η απάντηση είναι οδυνηρή. Ελάχιστα.

Και όμως, η μεγαλύτερη ίσως ανεκμετάλλευτη ιεραποστολική περιοχή του Ορθόδοξου κόσμου δεν βρίσκεται στην Αφρική. Βρίσκεται απέναντι. Στις ακτές της Ιωνίας. Στα παράλια του Πόντου. Στην Καππαδοκία. Στην Καισάρεια. Στην Τραπεζούντα. Στα βάθη της Ανατολίας.
Εκεί όπου επί χίλια και πλέον χρόνια χτυπούσε η καρδιά της Ρωμανίας. Εκεί όπου γεννήθηκαν Πατέρες της Εκκλησίας, άγιοι, μάρτυρες, ασκητές και θεολόγοι. Εκεί όπου εκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν κάποτε Ρωμαίοι Ορθόδοξοι.
Και ας μην βιαστούν κάποιοι να πουν ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.
Η ιστορία των κρυπτοχριστιανών δεν είναι μύθος. Είναι πραγματικότητα.
Επί αιώνες ολόκληρες οικογένειες διατήρησαν θραύσματα μνήμης. Ένα σταυρό κρυμμένο. Ένα όνομα. Μια προσευχή. Μια παράδοση που μεταδιδόταν ψιθυριστά. Πολλοί από τους απογόνους τους σήμερα ίσως να μη γνωρίζουν τίποτε πλέον συνειδητά.
Η μνήμη τους ίσως να έχει κρυώσει. Αλλά δεν έχει σβήσει. Μοιάζει με κάρβουνο θαμμένο κάτω από στάχτες αιώνων. Περιμένει μια φλόγα. Περιμένει κάποιον να του θυμίσει ποιος ήταν.
Όχι για να δημιουργηθούν εθνικισμοί. Όχι για να ξανανοίξουν ιστορικά μίση. Αλλά για να ξαναβρούν άνθρωποι τη σχέση τους με την αλήθεια του Χριστού.
Γιατί η αληθινή Ορθοδοξία δεν είναι φυλετική. Δεν είναι εθνική. Δεν είναι φυλετικό προνόμιο των Ελλήνων. Είναι οικουμενική. Είναι η πίστη της Ρωμανίας. Η πίστη της καθ' ημάς Ανατολής. Η πίστη που ένωσε λαούς, γλώσσες και έθνη κάτω από το φως της Πεντηκοστής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δικό μας πρόβλημα.
Πώς θα μιλήσουμε στους άλλους για τη Ρωμηοσύνη όταν εμείς οι ίδιοι την αγνοούμε; Πώς θα θυμίσουμε στους εξισλαμισμένους απογόνους των Ρωμαίων την ταυτότητά τους όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε λησμονήσει τη δική μας;
Για δεκαετίες μετατραπήκαμε σε δυτικόπληκτους μιμητές. Μάθαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από ξένα μάτια. Ξεχάσαμε ότι πριν γίνουμε «Βαλκάνιοι», πριν γίνουμε «Νοτιοευρωπαίοι», πριν γίνουμε «Δυτικοί», ήμασταν Ρωμαίοι της Ανατολής. Ήμασταν πολίτες μιας πνευματικής πολιτείας που εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αντιόχεια και από τον Πόντο μέχρι την Αίγυπτο.
Αν δεν ξαναβρούμε αυτή την αυτοσυνειδησία, δεν μπορούμε να γίνουμε ιεραπόστολοι κανενός.
Η Πεντηκοστή δεν είναι μια ανάμνηση. Είναι εντολή. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατέβηκε στους Αποστόλους για να κλειστούν στα σπίτια τους. Τους έστειλε στα έθνη. Στις γλώσσες. Στους λαούς. Στους ξένους. Στους αναζητητές.
Σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι ζουν στην Ευρώπη. Στη Γερμανία. Στη Γαλλία. Στην Ολλανδία. Στο Βέλγιο. Στην Αυστρία. Στη Σουηδία. Εκεί υπάρχουν ελευθερίες. Υπάρχουν δικαιώματα. Υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν. Που αμφισβητούν. Που αναζητούν νόημα. Που θέλουν να μάθουν. Που ψάχνουν μια σελίδα στο διαδίκτυο. Ένα βιβλίο. Μια κατήχηση. Έναν ιερέα που να απαντήσει. Μια κοινότητα που να τους δεχθεί.
Και συχνά δεν βρίσκουν τίποτε.

Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη ιεραποστολική πρόκληση της εποχής μας να βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας. Όχι στις ζούγκλες. Όχι στις σαβάνες. Αλλά στην ιστορική καρδιά της Ανατολής. Εκεί όπου εκατομμύρια ψυχές κουβαλούν μέσα τους μνήμες που δεν γνωρίζουν πλέον να ονομάσουν. Και ίσως περιμένουν, χωρίς να το ξέρουν, κάποιον να τους τις θυμίσει.
Η ιστορία του Alper δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή μιας υπενθύμισης. Ότι η Ρωμηοσύνη δεν πέθανε. Ότι κάτω από τα στρώματα της ιστορίας εξακολουθεί να αναπνέει.
Και ότι η Πεντηκοστή μάς καλεί ξανά να βγούμε από την αυτάρκειά μας και να μιλήσουμε στις ψυχές που περιμένουν. Όχι για να τις κατακτήσουμε. Αλλά για να τις συναντήσουμε. Όχι για να τις εξελληνίσουμε. Αλλά για να τις οδηγήσουμε στον Χριστό. Εκεί όπου κάθε αληθινή ταυτότητα βρίσκει τελικά το νόημά της.


Γενιά Gen Z. Η γενιά που μεγάλωσε ψηφιακά και κατέρρευσε υπαρξιακά
Η γενιά Gen Z. Είναι όσοι γεννήθηκαν από τα τέλη δεκαετίας 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας 2010. Είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που μπορεί να επικοινωνεί με όλο τον πλανήτη μέσα σε δευτερόλεπτα. Δυσκολεύεται όμως να κοιτάξει έναν άνθρωπο στα μάτια. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στις οθόνες. Με «φίλους» παντού, αλλά χωρίς πραγματική συντροφιά. Με likes, αλλά χωρίς ουσιαστική επιβεβαίωση. Με διαρκή και on line «σύνδεση», αλλά με τρομακτική εσωτερική μοναξιά.
Οι νέοι της γενιάς Gen Z ζουν σε έναν κόσμο όπου όλα επιτρέπονται, αλλά τίποτα δεν έχει νόημα. Τους μίλησαν για «ελευθερία» επιλογών, αλλά ποτέ για σκοπό και νόημα βίου. Τους έμαθαν να καταναλώνουν εικόνες, όχι να χτίζουν ψυχή. Να αλλάζουν «ταυτότητες» σαν ρούχα, αλλά να μη ξέρουν τι πραγματικά είναι. Να φοβούνται τη σιωπή και την εσωτερικότητα. Να τρέμουν τη δέσμευση. Να μη ριζώνουν πουθενά. Να αποφεύγουν τον πόνο. Να επιζητούν καταναλωτικά συναισθήματα.

Και έτσι δημιουργήθηκε ο άνθρωπος της εποχής μας. Ένας άνθρωπος κουρασμένος χωρίς να έχει πολεμήσει για να κατακτήσει τη ζωή. Φοβισμένος χωρίς να έχει ζήσει πραγματικά. Ψηφιακά «δικτυωμένος» με τους πάντες σε χρόνο dt, αλλά υπαρξιακά απομονωμένος.
H μεγάλη πλειοψηφία της γενιάς αυτής δεν πιστεύει ούτε στην πολιτική. Ούτε στους θεσμούς, ούτε στις σχέσεις, ούτε καν στον ίδιο τους τον εαυτό. Την κοινοτική ζωή της Πίστης και της Παράδοσης την απορρίπτουν, χωρίς να την έχουν γευθεί. Όχι γιατί είναι «κακή γενιά». Αλλά γιατί μεγάλωσαν μέσα σε μια κοινωνία που τους έδωσε τεχνολογία αντί για νόημα βίου. Που τους έστρεψε στην πληροφορία αντί για τη σοφία, κριτική, σύνθεση και ανάλυση. Που τους έδωσε άπειρα δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς ευθύνη και λογοδοσία. Που τους κατευθύνει σε αδιάκοπη διέγερση χωρίς εσωτερική καλλιέργεια.
Τους έμαθαν να «εκφράζονται», αλλά όχι να ακούνε. Να απαιτούν για τον εαυτό τους, αλλά όχι να θυσιάζονται για τον άλλον. Να προβάλλονται με κάθε ευκαιρία στα μέσα, αλλά όχι να γνωρίζουν ποιοι είναι.

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι αυτή η γενιά διψά για αλήθεια. Όπως το ξεραμένο χωράφι τη βροχή. Διψά για κάτι αυθεντικό. Για έναν άνθρωπο αληθινό. Για μια διαπροσωπική σχέση χωρίς προσωπείο. Για μια ζωή που να αξίζει περισσότερο από ένα story 15 δευτερολέπτων.
Γι’ αυτό βλέπεις πίσω από την ειρωνεία τους μια θλίψη. Πίσω από την επιθετικότητα μια κραυγή. Πίσω από την αδιαφορία μια τεράστια απογοήτευση.
Σου το λένε με τον τρόπο τους. Δεν χρειάζονται άλλους «influencers». Δεν χρειάζονται άλλους πολιτικούς διαχειριστές. εν χρειάζονται άλλες πλαστικές υποσχέσεις ευτυχίας.
Χρειάζονται νόημα. Παράδειγμα. Αλήθεια. Ρίζες. Πνευματικότητα. Ελπίδα. Πίστη στο Αληθινό. Το νοιώθουν στο βάθος της ύπαρξής τους ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο με καριέρα, μισθούς, επιδόματα, αναγνωρισιμότητα και σχέσεις αλγορίθμων. Σώζεται όταν αισθανθεί ότι η ζωή του έχει ανώτερο προορισμό.
Είναι αλήθεια μια τραγική γενιά!

Έχω το λογισμό ότι τελικά η μεγαλύτερη επανάσταση της γενιάς αυτής δεν θα είναι πολιτική ή τεχνολογική. Θα είναι η επιστροφή στην αληθινή ανθρώπινη σχέση. Στην κοινότητα. Και όχι οποιαδήποτε κοινότητα. Στην εόρτια κοινότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Στην πίστη. Στην αγάπη. Στην ανάγκη να ανήκεις κάπου όχι ψηφιακά, αλλά υπαρξιακά.
Μια κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολλά πράγματα. Δεν μπορεί όμως να επιβιώσει όταν τα παιδιά της παύσουν να πιστεύουν ότι η ζωή έχει νόημα.

Η Παναγία η Νικοποιός: Το ιερό μας κειμήλιο που λεηλατήθηκε και ακόμη περιμένει να επιστρέψει

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που δεν χάνει απλώς αντικείμενα. Χάνει σύμβολα. Χάνει μνήμη. Χάνει κομμάτια της ψυχής του.
Ένα από αυτά τα σύμβολα είναι η Παναγία η Νικοποιός.
Η εικόνα που κρατούσαν οι αυτοκράτορες της Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπροστά από τα στρατεύματα, όταν ξεκινούσαν για μάχη. Η εικόνα που θεωρούνταν το ιερό παλλάδιο της Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα που ενσάρκωνε την πίστη ότι η Υπεραγία Θεοτόκος προστατεύει έναν ολόκληρο πολιτισμό.
Και αυτή η εικόνα δεν βρίσκεται σήμερα στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Βρίσκεται στη Βενετία, σε παρεκκλήσιο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, ως λάφυρο της Δ΄ Σταυροφορίας.
Η εικόνα των αυτοκρατόρων
Η Παναγία η Νικοποιός («αυτή που φέρνει τη νίκη») ήταν από τα πολυτιμότερα κειμήλια της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολη.
Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες την έφεραν μαζί τους στις εκστρατείες. Αυτή προπορευόταν και ακολουθούσε ο αυτοκράτορας και ο στρατός. Δεν την έβλεπαν ως διακοσμητικό έργο τέχνης, αλλά ως σημείο θείας προστασίας. Πίστευαν ότι η αυτοκρατορία δεν στηριζόταν μόνο σε τείχη και στρατούς, αλλά στην πίστη, στην προσευχή και στην παρουσία της Θεοτόκου.
Για τον λαό της Ρωμιοσύνης, η εικόνα αυτή ήταν κάτι ανάλογο με την Κιβωτό της Διαθήκης: ένα σημείο ενότητας, ελπίδας και ταυτότητας.

Η λεηλασία του 1204
Το 1204, κατά τη Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τη Δ΄ Σταυροφορία, οι σταυροφόροι και κυρίως οι Βενετοί λεηλάτησαν την πόλη.
Δεν άρπαξαν μόνο χρυσό και πολύτιμους λίθους. Άρπαξαν εικόνες, λείψανα, χειρόγραφα, κίονες, ψηφιδωτά και ολόκληρα τμήματα ενός πολιτισμού χιλίων ετών.
Ανάμεσα στα ιερότερα λάφυρα ήταν και η Παναγία η Νικοποιός, η οποία μεταφέρθηκε στη Βενετία και έκτοτε φυλάσσεται στον Άγιο Μάρκο.

«Το είχαμε. Το χάσαμε. Μας το έκλεψαν.»
Αυτή η φράση συνοψίζει το βίωμα πολλών Ελλήνων όταν αντικρίζουν τέτοια κειμήλια σε ξένα μουσεία και ναούς.
Δεν πρόκειται για ζήλια απέναντι στη Δύση.
Πρόκειται για τη βαθιά αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της ιστορικής μας μνήμης αποσπάστηκαν βίαια από τον φυσικό τους χώρο.
Η Παναγία η Νικοποιός δεν είναι απλώς ένα έργο τέχνης. Είναι κομμάτι της ιστορικής συνείδησης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Δεν είναι «συλλογές». Είναι τραύματα της ιστορίας.
Από τα Γλυπτά του Παρθενώνα έως βυζαντινές εικόνες, χειρόγραφα και λείψανα, μεγάλος αριθμός πολιτιστικών θησαυρών παραμένει σε ξένες συλλογές, επειδή αποκτήθηκαν σε περιόδους πολέμου, κατοχής ή αποικιακής κυριαρχίας.
Ο όρος «απόκτηση» συχνά καλύπτει αυτό που ιστορικά ήταν αρπαγή.
Ηθικό και νομικό αίτημα της εποχής μας
Η ανθρωπότητα χρειάζεται μια νέα διεθνή αρχή: Ό,τι αφαιρέθηκε βίαια ή υπό συνθήκες κυριαρχίας πρέπει να επιστρέφεται στον λαό και στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.
Δεν πρόκειται για πράξη εκδίκησης. Πρόκειται για πράξη δικαιοσύνης.
Οι λαοί έχουν δικαίωμα στη μνήμη τους. Έχουν δικαίωμα να αγγίζουν τα ιερά τους κειμήλια εκεί όπου αυτά γεννήθηκαν.
Η επιστροφή ως πράξη συμφιλίωσης
Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά με αξιοπιστία για ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμό των λαών και πολιτιστική κληρονομιά, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η κατοχή λεηλατημένων θησαυρών αποτελεί ανοιχτή ιστορική εκκρεμότητα.
Η επιστροφή της Παναγίας της Νικοποιού στην Κωνσταντινούπολη ή στον ευρύτερο χώρο του Ελληνισμού θα ήταν μια πράξη υψηλού συμβολισμού.
Θα έδειχνε ότι η δικαιοσύνη μπορεί να υπερβεί τους αιώνες.
Ένα χρέος προς τη μνήμη
Η Παναγία η Νικοποιός στέκει σήμερα σε ξένο τόπο, τιμημένη αλλά αποσπασμένη από το φυσικό και ιστορικό της περιβάλλον.
Και μαζί της στέκει ένα ερώτημα: Πόσα ακόμη κομμάτια της ψυχής των λαών παραμένουν φυλακισμένα σε ξένες προθήκες;
Ίσως ήρθε η ώρα να διατυπωθεί ένα παγκόσμιο αίτημα: Επιστρέψτε στους λαούς τη μνήμη τους. Επιστρέψτε στους τόπους την ψυχή τους.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr