


Ανώνυμη Εταιρεία Πολιτισμού: όταν η κληρονομιά γίνεται «προϊόν»
Το σημερινό πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας των Συντακτών» θέτει με οξύ, αλλά ουσιαστικά εύστοχο τρόπο, ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση: μπορεί η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού να οργανώνεται και να «αξιοποιείται» με τους κανόνες, τη γλώσσα και τα κριτήρια μιας εμπορικής επιχείρησης;
Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού, του οποίου η δημόσια διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 20 Ιουλίου και το οποίο προωθείται προς ψήφιση, ιδρύει την «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», με διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage». Χρειάζεται εδώ μία διευκρίνιση: δεν μετατρέπεται τυπικά ο υφιστάμενος ΟΔΑΠ σε ιδιωτική εταιρεία ούτε παραδίδονται κατά κυριότητα τα μνημεία σε ιδιώτες. Συστήνεται, όμως, ένα νέο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπό μορφή Ανώνυμης Εταιρείας, ως ο «βασικός εκτελεστικός και επιχειρησιακός βραχίονας» του ΟΔΑΠ. Το 90% του κεφαλαίου του θα ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και το 10% στον ΟΔΑΠ, ενώ οι μετοχές χαρακτηρίζονται αμεταβίβαστες. Η διάρκειά του ορίζεται σε πενήντα χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για άλλα 50 χρόνια.
Επομένως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πρωτίστως στο ποιος θα κατέχει τις μετοχές. Βρίσκεται στη μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών της πολιτιστικής διαχείρισης σε ένα εταιρικό σχήμα που διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και έχει ρητά εμπορική αποστολή.
Η νέα Α.Ε. θα διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό εισιτήριο και τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους, θα εισηγείται την τιμολογιακή πολιτική με ρητό σκοπό την αύξηση των εσόδων, θα λειτουργεί πωλητήρια και ηλεκτρονικά καταστήματα, θα συνεργάζεται με ιδιωτικά εμπορικά δίκτυα, θα διαχειρίζεται αναψυκτήρια και ακίνητα του ΟΔΑΠ και του Υπουργείου Πολιτισμού, θα μπορεί να εκμισθώνει ή να παραχωρεί τη χρήση τους και να αναπτύσσει ακόμη και «εξατομικευμένες υπηρεσίες και εμπειρίες γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία. Θα μπορεί, επίσης, να προσφεύγει σε εξωτερικούς αναδόχους για την άσκηση δραστηριοτήτων της. Αυτά δεν αποτελούν εκτιμήσεις των αντιδρώντων· περιγράφονται στο ίδιο το σχέδιο νόμου.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι γνωστή: εκσυγχρονισμός, ευελιξία, καλύτερη εξυπηρέτηση των επισκεπτών, ψηφιακές υπηρεσίες, αύξηση των εσόδων και αξιοποίησή τους για τη συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τα πωλητήρια πρέπει να λειτουργούν, οι χώροι να είναι καθαροί και προσβάσιμοι, τα εισιτήρια να εκδίδονται εύκολα και τα έσοδα να αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Ο δημόσιος χαρακτήρας δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για αδράνεια, κακοδιοίκηση ή εγκατάλειψη.
Από αυτό, όμως, δεν έπεται ότι η λύση είναι η εταιρικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αν το Δημόσιο δεν λειτουργεί επαρκώς, οφείλουμε να το διορθώσουμε, όχι να μεταφέρουμε τις αρμοδιότητές του σε δομές που σκέπτονται με όρους «brand», εμπορικής πολιτικής, εσόδων και πελατειακής εμπειρίας. Η οργανωτική μορφή δεν είναι ουδέτερη. Όταν ο φορέας που διαχειρίζεται την πρόσβαση και τις υπηρεσίες γύρω από τα μνημεία συγκροτείται ως Ανώνυμη Εταιρεία, το μνημείο παύει βαθμιαία να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορέας ιστορικής μνήμης και δημόσιας παιδείας και αρχίζει να αξιολογείται ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο.
Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο επισημαίνουν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και τα σωματεία των εργαζομένων του Υπουργείου Πολιτισμού. Καταγγέλλουν ότι ο ΟΔΑΠ και η Αρχαιολογική Υπηρεσία συρρικνώνονται, ενώ οι οικονομικά αποδοτικότερες λειτουργίες και σημαντικοί δημόσιοι πόροι μεταφέρονται στη νέα Α.Ε. Προειδοποιούν ότι ο κοινωνικός, εκπαιδευτικός και επιστημονικός ρόλος των μνημείων κινδυνεύει να παραμεριστεί προς όφελος των ιδιωτικών εκδηλώσεων, των εμπορικών χρήσεων και της αύξησης των εσόδων. Η ανησυχία αυτή δεν είναι ιδεοληψία ούτε συντεχνιακή αντίδραση. Ενισχύεται από προηγούμενες επιλογές, όπως οι ακριβές «πριβέ» επισκέψεις, οι ιδιωτικές δεξιώσεις και η εκχώρηση υπηρεσιών των αρχαιολογικών χώρων σε εργολάβους. Η κοινή ανακοίνωση των σωματείων συνοψίζει εύστοχα το πρόβλημα: «Οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία δεν είναι οίκοι εμπορίου».
Τα μνημεία ασφαλώς δεν πωλούνται ούτε μεταβιβάζονται με το νομοσχέδιο. Παραμένουν υπό τη συνταγματική προστασία του κράτους. Η ιδιωτικοποίηση, όμως, δεν αρχίζει πάντοτε με την πώληση της κυριότητας. Μπορεί να αρχίσει με την ιδιωτικοποίηση της λειτουργίας, της χρήσης, των εσόδων και, τελικά, της ίδιας της νοοτροπίας με την οποία προσεγγίζεται ένα δημόσιο αγαθό. Η κερκόπορτα ανοίγει όταν η επιτυχία ενός μνημείου αρχίζει να μετριέται περισσότερο από τον τζίρο, την επισκεψιμότητα και την «εμπορική εμπειρία» παρά από την προστασία, την έρευνα, την παιδεία και την καθολική προσβασιμότητά του.
Γι’ αυτό και συντάσσομαι με την αντίδραση των αρχαιολόγων και με την ουσία του σημερινού πρωτοσέλιδου. Ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, που επιχειρεί να αποτιμήσει τα πάντα με βάση την οικονομική τους απόδοση, πρέπει να συναντήσει επιτέλους ένα σαφές όριο. Και αυτό το όριο είναι τα μνημεία, η ιστορική μνήμη και κάθε δημόσιο αγαθό που ανήκει εξίσου στις προηγούμενες, στη σημερινή και στις επόμενες γενιές.
Ο πολιτισμός χρειάζεται πόρους, καλή διοίκηση και σύγχρονες υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει επιχείρηση. Η Ακρόπολη, οι Δελφοί, η Ολυμπία, οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία μας δεν είναι «brands», ούτε σκηνικά πολυτελών γευμάτων για όσους μπορούν να πληρώσουν. Είναι η συλλογική μνήμη και η ταυτότητα του λαού μας.
Και η μνήμη ενός λαού δεν μπαίνει σε εταιρικό ισολογισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δεν είναι τα λουλούδια. Είναι η παρακμή.
Πώς το λαϊκό γλέντι έγινε θέαμα επίδειξης και κατανάλωσης.
Η είδηση δεν είναι ότι σε ένα πανηγύρι των Φαρσάλων άδειασαν με φορτωτή χιλιάδες λουλούδια πάνω στην πίστα.
Η είδηση είναι ότι αυτό θεωρήθηκε «επιτυχία».
Ότι ένα ακόμη στοιχείο του ψευτοπολιτισμού των αθηναϊκών νυχτερινών κέντρων εισέβαλε στον τελευταίο ίσως αυθεντικό χώρο της λαϊκής μας ζωής: το πανηγύρι.
Κάποτε το πανηγύρι ήταν γιορτή του χωριού. Ήταν η χαρά της κοινότητας. Ο χορός έπιανε όλους. Δεν υπήρχαν θεατές και πρωταγωνιστές, ούτε επιδείξεις πλούτου και εντυπωσιασμού. Η αξία βρισκόταν στη συμμετοχή, όχι στην κατανάλωση.

Σήμερα ακόμη και εκεί κυριαρχεί η λογική του θεάματος. Η υπερβολή. Η εικόνα. Η επίδειξη.
Δεν πρόκειται για λαϊκή παράδοση.
Πρόκειται για έναν ψευτολαϊκό μικροαστισμό που αντιγράφει τα πιο παρακμιακά πρότυπα της πρωτεύουσας και τα μεταφέρει στην ελληνική επαρχία, σαν να αποτελούν δείγμα προόδου.
Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η Ελλάδα περνά ίσως μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της μεταπολίτευσης. Η κοινωνία πιέζεται οικονομικά. Τα πολιτικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι θεσμοί απαξιώνονται. Η εθνική αβεβαιότητα μεγαλώνει. Ο νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να ονειρευτεί.
Κι όμως, αντί να αναζητούμε τρόπους να ξαναβρούμε το μέτρο, την κοινότητα και την ουσία, πανηγυρίζουμε επειδή ένας φορτωτής έγινε μέσο... ανθοβολής.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα.
Η ψυχαγωγία έγινε διασκέδαση. Και η διασκέδαση έγινε κατανάλωση. Η κοινή χαρά αντικαταστάθηκε από την επίδειξη και τον εντυπωσιασμό.
Η Ρωμιοσύνη δεν γλεντούσε έτσι. Γλεντούσε για να ενώσει ανθρώπους, όχι για να εντυπωσιάσει τα κινητά τηλέφωνα.
Όταν ένας λαός χάνει το μέτρο ακόμη και στον τρόπο που γιορτάζει, αργά ή γρήγορα χάνει το μέτρο και στον τρόπο που ζει, που ψηφίζει, που κρίνει και που αντιστέκεται.
Η παρακμή δεν αρχίζει από τα μεγάλα γεγονότα. Αρχίζει από τις μικρές καθημερινές συνήθειες που παύουμε να θεωρούμε παρακμή.
Ο πολιτισμός ενός λαού δεν φαίνεται μόνο από το πώς αγωνίζεται. Φαίνεται και από το πώς γιορτάζει.

Η Πεντηκοστή μας καλεί απέναντι. Η ξεχασμένη ιεραποστολή της Ρωμηοσύνης.

Η ιστορία του Alper Tolga Eker[1] δεν είναι απλώς η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που εγκατέλειψε το Ισλάμ και βαπτίσθηκε Ορθόδοξος Χριστιανός.
Είναι ένα καμπανάκι.
Είναι μια φωνή που έρχεται από την απέναντι ακτή του Αιγαίου και μας λέει κάτι που ίσως δεν θέλουμε να ακούσουμε: Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την Ορθοδοξία. Υπάρχουν άνθρωποι που διψούν για την αλήθεια της. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν τις ρίζες τους.
Και εμείς σχεδόν απουσιάζουμε.
Ο ίδιος ο Alper ομολογεί ότι, όταν άρχισε να αναζητά την Ορθοδοξία, δεν μπορούσε να βρει ούτε στοιχειώδες υλικό στα τουρκικά που να εξηγεί τι είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Έβρισκε ιστοσελίδες προτεσταντών, καθολικών, ευαγγελικών οργανώσεων, αλλά ελάχιστα έως σχεδόν τίποτε από τους Ορθοδόξους.
Αυτό από μόνο του είναι συγκλονιστικό.
Επί αιώνες θρηνούμε για τη χαμένη Ρωμηοσύνη της Μικράς Ασίας. Μιλούμε για τις αλησμόνητες πατρίδες, για τις χαμένες εκκλησίες, για τους ξεριζωμούς, για τις γενοκτονίες και τους εξισλαμισμούς.
Αλλά πόσοι αναρωτιόμαστε: Τι κάναμε για να ξαναμιλήσουμε στους ανθρώπους εκείνους;
Πόσες οργανωμένες ορθόδοξες ιεραποστολές απευθύνονται σήμερα σε τουρκόφωνους αναζητητές της αλήθειας; Πόσα βιβλία υπάρχουν στα τουρκικά; Πόσες ιστοσελίδες; Πόσα βίντεο; Πόσες κατηχητικές κοινότητες; Πόσοι ιερείς εκπαιδεύονται ειδικά γι' αυτή τη διακονία;
Η απάντηση είναι οδυνηρή. Ελάχιστα.

Και όμως, η μεγαλύτερη ίσως ανεκμετάλλευτη ιεραποστολική περιοχή του Ορθόδοξου κόσμου δεν βρίσκεται στην Αφρική. Βρίσκεται απέναντι. Στις ακτές της Ιωνίας. Στα παράλια του Πόντου. Στην Καππαδοκία. Στην Καισάρεια. Στην Τραπεζούντα. Στα βάθη της Ανατολίας.
Εκεί όπου επί χίλια και πλέον χρόνια χτυπούσε η καρδιά της Ρωμανίας. Εκεί όπου γεννήθηκαν Πατέρες της Εκκλησίας, άγιοι, μάρτυρες, ασκητές και θεολόγοι. Εκεί όπου εκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν κάποτε Ρωμαίοι Ορθόδοξοι.
Και ας μην βιαστούν κάποιοι να πουν ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.
Η ιστορία των κρυπτοχριστιανών δεν είναι μύθος. Είναι πραγματικότητα.
Επί αιώνες ολόκληρες οικογένειες διατήρησαν θραύσματα μνήμης. Ένα σταυρό κρυμμένο. Ένα όνομα. Μια προσευχή. Μια παράδοση που μεταδιδόταν ψιθυριστά. Πολλοί από τους απογόνους τους σήμερα ίσως να μη γνωρίζουν τίποτε πλέον συνειδητά.
Η μνήμη τους ίσως να έχει κρυώσει. Αλλά δεν έχει σβήσει. Μοιάζει με κάρβουνο θαμμένο κάτω από στάχτες αιώνων. Περιμένει μια φλόγα. Περιμένει κάποιον να του θυμίσει ποιος ήταν.
Όχι για να δημιουργηθούν εθνικισμοί. Όχι για να ξανανοίξουν ιστορικά μίση. Αλλά για να ξαναβρούν άνθρωποι τη σχέση τους με την αλήθεια του Χριστού.
Γιατί η αληθινή Ορθοδοξία δεν είναι φυλετική. Δεν είναι εθνική. Δεν είναι φυλετικό προνόμιο των Ελλήνων. Είναι οικουμενική. Είναι η πίστη της Ρωμανίας. Η πίστη της καθ' ημάς Ανατολής. Η πίστη που ένωσε λαούς, γλώσσες και έθνη κάτω από το φως της Πεντηκοστής.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δικό μας πρόβλημα.
Πώς θα μιλήσουμε στους άλλους για τη Ρωμηοσύνη όταν εμείς οι ίδιοι την αγνοούμε; Πώς θα θυμίσουμε στους εξισλαμισμένους απογόνους των Ρωμαίων την ταυτότητά τους όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε λησμονήσει τη δική μας;
Για δεκαετίες μετατραπήκαμε σε δυτικόπληκτους μιμητές. Μάθαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από ξένα μάτια. Ξεχάσαμε ότι πριν γίνουμε «Βαλκάνιοι», πριν γίνουμε «Νοτιοευρωπαίοι», πριν γίνουμε «Δυτικοί», ήμασταν Ρωμαίοι της Ανατολής. Ήμασταν πολίτες μιας πνευματικής πολιτείας που εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αντιόχεια και από τον Πόντο μέχρι την Αίγυπτο.
Αν δεν ξαναβρούμε αυτή την αυτοσυνειδησία, δεν μπορούμε να γίνουμε ιεραπόστολοι κανενός.
Η Πεντηκοστή δεν είναι μια ανάμνηση. Είναι εντολή. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατέβηκε στους Αποστόλους για να κλειστούν στα σπίτια τους. Τους έστειλε στα έθνη. Στις γλώσσες. Στους λαούς. Στους ξένους. Στους αναζητητές.
Σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι ζουν στην Ευρώπη. Στη Γερμανία. Στη Γαλλία. Στην Ολλανδία. Στο Βέλγιο. Στην Αυστρία. Στη Σουηδία. Εκεί υπάρχουν ελευθερίες. Υπάρχουν δικαιώματα. Υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν. Που αμφισβητούν. Που αναζητούν νόημα. Που θέλουν να μάθουν. Που ψάχνουν μια σελίδα στο διαδίκτυο. Ένα βιβλίο. Μια κατήχηση. Έναν ιερέα που να απαντήσει. Μια κοινότητα που να τους δεχθεί.
Και συχνά δεν βρίσκουν τίποτε.

Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη ιεραποστολική πρόκληση της εποχής μας να βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας. Όχι στις ζούγκλες. Όχι στις σαβάνες. Αλλά στην ιστορική καρδιά της Ανατολής. Εκεί όπου εκατομμύρια ψυχές κουβαλούν μέσα τους μνήμες που δεν γνωρίζουν πλέον να ονομάσουν. Και ίσως περιμένουν, χωρίς να το ξέρουν, κάποιον να τους τις θυμίσει.
Η ιστορία του Alper δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή μιας υπενθύμισης. Ότι η Ρωμηοσύνη δεν πέθανε. Ότι κάτω από τα στρώματα της ιστορίας εξακολουθεί να αναπνέει.
Και ότι η Πεντηκοστή μάς καλεί ξανά να βγούμε από την αυτάρκειά μας και να μιλήσουμε στις ψυχές που περιμένουν. Όχι για να τις κατακτήσουμε. Αλλά για να τις συναντήσουμε. Όχι για να τις εξελληνίσουμε. Αλλά για να τις οδηγήσουμε στον Χριστό. Εκεί όπου κάθε αληθινή ταυτότητα βρίσκει τελικά το νόημά της.


Γενιά Gen Z. Η γενιά που μεγάλωσε ψηφιακά και κατέρρευσε υπαρξιακά
Η γενιά Gen Z. Είναι όσοι γεννήθηκαν από τα τέλη δεκαετίας 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας 2010. Είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που μπορεί να επικοινωνεί με όλο τον πλανήτη μέσα σε δευτερόλεπτα. Δυσκολεύεται όμως να κοιτάξει έναν άνθρωπο στα μάτια. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στις οθόνες. Με «φίλους» παντού, αλλά χωρίς πραγματική συντροφιά. Με likes, αλλά χωρίς ουσιαστική επιβεβαίωση. Με διαρκή και on line «σύνδεση», αλλά με τρομακτική εσωτερική μοναξιά.
Οι νέοι της γενιάς Gen Z ζουν σε έναν κόσμο όπου όλα επιτρέπονται, αλλά τίποτα δεν έχει νόημα. Τους μίλησαν για «ελευθερία» επιλογών, αλλά ποτέ για σκοπό και νόημα βίου. Τους έμαθαν να καταναλώνουν εικόνες, όχι να χτίζουν ψυχή. Να αλλάζουν «ταυτότητες» σαν ρούχα, αλλά να μη ξέρουν τι πραγματικά είναι. Να φοβούνται τη σιωπή και την εσωτερικότητα. Να τρέμουν τη δέσμευση. Να μη ριζώνουν πουθενά. Να αποφεύγουν τον πόνο. Να επιζητούν καταναλωτικά συναισθήματα.

Και έτσι δημιουργήθηκε ο άνθρωπος της εποχής μας. Ένας άνθρωπος κουρασμένος χωρίς να έχει πολεμήσει για να κατακτήσει τη ζωή. Φοβισμένος χωρίς να έχει ζήσει πραγματικά. Ψηφιακά «δικτυωμένος» με τους πάντες σε χρόνο dt, αλλά υπαρξιακά απομονωμένος.
H μεγάλη πλειοψηφία της γενιάς αυτής δεν πιστεύει ούτε στην πολιτική. Ούτε στους θεσμούς, ούτε στις σχέσεις, ούτε καν στον ίδιο τους τον εαυτό. Την κοινοτική ζωή της Πίστης και της Παράδοσης την απορρίπτουν, χωρίς να την έχουν γευθεί. Όχι γιατί είναι «κακή γενιά». Αλλά γιατί μεγάλωσαν μέσα σε μια κοινωνία που τους έδωσε τεχνολογία αντί για νόημα βίου. Που τους έστρεψε στην πληροφορία αντί για τη σοφία, κριτική, σύνθεση και ανάλυση. Που τους έδωσε άπειρα δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς ευθύνη και λογοδοσία. Που τους κατευθύνει σε αδιάκοπη διέγερση χωρίς εσωτερική καλλιέργεια.
Τους έμαθαν να «εκφράζονται», αλλά όχι να ακούνε. Να απαιτούν για τον εαυτό τους, αλλά όχι να θυσιάζονται για τον άλλον. Να προβάλλονται με κάθε ευκαιρία στα μέσα, αλλά όχι να γνωρίζουν ποιοι είναι.

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι αυτή η γενιά διψά για αλήθεια. Όπως το ξεραμένο χωράφι τη βροχή. Διψά για κάτι αυθεντικό. Για έναν άνθρωπο αληθινό. Για μια διαπροσωπική σχέση χωρίς προσωπείο. Για μια ζωή που να αξίζει περισσότερο από ένα story 15 δευτερολέπτων.
Γι’ αυτό βλέπεις πίσω από την ειρωνεία τους μια θλίψη. Πίσω από την επιθετικότητα μια κραυγή. Πίσω από την αδιαφορία μια τεράστια απογοήτευση.
Σου το λένε με τον τρόπο τους. Δεν χρειάζονται άλλους «influencers». Δεν χρειάζονται άλλους πολιτικούς διαχειριστές. εν χρειάζονται άλλες πλαστικές υποσχέσεις ευτυχίας.
Χρειάζονται νόημα. Παράδειγμα. Αλήθεια. Ρίζες. Πνευματικότητα. Ελπίδα. Πίστη στο Αληθινό. Το νοιώθουν στο βάθος της ύπαρξής τους ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο με καριέρα, μισθούς, επιδόματα, αναγνωρισιμότητα και σχέσεις αλγορίθμων. Σώζεται όταν αισθανθεί ότι η ζωή του έχει ανώτερο προορισμό.
Είναι αλήθεια μια τραγική γενιά!

Έχω το λογισμό ότι τελικά η μεγαλύτερη επανάσταση της γενιάς αυτής δεν θα είναι πολιτική ή τεχνολογική. Θα είναι η επιστροφή στην αληθινή ανθρώπινη σχέση. Στην κοινότητα. Και όχι οποιαδήποτε κοινότητα. Στην εόρτια κοινότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Στην πίστη. Στην αγάπη. Στην ανάγκη να ανήκεις κάπου όχι ψηφιακά, αλλά υπαρξιακά.
Μια κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς πολλά πράγματα. Δεν μπορεί όμως να επιβιώσει όταν τα παιδιά της παύσουν να πιστεύουν ότι η ζωή έχει νόημα.

Η Παναγία η Νικοποιός: Το ιερό μας κειμήλιο που λεηλατήθηκε και ακόμη περιμένει να επιστρέψει

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που δεν χάνει απλώς αντικείμενα. Χάνει σύμβολα. Χάνει μνήμη. Χάνει κομμάτια της ψυχής του.
Ένα από αυτά τα σύμβολα είναι η Παναγία η Νικοποιός.
Η εικόνα που κρατούσαν οι αυτοκράτορες της Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπροστά από τα στρατεύματα, όταν ξεκινούσαν για μάχη. Η εικόνα που θεωρούνταν το ιερό παλλάδιο της Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα που ενσάρκωνε την πίστη ότι η Υπεραγία Θεοτόκος προστατεύει έναν ολόκληρο πολιτισμό.
Και αυτή η εικόνα δεν βρίσκεται σήμερα στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Βρίσκεται στη Βενετία, σε παρεκκλήσιο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, ως λάφυρο της Δ΄ Σταυροφορίας.
Η εικόνα των αυτοκρατόρων
Η Παναγία η Νικοποιός («αυτή που φέρνει τη νίκη») ήταν από τα πολυτιμότερα κειμήλια της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολη.
Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες την έφεραν μαζί τους στις εκστρατείες. Αυτή προπορευόταν και ακολουθούσε ο αυτοκράτορας και ο στρατός. Δεν την έβλεπαν ως διακοσμητικό έργο τέχνης, αλλά ως σημείο θείας προστασίας. Πίστευαν ότι η αυτοκρατορία δεν στηριζόταν μόνο σε τείχη και στρατούς, αλλά στην πίστη, στην προσευχή και στην παρουσία της Θεοτόκου.
Για τον λαό της Ρωμιοσύνης, η εικόνα αυτή ήταν κάτι ανάλογο με την Κιβωτό της Διαθήκης: ένα σημείο ενότητας, ελπίδας και ταυτότητας.

Η λεηλασία του 1204
Το 1204, κατά τη Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τη Δ΄ Σταυροφορία, οι σταυροφόροι και κυρίως οι Βενετοί λεηλάτησαν την πόλη.
Δεν άρπαξαν μόνο χρυσό και πολύτιμους λίθους. Άρπαξαν εικόνες, λείψανα, χειρόγραφα, κίονες, ψηφιδωτά και ολόκληρα τμήματα ενός πολιτισμού χιλίων ετών.
Ανάμεσα στα ιερότερα λάφυρα ήταν και η Παναγία η Νικοποιός, η οποία μεταφέρθηκε στη Βενετία και έκτοτε φυλάσσεται στον Άγιο Μάρκο.

«Το είχαμε. Το χάσαμε. Μας το έκλεψαν.»
Αυτή η φράση συνοψίζει το βίωμα πολλών Ελλήνων όταν αντικρίζουν τέτοια κειμήλια σε ξένα μουσεία και ναούς.
Δεν πρόκειται για ζήλια απέναντι στη Δύση.
Πρόκειται για τη βαθιά αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της ιστορικής μας μνήμης αποσπάστηκαν βίαια από τον φυσικό τους χώρο.
Η Παναγία η Νικοποιός δεν είναι απλώς ένα έργο τέχνης. Είναι κομμάτι της ιστορικής συνείδησης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Δεν είναι «συλλογές». Είναι τραύματα της ιστορίας.
Από τα Γλυπτά του Παρθενώνα έως βυζαντινές εικόνες, χειρόγραφα και λείψανα, μεγάλος αριθμός πολιτιστικών θησαυρών παραμένει σε ξένες συλλογές, επειδή αποκτήθηκαν σε περιόδους πολέμου, κατοχής ή αποικιακής κυριαρχίας.
Ο όρος «απόκτηση» συχνά καλύπτει αυτό που ιστορικά ήταν αρπαγή.
Ηθικό και νομικό αίτημα της εποχής μας
Η ανθρωπότητα χρειάζεται μια νέα διεθνή αρχή: Ό,τι αφαιρέθηκε βίαια ή υπό συνθήκες κυριαρχίας πρέπει να επιστρέφεται στον λαό και στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.
Δεν πρόκειται για πράξη εκδίκησης. Πρόκειται για πράξη δικαιοσύνης.
Οι λαοί έχουν δικαίωμα στη μνήμη τους. Έχουν δικαίωμα να αγγίζουν τα ιερά τους κειμήλια εκεί όπου αυτά γεννήθηκαν.
Η επιστροφή ως πράξη συμφιλίωσης
Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά με αξιοπιστία για ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμό των λαών και πολιτιστική κληρονομιά, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η κατοχή λεηλατημένων θησαυρών αποτελεί ανοιχτή ιστορική εκκρεμότητα.
Η επιστροφή της Παναγίας της Νικοποιού στην Κωνσταντινούπολη ή στον ευρύτερο χώρο του Ελληνισμού θα ήταν μια πράξη υψηλού συμβολισμού.
Θα έδειχνε ότι η δικαιοσύνη μπορεί να υπερβεί τους αιώνες.
Ένα χρέος προς τη μνήμη
Η Παναγία η Νικοποιός στέκει σήμερα σε ξένο τόπο, τιμημένη αλλά αποσπασμένη από το φυσικό και ιστορικό της περιβάλλον.
Και μαζί της στέκει ένα ερώτημα: Πόσα ακόμη κομμάτια της ψυχής των λαών παραμένουν φυλακισμένα σε ξένες προθήκες;
Ίσως ήρθε η ώρα να διατυπωθεί ένα παγκόσμιο αίτημα: Επιστρέψτε στους λαούς τη μνήμη τους. Επιστρέψτε στους τόπους την ψυχή τους.

Η ΝΕΟΤΗΤΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ — ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ
Δεν είναι απλώς ένα «φαινόμενο νεολαίας». Δεν είναι μια «παρέκκλιση» ή μια «κακή περίοδος». Είναι ο καθρέφτης μας.
Η σημερινή εικόνα μεγάλου μέρους των νέων στην Ελλάδα (η απογοήτευση, η απουσία νοήματος, η προσφυγή σε εύκολες διεξόδους, η βία, η αδιαφορία, η εσωτερική κενότητα) δεν είναι παρά το αποτέλεσμα ενός κόσμου που πρώτα κατέρρευσε στους μεγάλους και μετά μεταδόθηκε στους μικρούς.
Οι νέοι δεν γεννήθηκαν έτσι. Διαμορφώθηκαν έτσι. Και ποιοι τους διαμόρφωσαν;
Πρώτα απ’ όλα, οι κάθε είδους «ταγοί»: πολιτικοί, πνευματικοί, κοινωνικοί. Άνθρωποι που αντί να δείξουν δρόμο, έδωσαν παράδειγμα παρακμής. Που αντί για ήθος, πρόβαλαν την ιδιοτέλεια. Αντί για θυσία, τη βολή. Αντί για αλήθεια, τη διαχείριση της εικόνας.
Αλλά και οι ίδιοι οι γονείς και αυτό είναι ίσως το πιο οδυνηρό. Μια γενιά γονέων σήμερα που μεγάλωσε με το όνειρο της ευημερίας και κατέληξε να λατρεύει την κατανάλωση. Που έμαθε να μετρά την επιτυχία με χρήμα, εικόνα και κοινωνική επιβεβαίωση. Που άφησε τα παιδιά της χωρίς βαθύτερο νόημα ζωής.
Πώς να σταθεί ένας νέος όταν δεν του δίνεται παράδειγμα; Πώς να πιστέψει σε αξίες όταν βλέπει τους μεγάλους να τις διαψεύδουν καθημερινά;
Η κρίση της νεότητας είναι κρίση προτύπων. Και η κρίση προτύπων είναι κρίση πολιτισμού. Γιατί αυτό που βιώνουμε δεν είναι απλώς ελληνικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμια παρακμή.
Ένας κόσμος που αποθέωσε το «εγώ», που αντικατέστησε την αλήθεια με την άποψη, που μετέτρεψε την ελευθερία σε αυθαιρεσία και την πρόοδο σε αποσύνθεση. Το κυριότερο, που έβαλε το Θεό στο περιθώριο της ζωής του.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, ο νέος μένει μόνος. Χωρίς πυξίδα. Χωρίς ρίζες. Χωρίς προοπτική. Και τότε είτε βυθίζεται στην απάθεια, είτε εκρήγνυται.
Και όμως, εδώ βρίσκεται η ελπίδα. Γιατί, παρά τη γενικευμένη εικόνα, δεν έχει χαθεί η νεότητα.
Υπάρχει ακόμη ένα «καλό λείμμα» νέων ανθρώπων. Νέοι που αναζητούν αλήθεια. Που διψούν για νόημα. Που δεν συμβιβάζονται με το ψεύτικο. Που σιωπηλά, μα ουσιαστικά, αντιστέκονται.
Αυτή η νεότητα δεν κάνει θόρυβο. Αλλά είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο της κοινωνίας.
Και ίσως, αν υπάρξει έστω μια σπίθα αλήθειας, ένα παράδειγμα αυθεντικό, μια επιστροφή σε καθαρές αξίες, αυτή η μικρή μαγιά να γίνει η αρχή της αναγέννησης.
Γιατί οι νέοι δεν χρειάζονται πολλά. Χρειάζονται νόημα. Χρειάζονται αλήθεια. Χρειάζονται παράδειγμα.
Και τότε μπορούν να αλλάξουν τα πάντα.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr