



27 Σεπτεμβρίου 1831 — Ιωάννης Καποδίστριας
Μια δολοφονία που άφησε ανολοκλήρωτο
κάτι πολύ περισσότερο από ένα κυβερνητικό έργο
Αύριο, 27 Σεπτεμβρίου, η μνήμη επιστρέφει στο Ναύπλιο. Στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνος. Εκεί όπου, το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, έπεσε νεκρός ο πρώτος Κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας.
Δεν δολοφονήθηκε απλώς ένας πολιτικός άνδρας. Διακόπηκε βίαια μια απόπειρα συγκροτήσεως του νέου ελληνικού κράτους σε μία από τις κρισιμότερες στιγμές της ιστορίας του. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους συνοψίζουν χαρακτηριστικά ότι δολοφονήθηκε «χωρίς να προλάβει να υλοποιήσει το ανορθωτικό πρόγραμμά του».
Ο Καποδίστριας δεν εμφανίσθηκε από το πουθενά.
Γεννημένος στην Κέρκυρα το 1776, μέσα στον κόσμο του επτανησιακού Ελληνισμού, μορφώθηκε στην Πάδοβα και πέρασε από την πολιτική εμπειρία της Επτανήσου στη μεγάλη ευρωπαϊκή διπλωματία. Έφθασε μέχρι το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Και όμως, όταν το επαναστατημένο Γένος τον κάλεσε, εγκατέλειψε τη διεθνή σταδιοδρομία και ήρθε να κυβερνήσει όχι μια κανονική χώρα, αλλά σχεδόν τα ερείπια μιας χώρας που ακόμη γεννιόταν.
Η στιγμή ήταν δραματική.
Το Μεσολόγγι είχε πέσει. Η Επανάσταση είχε περάσει από τους εμφυλίους. Ο Ιμπραήμ είχε σαρώσει μεγάλες περιοχές της Πελοποννήσου. Η Αθήνα και η Ακρόπολη είχαν παραδοθεί. Η κρατική διοίκηση ήταν στοιχειώδης, τα δημόσια οικονομικά διαλυμένα και ακόμη δεν είχε οριστικοποιηθεί ούτε η ίδια η διεθνής υπόσταση και η έκταση του νέου κράτους. Η περίοδος 1828–1830 υπήρξε ταυτόχρονα περίοδος στρατιωτικής αποκαταστάσεως και σκληρού διπλωματικού αγώνα για την ανεξαρτησία και τα σύνορα της Ελλάδος.
Αυτόν τον τόπο ανέλαβε ο Καποδίστριας.
Και τον ανέλαβε όχι ως ξένος ηγεμόνας που του παραδόθηκε ένας θρόνος, αλλά ως αιρετός Κυβερνήτης, εκλεγμένος από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση.
Αξίζει να θυμόμαστε τι είχε προηγηθεί. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 —το ωριμότερο από τα επαναστατικά Συντάγματα— είχε διακηρύξει για πρώτη φορά ρητά ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος» και είχε αναθέσει την εκτελεστική εξουσία σε αιρετό Κυβερνήτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο ιστορικό νόημα της δολοφονίας του.
Η Επανάσταση του 1821 δεν αγωνίσθηκε μόνο για να αλλάξει αφέντη ο τόπος. Δεν αγωνίσθηκε για να αντικαταστήσει έναν Σουλτάνο με έναν εισαγόμενο μονάρχη. Τα επαναστατικά Συντάγματα μαρτυρούν την αγωνία του Γένους να αποκτήσει πολιτική ελευθερία, θεσμούς, συμμετοχή και αυτεξουσιότητα. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας είχε ήδη φθάσει μέχρι τη ρητή κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας.
Ο Καποδίστριας είχε ασφαλώς τις αντιφάσεις του. Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του αποτέλεσαν και αποτελούν αντικείμενο ιστορικής συζητήσεως. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν αψεγάδιαστο μύθο για να αναγνωρίσουμε το ανάστημά του. Οι συνθήκες στις οποίες παρέλαβε τη χώρα ήταν οριακές και η προσπάθειά του ήταν να συγκροτήσει πρώτα κράτος εκεί όπου ουσιαστικά κράτος δεν υπήρχε ακόμη.
Και ύστερα ήρθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831.
Με τη δολοφονία του, κατά τη δική μου ανάγνωση της ιστορίας, δεν έμεινε απλώς στη μέση το έργο ενός κυβερνήτη. Έμεινε μετέωρη μία δυνατότητα του ίδιου του 1821.
Δεκαέξι περίπου μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1833, έφθανε στην Ελλάδα ο Όθων. Άρχιζε μια άλλη εποχή.
Η Βαυαροκρατία δεν ήταν απλώς αλλαγή προσώπων στην κορυφή της εξουσίας. Σήμανε την εισαγωγή ενός διαφορετικού κρατικού υποδείγματος: συγκεντρωτικού, γραφειοκρατικού, δυτικοευρωπαϊκού, ξένου σε μεγάλο βαθμό προς το κοινοτικό ήθος μέσα στο οποίο είχε επιβιώσει επί αιώνες η Ρωμηοσύνη.
Από εκεί αρχίζει, όπως έχω υποστηρίξει[1] και άλλοτε, ένα από τα μεγάλα δράματα του νεότερου Ελληνισμού: η απόσταση ανάμεσα στο κράτος και στο Γένος· ανάμεσα στην ιστορική μας συνέχεια και στην ανάγκη διαρκούς μιμήσεως εισαγόμενων προτύπων· ανάμεσα στην καθ’ ημάς Ανατολή και σε ένα κράτος που συχνά αναζητούσε έξω από τον εαυτό του το πρότυπο της υπάρξεώς του.
Η Επανάσταση κέρδισε την κρατική ανεξαρτησία.
Αλλά το βαθύτερο αίτημά της —η πολιτική, πολιτισμική και πνευματική αυτεξουσιότητα του Ελληνισμού— έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανολοκλήρωτο.
Γι’ αυτό και ο Καποδίστριας εξακολουθεί να μας συγκινεί σχεδόν δύο αιώνες μετά.
Όχι επειδή χρειαζόμαστε έναν νέο «σωτήρα». Αλλά επειδή στο πρόσωπό του αναγνωρίζουμε αρετές που σπανίζουν στην άσκηση της εξουσίας: προσωπική λιτότητα, αίσθηση καθήκοντος, διεθνές κύρος, μόρφωση, διοικητική ικανότητα και την αντίληψη ότι το δημόσιο αξίωμα είναι διακονία και όχι ιδιοκτησία.
Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που η Ελλάδα περνά κρίση επανέρχεται το ίδιο ερώτημα:
Πού είναι ένας Καποδίστριας;
Και ίσως το πιο οδυνηρό είναι ότι, σχεδόν διακόσια χρόνια μετά, εξακολουθούμε να αναζητούμε εκείνο το πρότυπο Κυβερνήτη και να μην το βρίσκουμε.
Στις 27 Σεπτεμβρίου, λοιπόν, δεν θυμόμαστε μόνο έναν δολοφονημένο Κυβερνήτη.
Θυμόμαστε μια Ελλάδα που θα μπορούσε ίσως να είχε ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο.
Και μαζί θυμόμαστε ότι η Επανάσταση του 1821 δεν είναι μόνο ένα γεγονός του παρελθόντος.
Είναι ακόμη ένα ανολοκλήρωτο αίτημα ιστορικής αυτογνωσίας και ελευθερίας.
Αιωνία η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια.
[1] Γεώργιος Αποστολάκης: Η Πόλη εάλω, η Ρωμηοσύνη όχι! Ορθοδοξία, Τουρκοκρατία, 1821 και η αναζήτηση της αληθινής Ελλάδας. https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/i-thesi-mas/georgios-apostolakis-i-poli-ealo-i-romiosyni-oxi-orthodoksia-tourkokratia-1821-kai-i-anazitisi-tis-alithinis-elladas
Δεν υπάρχουν σχόλια
«Πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων»: μια λειτουργική φράση που λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνεται
Μερικές ακόμη σκέψεις για το συλλείτουργο του Μητροπολίτη Κερκύρας στη Μόσχα
Στο προηγούμενο άρθρο μας επιχειρήσαμε να δούμε το ταξίδι του Μητροπολίτη Κερκύρας κ. Νεκταρίου στη Ρωσία έξω από τον θόρυβο που προκάλεσε. Τα νεότερα στοιχεία, όμως, προσθέτουν μία ακόμη διάσταση, η οποία αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Και αυτή βρίσκεται σε λίγες μόνο λέξεις της Θείας Λειτουργίας: «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων».
Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κερκύρας αποκάλυψε ότι κατά το συλλείτουργό τους ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος δεν προχώρησε σε ονομαστική μνημόνευση Προκαθημένου, αλλά περιορίστηκε στη λειτουργική αυτή διατύπωση. Ο κ. Νεκτάριος θεώρησε ότι αυτό έγινε για να μην περιέλθει ο ίδιος σε δύσκολη θέση.
Η λεπτομέρεια δεν είναι ασήμαντη.
Η μνημόνευση στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ένας απλός λειτουργικός χαιρετισμός ούτε πράξη προσωπικής φιλοφρόνησης. Έχει εκκλησιολογικό περιεχόμενο. Εκφράζει την κανονική σχέση, την κοινωνία και την εκκλησιαστική τάξη. Γι' αυτό και οι Ιεροί Κανόνες αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη μνημόνευση του οικείου Προκαθημένου. Χαρακτηριστικός είναι ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ο οποίος συνδέει τη μνημόνευση με την κανονική εκκλησιαστική κοινωνία και προειδοποιεί για την αυθαίρετη διακοπή της πριν από συνοδική κρίση.
Τι πραγματικά λέει η εκκλησιαστική παράδοση και ποια είναι η μεγάλη εξαίρεση του 15ου Κανόνα
Στη συζήτηση που άνοιξε μετά το ταξίδι του Μητροπολίτη Κερκύρας στη Ρωσία και το συλλείτουργό του με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, ένα από τα ζητήματα που προβλήθηκαν είναι και εκείνο της μνημονεύσεως. Ποιον μνημονεύει ένας Επίσκοπος; Τι σημαίνει αυτή η μνημόνευση; Και, κυρίως, μπορεί η μνημόνευση ή η διακοπή της να μεταβάλλεται ανάλογα με τις πολιτικές και γεωπολιτικές συνθήκες;
Η απάντηση απαιτεί κάποια εκκλησιολογική ακρίβεια.
Η μνημόνευση του οικείου Επισκόπου στη Θεία Λειτουργία δεν αποτελεί έκφραση προσωπικής συμπάθειας, ούτε πιστοποιητικό συμφωνίας με όλες τις πράξεις, τις απόψεις ή τις επιλογές του. Πολύ περισσότερο δεν αποτελεί πολιτική δήλωση.
Είναι πρωτίστως εκκλησιολογική πράξη. Δηλώνει την κανονική σχέση του λειτουργούντος κληρικού με τον Επίσκοπό του και, μέσω αυτού, την ενότητά του με το εκκλησιαστικό σώμα.
Γι' αυτό ακριβώς η Εκκλησία δεν άφησε τη μνημόνευση στην προσωπική κρίση του κάθε κληρικού. Εάν κάθε πρεσβύτερος μπορούσε να παύει να μνημονεύει τον Επίσκοπό του επειδή διαφωνεί με μία διοικητική απόφαση, επειδή θεωρεί λανθασμένη κάποια δημόσια τοποθέτησή του ή επειδή διαφωνεί με την πολιτική ή διεθνή στάση του, η εκκλησιαστική ενότητα θα μετατρεπόταν σε άθροισμα προσωπικών κρίσεων.
Τι λέει ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας
Ακριβώς αυτό το πρόβλημα αντιμετωπίζει ο περίφημος 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου του 861, επί Μεγάλου Φωτίου.
Ο γενικός κανόνας που θέτει είναι σαφής: δεν επιτρέπεται η διακοπή της κοινωνίας με τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο πριν από συνοδική κρίση, όταν αυτή γίνεται εξαιτίας κατηγοριών για παραπτώματα ή άλλων αιτιάσεων εναντίον του. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει στον καθένα δικαίωμα να υποκαθιστά τη συνοδική κρίση με τη δική του προσωπική απόφαση.
Υπάρχει όμως μία μεγάλη και απολύτως ρητή εξαίρεση, την οποία δεν πρέπει να αποσιωπούμε.
Ο ίδιος ο 15ος Κανόνας προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία ο Επίσκοπος ή ο Πατριάρχης κηρύττει δημόσια και απροκάλυπτα (κατά τη χαρακτηριστική κανονική διατύπωση, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ' ἐκκλησίας») αίρεση η οποία έχει ήδη καταδικασθεί από Αγίες Συνόδους ή από τους Πατέρες.
Στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία δεν απαιτεί από τον κληρικό να περιμένει πρώτα τη συνοδική καταδίκη του συγκεκριμένου Επισκόπου.
Ο Κανόνας αναφέρεται ρητά σε εκείνους οι οποίοι απομακρύνονται από την κοινωνία με τον προεστώτα τους «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως». Και όχι μόνο δεν τους επιβάλλει τις ποινές που προβλέπονται για εκείνους που προκαλούν αυθαίρετη διάσπαση, αλλά τους θεωρεί άξιους τιμής, επειδή δεν αποκόπηκαν από πραγματικούς επισκόπους λόγω προσωπικών κατηγοριών, αλλά από εκείνους που ο Κανόνας χαρακτηρίζει «ψευδεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους».
Συμπερασματικά: Η Εκκλησία έχει τους Κανόνες της. Και ένας από αυτούς, ο 15ος της Πρωτοδευτέρας, μας διδάσκει συγχρόνως δύο πράγματα: ούτε αυθαίρετη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας ούτε υποχρεωτική κοινωνία με εκείνον που κηρύττει δημόσια καταδικασμένη αίρεση.
Η χρήση της μνημόνευσης στη Μόσχα
Επομένως, η φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» δεν γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2026 στη Μόσχα. Ανήκει στη λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό, η χρησιμοποίησή της δεν μπορεί να παρουσιάζεται σαν κάποιο τέχνασμα που εφευρέθηκε εκείνη την ώρα προκειμένου να παρακαμφθεί ένα εκκλησιαστικό πρόβλημα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον.
Ο Πατριάρχης Κύριλλος είχε απέναντί του έναν κανονικό Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έναν Ιεράρχη ο οποίος δεν είχε μεταβεί κρυφά ή αυτοβούλως στη Ρωσία. Είχε ζητήσει προηγουμένως άδεια από την προϊσταμένη του εκκλησιαστική αρχή και την είχε λάβει εγγράφως. Η ίδια η Μητρόπολη Κερκύρας δημοσιοποίησε πλέον το ιστορικό: αίτημα στις 26 Ιουνίου και έγκριση της Ιεράς Συνόδου την 1η Ιουλίου 2026, με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.
Και όχι μόνο αυτό. Ο Μητροπολίτης μετέφερε στη Μόσχα και τον χαιρετισμό του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου.
Επομένως έχουμε μια εικόνα πολύ διαφορετική από εκείνη που σχηματίστηκε τις πρώτες ημέρες: ο Ιερώνυμος εγκρίνει τη μετάβαση· ο Κερκύρας μεταφέρει τον χαιρετισμό του· ο Κύριλλος τον δέχεται και συλλειτουργεί μαζί του· και κατά τη Θεία Λειτουργία αποφεύγει μια ονομαστική μνημόνευση που θα μπορούσε να δημιουργήσει εκκλησιολογική αμηχανία στον φιλοξενούμενο Ιεράρχη.
Αυτό δεν αποκαθιστά αυτομάτως την ευχαριστιακή κοινωνία Μόσχας και Αθήνας. Ούτε πρέπει να του αποδώσουμε κανονικές συνέπειες που δεν έχει.
Δείχνει όμως κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο για τη συγκεκριμένη στιγμή: ότι και μέσα σε μια βαθιά εκκλησιαστική διαφωνία μπορούν να αναζητηθούν τρόποι ώστε να μη μετατραπεί η διαφωνία σε ολοκληρωτική ρήξη μεταξύ των Ορθοδόξων.
Αυτό άλλωστε φαίνεται να είναι και το βαθύτερο μήνυμα της δημόσιας τοποθετήσεως του Κερκύρας: ότι οι δεσμοί των Ορθοδόξων λαών δεν είναι δυνατόν να διαγράφονται εξαιτίας των εκάστοτε γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.
Η Εκκλησία δεν γεννήθηκε το 2019
Υπάρχει εδώ και ένα ευρύτερο ζήτημα.
Οι σημερινές εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις γύρω από το Ουκρανικό είναι σοβαρές. Δεν πρέπει ούτε να υποτιμώνται ούτε να αποκρύπτονται. Όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει πίσω της είκοσι αιώνες ιστορίας. Γνώρισε πολύ σκληρότερες αντιπαραθέσεις μεταξύ Πατριαρχείων και Προκαθημένων και, παρ' όλα αυτά, διατήρησε τρόπους επικοινωνίας και τελικά υπέρβασης των κρίσεων.
Η συνοδικότητα, άλλωστε, αποτελεί θεμελιώδη τρόπο υπάρξεως και διοικήσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι διαφωνίες. Σημαίνει ότι η διαφωνία δεν πρέπει εύκολα να μετατρέπεται σε μόνιμη εκκλησιαστική αποξένωση.
Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η παρουσία του Αγίου Σπυρίδωνος.
Η δεξιά χείρα του Αγίου δεν ταξίδεψε πρώτη φορά εκτός Κερκύρας. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης υπενθυμίζει ότι ανάλογες μεταφορές έχουν πραγματοποιηθεί κατά το παρελθόν στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Κύπρο, στη Ρωσία, στην Ουκρανία, στη Σερβία, στη Ρουμανία, στην Πολωνία, στη Λευκορωσία και στη Γεωργία, πάντοτε με εκκλησιαστική άδεια.
Ο Άγιος, λοιπόν, δεν ανήκει σε μια γεωπολιτική παράταξη. Δεν είναι “Έλληνας” απέναντι στους “Ρώσους”, ούτε “Ρώσος” απέναντι στους “Έλληνες”. Είναι Άγιος της Ορθοδοξίας. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικότερο μήνυμα του ταξιδιού. Όταν οι εκκλησιαστικές ηγεσίες δυσκολεύονται να συνομιλήσουν, η κοινή πίστη, η λατρεία και οι Άγιοι εξακολουθούν να υπενθυμίζουν ότι πάνω από τις προσωρινές αντιπαραθέσεις υπάρχει κάτι βαθύτερο που ενώνει.
Γι' αυτό και το «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να διαβαστεί όχι ως λύση του προβλήματος (δεν είναι άλλωστε) αλλά ως προσεκτική λειτουργική αποφυγή μιας νέας πρόκλησης μέσα σε μια ήδη τραυματισμένη σχέση.
Και ίσως αυτή η μικρή λεπτομέρεια να είναι τελικά περισσότερο ελπιδοφόρα από όλον τον θόρυβο που προκάλεσε το ταξίδι.
Γιατί οι εκκλησιαστικές ρήξεις δεν θεραπεύονται με κραυγές. Θεραπεύονται όταν παραμένει ανοικτή, έστω και μια μικρή, θύρα κοινωνίας και καταλλαγής.

Ο Άγιος Σπυρίδων στη Μόσχα: Εκκλησιαστική διπλωματία ή σημείο ρήξης;
Η πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Κερκύρας, η αντίδραση Αθήνας και Κιέβου και μια απρόσμενη «χαραμάδα» στις παγωμένες σχέσεις της Ορθοδοξίας
Η εικόνα είχε από μόνη της ισχυρό συμβολισμό. Η δεξιά χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος, ενός από τους πλέον αγαπητούς Αγίους, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Ρωσία, έφθασε στη Μόσχα. Μαζί της ο Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος. Και στις 19 Αυγούστου ο Έλληνας ιεράρχης βρέθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Χριστού να συλλειτουργεί με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο.
Σε άλλες εποχές το γεγονός θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ένα μεγάλο ορθόδοξο προσκύνημα. Σήμερα όμως τίποτε στις σχέσεις Αθήνας, Κωνσταντινουπόλεως, Κιέβου και Μόσχας δεν είναι τόσο απλό.
Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα έχει δημιουργήσει ένα από τα βαθύτερα ρήγματα των τελευταίων δεκαετιών μέσα στην Ορθοδοξία. Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνώρισε την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας (OCU), ακολουθώντας την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το Πατριαρχείο Μόσχας αντέδρασε σφοδρά και διέκοψε τη μνημόνευση, μεταξύ άλλων, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον πρέπει να διαβαστεί η κίνηση του Μητροπολίτη Κερκύρας.
Η άδεια της Ιεράς Συνόδου
Ένα πρώτο σημείο πρέπει να αποσαφηνισθεί, διότι διαφορετικά ολόκληρη η συζήτηση ξεκινά από λανθασμένη βάση.
Ο Μητροπολίτης Νεκτάριος δεν μετέβη κρυφά ούτε χωρίς συνοδική άδεια στη Ρωσία.
Σύμφωνα με τον αναλυτικό απολογισμό που ο ίδιος δημοσιοποίησε, η αρχική πρόσκληση της Ρωσικής Εκκλησίας είχε φθάσει στις 10 Ιανουαρίου 2026 και αφορούσε μεταφορά της δεξιάς χειρός του Αγίου Σπυρίδωνος στην Αστάνα και στο Καζακστάν. Ο Κερκύρας υπέβαλε σχετικό αίτημα στην Ιερά Σύνοδο στις 24 Μαρτίου και έλαβε την έγκρισή της στις 5 Μαΐου.
Ακολούθησε όμως νέα πρόσκληση στις 22 Ιουνίου, με την οποία το πρόγραμμα μεταβαλλόταν ουσιωδώς: το λείψανο θα μεταφερόταν από τις 17 Αυγούστου έως τις 17 Σεπτεμβρίου στη Μόσχα και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας. Ο Νεκτάριος υπέβαλε νέο αίτημα στην Ιερά Σύνοδο στις 26 Ιουνίου και έλαβε νέα γραπτή έγκριση την 1η Ιουλίου. Τα σχετικά συνοδικά έγγραφα, όπως επισημαίνει, έφεραν την υπογραφή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου.
Επομένως, η εικόνα ενός Μητροπολίτη που αποφάσισε αυτοβούλως να μεταβεί στη Μόσχα και να μεταφέρει ένα τόσο σημαντικό κειμήλιο δεν ανταποκρίνεται στα γνωστά στοιχεία.
Το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται αλλού: μέχρι πού έφθανε η συνοδική έγκριση;
Αφορούσε μόνο τη μεταφορά του λειψάνου και το προσκύνημα ή κάλυπτε και τις εκκλησιαστικές πράξεις υψηλού συμβολισμού που ακολούθησαν;
Από το προσκύνημα στη «διπλωματία»
Εδώ ακριβώς αρχίζει η αντιπαράθεση.
Ο κ. Νεκτάριος δεν περιορίστηκε στην παράδοση του λειψάνου. Συλλειτούργησε με τον Πατριάρχη Κύριλλο, αντάλλαξε μαζί του τιμητικές διακρίσεις και εμφανίσθηκε δημοσίως σε ένα πλαίσιο που αντικειμενικά υπερέβαινε τα όρια μιας απλής προσκυνηματικής αποστολής. Η συλλειτουργία έγινε στις 19 Αυγούστου στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Χριστού.
Αυτό ήταν που προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Εκκλησιαστικές πηγές έφθασαν να χαρακτηρίσουν την ενέργεια «πραξικόπημα», ενώ δημοσιεύματα ανέφεραν ότι το ζήτημα συζητήθηκε ακόμη και στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ο όρος «πραξικόπημα» είναι ασφαλώς υπερβολικός. Αναδεικνύει όμως το βάθος της ενόχλησης: ένας συνοδικός μάλιστα Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος εμφανίζεται να αποκαθιστά στην πράξη μια λειτουργική επικοινωνία σε επίπεδο κορυφής με μια Εκκλησία της οποίας ο Προκαθήμενος έχει διακόψει τη μνημόνευση του δικού του Αρχιεπισκόπου.
Το κρίσιμο κανονικό επιχείρημα του Κερκύρας
Η απάντηση του Νεκταρίου στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Υπενθυμίζει ότι, παρά τη βαθιά σύγκρουση, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τη Ρωσική Εκκλησία. Το ίδιο, επισημαίνει, ισχύει και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει, δεν υπήρχε κανονικό κώλυμα για τη συμμετοχή του στη Θεία Λειτουργία.
Το επιχείρημα δεν είναι αμελητέο. Διότι άλλο πράγμα είναι η σοβαρή διαφωνία μεταξύ δύο Εκκλησιών και άλλο η πλήρης διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας. Και εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας ολόκληρης της πρωτοβουλίας του Κερκύρας: να χρησιμοποιήσει το γεγονός ότι η γέφυρα δεν έχει κανονικώς καταστραφεί, για να επιχειρήσει να περάσει πάνω από αυτήν.
Ο ίδιος, άλλωστε, δεν κρύβει ότι βλέπει την επίσκεψη ως κάτι περισσότερο από ένα προσκύνημα. Μιλά για ελπίδα αντιμετωπίσεως των διαφορών, επιμένει ότι οι δεσμοί των ορθοδόξων λαών δεν μπορούν να διαγραφούν για γεωπολιτικούς λόγους και θεωρεί ότι η Εκκλησία μπορεί να αποτελέσει βάση επαναπροσεγγίσεως.
Επομένως, η «εκκλησιαστική διπλωματία» δεν είναι ερμηνεία που αποδίδουν απλώς οι δημοσιογράφοι στην κίνησή του. Προκύπτει και από τη δική του επιχειρηματολογία.
Η άλλη πλευρά: μπορεί η Εκκλησία να αγνοήσει τον πόλεμο;
Εδώ βρίσκεται και το ισχυρότερο επιχείρημα των επικριτών του.
Ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν είναι ένας ουδέτερος εκκλησιαστικός παράγοντας μέσα στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Έχει ταυτισθεί σε σημαντικό βαθμό με τη ρωσική κρατική αφήγηση και έχει υποστηρίξει δημόσια τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Επομένως, λένε οι επικριτές του κ. Νεκταρίου, μια πανηγυρική συλλειτουργία μαζί του, συνοδευόμενη μάλιστα από ανταλλαγή υψηλών τιμητικών διακρίσεων, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιείται.
Η αντίδραση έφθασε και στην Ουκρανία. Η Επισκοπή Βολίν της OCU κάλεσε πιστούς της να εκφράζουν κατά τις επισκέψεις τους στην Κέρκυρα τη διαμαρτυρία τους για τη στάση του Έλληνα Μητροπολίτη, χαρακτηρίζοντας την ενέργειά του πνευματικά επιβλαβή και θεωρώντας ότι προσφέρει εικόνα αλληλεγγύης προς τη ρωσική πλευρά. Παράλληλα τον κάλεσε να επισκεφθεί την Ουκρανία και να συναντήσει οικογένειες θυμάτων του πολέμου.
Η αντίδραση αυτή αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η κίνηση του κ. Νεκταρίου ήδη παρήγαγε αποτελέσματα πολύ πέραν του προσκυνηματικού της χαρακτήρα.
Η απάντηση του Νεκταρίου: οι λαοί δεν ταυτίζονται με τις κυβερνήσεις
Ο Κερκύρας αντιστρέφει ουσιαστικά το επιχείρημα.
Χιλιάδες Ρώσοι πιστοί περίμεναν επί ώρες για να προσκυνήσουν τη δεξιά χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος. Γιατί, διερωτάται, να στερηθούν αυτοί οι άνθρωποι την ευλογία του Αγίου εξαιτίας διαφορών που δεν αφορούν την πίστη αλλά τη γεωπολιτική;
Εδώ η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Διότι πράγματι η Εκκλησία δεν μπορεί να ταυτίζει χωρίς διάκριση έναν λαό με τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας του. Όπως δεν μπορεί να αδιαφορεί για τα θύματα ενός πολέμου, έτσι δεν μπορεί να θεωρεί εκατομμύρια πιστούς πνευματικώς αποκλεισμένους επειδή το κράτος στο οποίο ζουν βρίσκεται σε σύγκρουση με τη Δύση.
Αυτή είναι ίσως η ισχυρότερη πλευρά της πρωτοβουλίας Νεκταρίου.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη όψη: η Εκκλησία οφείλει να διακρίνει τον ρωσικό λαό από τη ρωσική κρατική πολιτική, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο οφείλει να διακρίνει και την ποιμαντική προσέγγιση του ρωσικού λαού από κινήσεις που μπορούν να εκληφθούν ως δημόσια δικαίωση συγκεκριμένων εκκλησιαστικών ή πολιτικών επιλογών.
Η διάκριση αυτή είναι λεπτή αλλά καθοριστική.
Και η Ιερά Σύνοδος;
Υπάρχει τέλος μια εξέλιξη που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος συνεδρίασε στις 25 και 26 Αυγούστου. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κερκύρας ήταν μέλος της απερχόμενης συνθέσεώς της. Παρά τον δημόσιο θόρυβο και τις πληροφορίες περί μεγάλης εσωτερικής δυσαρέσκειας, στην επίσημη ανακοίνωση με την οποία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της ΔΙΣ δεν υπάρχει καμία αποδοκιμασία του Νεκταρίου ούτε καν δημόσια αναφορά στην υπόθεση.
Η σιωπή αυτή χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση.
Δεν γνωρίζουμε εάν και σε ποιο βαθμό το ζήτημα συζητήθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες. Δεν μπορούμε επομένως να μετατρέψουμε τη σιωπή σε έγκριση.
Μπορούμε όμως να διαπιστώσουμε το αντίστροφο: μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη συνοδική καταδίκη της πρωτοβουλίας.
Και αυτό έχει σημασία, ιδίως όταν η δημόσια συζήτηση έχει κατακλυστεί από ανώνυμες πληροφορίες περί «οργής», «πραξικοπήματος» και παραβιάσεως της εκκλησιαστικής γραμμής.
Μια σχεδιασμένη «χαραμάδα»;
Τι επεδίωξε λοιπόν πραγματικά ο Μητροπολίτης Κερκύρας;
Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι δεν επρόκειτο ούτε για ένα απλό προσκύνημα, ούτε όμως για μια απόπειρα ανατροπής της επίσημης θέσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος στο ουκρανικό.
Ήταν κάτι ενδιάμεσο και ίσως πιο ενδιαφέρον.
Ο κ. Νεκτάριος φαίνεται ότι επιχείρησε να αξιοποιήσει τον Άγιο Σπυρίδωνα ως πνευματική γέφυρα εκεί όπου η επίσημη εκκλησιαστική διπλωματία έχει ακινητοποιηθεί.
Δεν ανακάλεσε την απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος για την Ουκρανία, ούτε θα μπορούσε. Δεν εκπροσώπησε επισήμως την Εκκλησία της Ελλάδος σε διαπραγμάτευση με τη Μόσχα. Έδειξε όμως ότι, κάτω από το στρώμα της θεσμικής αντιπαράθεσης, εξακολουθεί να υπάρχει εκκλησιαστική κοινωνία και επομένως δυνατότητα επικοινωνίας.
Ακριβώς γι' αυτό η πρωτοβουλία προκάλεσε τόσο ισχυρές αντιδράσεις.
Οι συμβολικές κινήσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν οι επίσημες σχέσεις έχουν παγώσει.
Γέφυρα ή νέα γραμμή ρήξης;
Το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί.
Εάν η επίσκεψη παραμείνει μια μεμονωμένη ενέργεια, θα καταγραφεί ίσως ως προσωπική πρωτοβουλία ενός Ιεράρχη που διατηρούσε διαφορετική προσέγγιση στο ουκρανικό ζήτημα.
Εάν όμως ακολουθήσουν άλλες επαφές, εάν ανοίξει κάποιος δίαυλος μεταξύ Αθήνας και Μόσχας ή εάν και άλλοι Ορθόδοξοι Ιεράρχες επιχειρήσουν ανάλογες κινήσεις, τότε η παρουσία του Αγίου Σπυρίδωνος στη Μόσχα θα αποκτήσει εκ των υστέρων πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Και υπάρχει κάτι ακόμη.
Η Ορθοδοξία κινδυνεύει τα τελευταία χρόνια να μεταφέρει στο εσωτερικό της τα γεωπολιτικά σύνορα του κόσμου: Δύση και Ρωσία, ΝΑΤΟ και Μόσχα, Κίεβο και Κρεμλίνο. Αν συμβεί αυτό, οι Εκκλησίες θα καταλήξουν να λειτουργούν ως θρησκευτικές προεκτάσεις γεωπολιτικών στρατοπέδων.
Αυτό θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο εκκλησιαστικό κόστος του ουκρανικού πολέμου.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να αδιαφορεί για την εισβολή, τον πόλεμο, τους νεκρούς και τον ανθρώπινο πόνο. Αλλά ούτε μπορεί να δεχθεί ότι οι πολιτικές και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις πρέπει αναγκαστικά να μετατρέπονται σε μόνιμα εκκλησιαστικά σύνορα μεταξύ ορθοδόξων λαών.
Υπό αυτή την έννοια, η πρωτοβουλία του Κερκύρας είχε ασφαλώς κινδύνους και ίσως ορισμένοι από τους συμβολισμούς της μπορούσαν να είναι προσεκτικότεροι. Είχε όμως και ένα μήνυμα που αξίζει να μη χαθεί μέσα στον θόρυβο των αντιδράσεων: ότι οι δίαυλοι της Εκκλησίας δεν πρέπει να κλείνουν εκεί όπου κλείνουν οι δίαυλοι της πολιτικής.
Ίσως γι' αυτό η δεξιά χείρα ενός Αγίου που τιμάται και από Έλληνες και από Ρώσους απέκτησε, χωρίς να το επιδιώκει η ίδια, έναν απρόσμενο ρόλο.
Να θυμίσει ότι ανάμεσα στη ρήξη και στην υποταγή υπάρχει και ένας τρίτος δρόμος: ο δρόμος της επικοινωνίας χωρίς παραίτηση από την αλήθεια.
Το αν ο Μητροπολίτης Κερκύρας άνοιξε πράγματι αυτόν τον δρόμο ή απλώς προκάλεσε μια νέα εστία αντιπαράθεσης, θα φανεί από όσα ακολουθήσουν.
Προς το παρόν, όμως, ένα είναι βέβαιο: ο Άγιος Σπυρίδων δεν πήγε απλώς στη Μόσχα. Η παρουσία του άγγιξε ένα από τα βαθύτερα ανοικτά τραύματα της σύγχρονης Ορθοδοξίας.

Παναγία, κράτησε ζωντανή την ψυχή αυτού του τόπου
Αύριο είναι Δεκαπενταύγουστος. Το «Πάσχα του καλοκαιριού». Το δεύτερο Πάσχα των Ελλήνων.
Από την Τήνο και την Πάρο μέχρι τα μοναστήρια της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Κρήτης· από τα μεγάλα προσκυνήματα μέχρι το τελευταίο ξωκλήσι στην πλαγιά ενός βουνού ή στην άκρη ενός νησιού, χιλιάδες άνθρωποι θα προφέρουν την ίδια, τόσο οικεία λέξη: «Παναγία μου…»
Ίσως λίγες λέξεις έχουν ριζώσει τόσο βαθιά στην ψυχή αυτού του λαού.
«Παναγία μου» λέει η μάνα για το παιδί της. «Παναγία μου» ο άρρωστος για την υγεία του. «Παναγία μου» ο ναυτικός μέσα στη θάλασσα. «Παναγία μου» ο άνθρωπος που πονά, που φοβάται, που ελπίζει.
Και είναι παράξενο: σε μια εποχή όπου τόσα πράγματα μάς χωρίζουν, Εκείνη εξακολουθεί να μας ενώνει.
Γιατί η Παναγία δεν υπήρξε ποτέ για τους Έλληνες μια αφηρημένη θρησκευτική έννοια. Έγινε η Παναγιά του χωριού μας, του νησιού μας, του βουνού μας, των προσφύγων, των ναυτικών, των ξενιτεμένων. Πήρε εκατοντάδες ονόματα, γιατί κάθε τόπος θέλησε να Την αισθανθεί δική του. Και γύρω από την εικόνα Της συγκεντρώνονταν άνθρωποι, οικογένειες, χωριά ολόκληρα. Γενιές συναντούσαν γενιές. Οι ζωντανοί θυμούνταν τους κεκοιμημένους. Η πίστη γινόταν κοινότητα και η κοινότητα μνήμη.
Κι ίσως γι' αυτό ο αυριανός εορτασμός έχει σήμερα μια ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο να φτωχύνει οικονομικά. Κινδυνεύει να φτωχύνει σε σχέσεις.
Τα χωριά μας αδειάζουν. Οι οικογένειες μικραίνουν. Οι νέοι φεύγουν. Οι γειτονιές παύουν να είναι κοινότητες ανθρώπων. Η μοναξιά μεγαλώνει ακόμη και μέσα στις πολύβουες πόλεις.
Και μαζί με όλα αυτά, ένας νέος κόσμος οικοδομείται γύρω μας, στον οποίο ο άνθρωπος κινδυνεύει να γίνεται ολοένα περισσότερο αριθμός, δεδομένο, κωδικός, ψηφιακό ίχνος.
Να γνωρίζουμε τα πάντα για τον άλλον και όμως να μη γνωρίζουμε τον άλλον.
Να είμαστε διαρκώς «συνδεδεμένοι» και συγχρόνως βαθιά μόνοι.
Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο, η αυριανή γιορτή μάς θυμίζει κάτι πολύ παλιό και ταυτόχρονα πολύ σύγχρονο: Ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός. Είναι πρόσωπο.
Έχει όνομα. Έχει πατέρα και μητέρα. Έχει ρίζες. Έχει τόπο. Έχει μνήμη. Έχει ανθρώπους που αγαπά και ανθρώπους που τον αγαπούν.
Και πάνω απ' όλα έχει ανάγκη από σχέση και κοινωνία.
Ίσως λοιπόν το μεγάλο μήνυμα του φετινού Δεκαπενταύγουστου να βρίσκεται ακριβώς εδώ.
Να μη χάσουμε μέσα στην τεχνολογική ταχύτητα την ανθρώπινη εγγύτητα. Να μη θυσιάσουμε την κοινότητα στην ευκολία. Να μη λησμονήσουμε τις ρίζες μας στο όνομα μιας αόριστης «προόδου». Να μη δεχθούμε ποτέ έναν κόσμο στον οποίο η αξία του ανθρώπου θα χωρά ολόκληρη μέσα σε έναν αριθμό και σε μια ηλεκτρονική εγγραφή.
Αύριο, όμως, όταν θα χτυπήσουν οι καμπάνες στα χωριά και στα νησιά μας, θα συμβεί και κάτι ακόμη.
Ένας λαός που πολλές φορές μοιάζει κουρασμένος, διαιρεμένος και απογοητευμένος θα ξαναβρεί, έστω για λίγο, μια κοινή αναφορά.
Και όσο μια μάνα θα ανάβει ένα κερί για το παιδί της, όσο ένας ξενιτεμένος θα θυμάται την Παναγιά του χωριού του, όσο ένας άνθρωπος μέσα στη δυσκολία του θα εξακολουθεί να ψιθυρίζει «Παναγία μου, βοήθησέ με», υπάρχει ελπίδα.
Γιατί αυτό σημαίνει ότι κάτω από τη σκόνη της εποχής υπάρχει ακόμη κάτι ζωντανό.
Υπάρχει ακόμη μνήμη. Υπάρχει ακόμη πίστη. Υπάρχει ακόμη κοινότητα. Υπάρχει ακόμη ψυχή.
Χρόνια πολλά στην Ελλάδα. Χρόνια πολλά σε κάθε ελληνικό σπίτι.
Και μια ευχή στην Κυρά αυτού του τόπου: Παναγία μας, σκέπαζε τον λαό μας. Και κράτησε ζωντανή την ψυχή του.

Η Χάλκη δεν μπορεί να γίνει γεωπολιτικό αντάλλαγμα
Αν η επαναλειτουργία της σημαίνει αλλοίωση της Ορθόδοξης ταυτότητάς της, τότε το τίμημα είναι βαρύτερο από το όφελος.
Το σημερινό πρωτοσέλιδο της ΕΣΤΙΑΣ προκαλεί εύλογο προβληματισμό.
Εάν οι πληροφορίες που δημοσιεύονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης δεν αποτελεί απλώς ένα εκκλησιαστικό γεγονός. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παζάρι, στο οποίο εμπλέκονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών, Τουρκίας και Ελλάδας, ακόμη και ζητήματα όπως η προμήθεια των F-35 και οι ισορροπίες στο ΝΑΤΟ.
Αν αυτό αληθεύει, γεννάται ένα ερώτημα πολύ σοβαρότερο από κάθε διπλωματική σκοπιμότητα: Μπορεί η Εκκλησία να γίνεται αντικείμενο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης;
Η αποστολή της Χάλκης
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Να μορφώνει Ορθόδοξους κληρικούς. Να υπηρετεί την Ορθόδοξη θεολογία. Να διαφυλάσσει την αποστολική πίστη.
Δεν ιδρύθηκε ως διεθνές διαθρησκειακό εκπαιδευτικό ίδρυμα ούτε ως πανεπιστήμιο θρησκειολογικών σπουδών. Η ύπαρξή της συνδεόταν άμεσα με τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι η Τουρκία θα έχει τον αποφασιστικό λόγο στη σύνθεση των καθηγητών και των σπουδαστών, ακόμη και με συμμετοχή μουσουλμάνων φοιτητών, τότε γεννάται ένα βαθύ εκκλησιολογικό πρόβλημα.
Μία Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή δεν μπορεί να παύσει να έχει ως μοναδικό προορισμό τη διαμόρφωση Ορθόδοξου κλήρου. Η συνύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών προσανατολισμών σε μία σχολή που προετοιμάζει τους μελλοντικούς ποιμένες της Εκκλησίας μεταβάλλει αναπόφευκτα τον χαρακτήρα της.
Δεν πρόκειται για έλλειψη αγάπης προς τους ετεροδόξους ή τους αλλοθρήσκους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε συνομιλούσε με όλους. Άλλο όμως ο διάλογος. Και άλλο η αλλοίωση της ταυτότητας ενός εκκλησιαστικού θεσμού.
Η προϋπάρχουσα θεολογική πορεία της Χάλκης
Η συζήτηση αυτή δεν ξεκινά σήμερα.
Εδώ και πολλές δεκαετίες η Χάλκη ταυτίστηκε με τη θεολογική κατεύθυνση του Φαναρίου. Από τα θρανία της αναδείχθηκαν πολλοί σημαντικοί ιεράρχες, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στη συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις οικουμενικές διεργασίες.
Για τους υποστηρικτές αυτής της πορείας, ο διάλογος δικαιολογείται ως ποιμαντική ευθύνη και μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.
Για πολλούς όμως ακραιφνείς ορθοδόξους ιεράρχες, αγιορείτες μοναχούς, κληρικούς και θεολόγους, η πορεία αυτή συνιστά σοβαρή εκκλησιολογική παρέκκλιση. Θεωρούν τον σύγχρονο οικουμενισμό ασυμβίβαστο με την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και τον χαρακτηρίζουν ως πνευματικό κίνδυνο για την Εκκλησία. Πολυσέβαστοι Γέροντες, άγιοι στη συνείδηση του λαού, αλλά και επώνυμοι Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιουστίνος Πόποβιτς και ο Αγιορείτης Παΐσιος, έχουν χαρακτηρίσει ο πρώτος τον οικουμενισμό ως παναίρεση, ενώ ο δεύτερος έλεγξε αυστηρά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα για τις φιλενωτικές κινήσεις του.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτούς τους κύκλους διατυπώθηκε επανειλημμένα η άποψη ότι το κλείσιμο της Σχολής το 1971 υπήρξε, κατά παραχώρηση Θεού, ένα γεγονός που ανέκοψε την περαιτέρω διάδοση αυτής της θεολογικής κατεύθυνσης.
Είτε συμμερίζεται κανείς είτε απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι εκφράζει μία υπαρκτή και διαχρονική ευαισθησία μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ότι είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που διχάζει κλήρο και λαό.

Οικουμενικότητα δεν σημαίνει οικουμενισμός
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πράγματι οικουμενική. Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους. Δεν γνωρίζει φυλετικά ή εθνικά σύνορα.
Αυτό όμως δεν ταυτίζεται με τον σύγχρονο οικουμενισμό, ο οποίος αντιμετωπίζεται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους και μοναχούς ως θεολογική εκτροπή, ακόμα και αίρεση, επειδή τείνει να σχετικοποιήσει την αποκλειστικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Η οικουμενικότητα είναι ιδιότητα της Εκκλησίας. Ο οικουμενισμός είναι μία συγκεκριμένη θεολογική αντίληψη, η οποία αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης εντός της Ορθοδοξίας.
Αν προστεθεί τώρα και το διαθρησκειακό στοιχείο...
Εάν, πέρα από την ήδη υπάρχουσα οικουμενιστική κατεύθυνση που της αποδίδουν οι επικριτές της, η νέα Χάλκη αποκτήσει και διαθρησκειακή δομή, με επιλογές προσωπικού και σπουδαστών υπό την καθοριστική επιρροή του τουρκικού κράτους, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό: Θα πρόκειται ακόμη για Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή;
Ή για ένα νέο ίδρυμα θρησκευτικών σπουδών, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σύγχρονης γεωπολιτικής;
Η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνει αντάλλαγμα
Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλη ευλογία. Μόνον όμως εφόσον διασφαλίζεται πλήρως ο ορθόδοξος χαρακτήρας της, η ελευθερία της Εκκλησίας και η ανεξαρτησία της από κρατικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Εάν, αντιθέτως, χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ κρατών ή ως εργαλείο προώθησης ενός νέου διαθρησκειακού μοντέλου, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον η επαναλειτουργία μιας σχολής. Είναι η αλλοίωση της αποστολής της.
Και ίσως τότε το πραγματικό ερώτημα να μην είναι «να ανοίξει ή να μην ανοίξει η Χάλκη», αλλά «ποια Χάλκη πρόκειται να ανοίξει».
Γιατί η Εκκλησία έχει ανάγκη από σχολές που θα αναδεικνύουν αγίους και ορθόδοξους ποιμένες· όχι από ιδρύματα που, όσο σημαντικό κι αν είναι το ιστορικό τους όνομα, θα υπηρετούν πρωτίστως τις επιδιώξεις της διεθνούς πολιτικής.

Σκεπάζοντας τον αδελφό, ελέγχοντας τον άρχοντα
Μια αναγκαία ορθόδοξη διάκριση
Μετά το πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου», αρκετοί φίλοι μού έθεσαν ένα εύλογο ερώτημα: Αν ο χριστιανός οφείλει να σκεπάζει την αμαρτία του αδελφού του και να αποφεύγει τη διαπόμπευση του πεσμένου ανθρώπου, τι συμβαίνει όταν συναντά την αδικία στην πολιτική, στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη ή γενικότερα στην άσκηση της εξουσίας; Οφείλει και τότε να σιωπά;
Η απάντηση της ορθόδοξης παράδοσης είναι σαφής: Όχι.
Εδώ χρειάζεται μία διάκριση, η οποία συχνά χάνεται ακόμη και μεταξύ καλοπροαίρετων ανθρώπων. Άλλο είναι η προσωπική αμαρτία ενός ανθρώπου και άλλο η δημόσια άσκηση εξουσίας.
Στο προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στην πρώτη περίπτωση. Στην πτώση ενός ανθρώπου, κληρικού ή λαϊκού. Εκεί η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να γινόμαστε εισαγγελείς των αδελφών μας ούτε να μετατρέπουμε την αμαρτία τους σε δημόσιο θέαμα. Ο σκοπός είναι η μετάνοια, η θεραπεία και η σωτηρία του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο αββάς Αμμωνάς στο Γεροντικό κάθισε πάνω στο πιθάρι όπου κρυβόταν η γυναίκα του αμαρτήσαντος μοναχού. Δεν αρνήθηκε την αμαρτία. Αρνήθηκε όμως να συμμετάσχει στη δημόσια διαπόμπευση του αδελφού του.
Όταν όμως περνάμε από την προσωπική ζωή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, τα πράγματα αλλάζουν.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων του Θεού που ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι στην αδικία. Ο προφήτης Νάθαν έλεγξε τον βασιλιά Δαβίδ. Ο Ηλίας στάθηκε απέναντι στον Αχαάβ. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήλεγξε τον Ηρώδη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήλεγξε την αυτοκρατορική εξουσία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συγκρούστηκε με αυτοκράτορες. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές επιλογές που θεωρούσε επιζήμιες για την αλήθεια της πίστεως.
Η Ορθοδοξία ουδέποτε δίδαξε τη σιωπή απέναντι στην αδικία. Αντίθετα, πολλές φορές η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή.
Ο χριστιανός πολίτης έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ελέγχει τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την κατάχρηση εξουσίας, την παραβίαση του νόμου και κάθε μορφή αδικίας που βλάπτει το κοινωνικό σύνολο.
Υπάρχει όμως και εδώ ένα όριο. Ο έλεγχος δεν πρέπει να γεννιέται από μίσος. Δεν πρέπει να γίνεται από εμπάθεια. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εκδίκηση.
Διότι η ορθόδοξη παράδοση διακρίνει αυστηρά την κρίση από την κατάκριση. Η κρίση αφορά τις πράξεις. Η κατάκριση αφορά το πρόσωπο. Η κρίση εξετάζει αν μια πράξη είναι δίκαιη ή άδικη. Η κατάκριση αποφασίζει ότι ο άλλος είναι οριστικά ανάξιος, κακός ή χαμένος.
Η πρώτη αποτελεί συχνά καθήκον. Η δεύτερη αποτελεί πνευματικό κίνδυνο.
Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να πολεμά την αδικία χωρίς να μισεί τον άδικο. Να αποκαλύπτει το ψεύδος χωρίς να χάνει την αγάπη προς τον άνθρωπο. Να ζητά λογοδοσία χωρίς να ζητά εκδίκηση. Να υπερασπίζεται την αλήθεια χωρίς να δηλητηριάζεται από το πάθος.
Η στάση αυτή δεν είναι εύκολη. Είναι πολύ ευκολότερο είτε να σωπαίνεις είτε να μισείς.
Η Εκκλησία όμως ζητά κάτι δυσκολότερο: Να μην σωπαίνεις μπροστά στο κακό. Αλλά και να μη χάσεις την ψυχή σου πολεμώντας το.
Αυτό είναι το μέτρο των αγίων. Και ίσως αυτό να συνοψίζεται σε μία μόνο φράση: Να σκεπάζουμε τον αμαρτωλό, αλλά να ελέγχουμε την αδικία.
Ή ακόμη καλύτερα: Να ελέγχουμε αμείλικτα την αδικία, χωρίς ποτέ να πάψουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr