
«Θεέ μου, σε μισώ» — Όταν ο πόνος ζητά να δικάσει τον Θεό
«Θεέ μου, σε μισώ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου το κάνεις αυτό».
Δεν είναι εύκολο (και ίσως δεν είναι καν δίκαιο) να κρίνει κανείς αυτά τα λόγια, όταν βγαίνουν από το στόμα ενός ανθρώπου, που μέσα σε μία στιγμή έχασε δύο αδέλφια του και μαζί ανθρώπους που αποτελούσαν τη μισή του οικογένεια. Ο 31χρονος Κλάιντ Χότζα, όπως περιγράφει το δημοσίευμα, έφθασε στην Αθήνα για να βρεθεί μπροστά σε μια πραγματικότητα που ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται να χωρέσει. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και μια γυναίκα πέντε μηνών έγκυος.
Μπροστά σε τέτοιο πόνο ο χριστιανός δεν σηκώνει το δάχτυλο για να επιπλήξει. Σιωπά πρώτα. Συμπάσχει. Και ύστερα, αν χρειαστεί να μιλήσει, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει μια μεγάλη παρανόηση: Δεν «το έκανε» ο Θεός.
Δεν κατέρριψε ο Θεός το κτίριο
Η έκρηξη της Πλάκας ερευνάται ακόμη. Το επικρατέστερο μέχρι στιγμής σενάριο αφορά διαρροή φυσικού αερίου, ενώ εξετάζονται επίσης η εγκατάσταση του κτιρίου, πιθανές μετατροπές και οι συνθήκες που οδήγησαν στην ολοκληρωτική κατάρρευσή του. Δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα ώστε να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες.
Όμως, αυτό ακριβώς είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο: η φυσική αιτία ενός δυστυχήματος πρέπει να αναζητείται στον κόσμο των φυσικών αιτίων και, όπου υπάρχει, στην ανθρώπινη πράξη ή παράλειψη.
Ο Θεός δεν ανοίγει μια βαλβίδα αερίου. Δεν παραλείπει έναν τεχνικό έλεγχο. Δεν κατασκευάζει πλημμελώς ένα κτίριο. Δεν παραβιάζει κανόνες ασφαλείας.
Και εδώ το Ευαγγέλιο είναι εκπληκτικά επίκαιρο.
Κάποτε έπεσε ο πύργος του Σιλωάμ και σκότωσε δεκαοκτώ ανθρώπους. Ο Χριστός ρώτησε: «Εκείνοι οι δεκαοκτώ, ἐφ’ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος… δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας ἀνθρώπους; Οὐχί, λέγω ὑμῖν» (Λουκ. 13, 4-5). Δηλαδή: νομίζετε ότι αυτοί που σκοτώθηκαν από την κατάρρευση ήταν περισσότερο ένοχοι από τους άλλους; Όχι, απαντά ο Χριστός.
Δεν είπε ότι ο Θεός έριξε τον πύργο για να τους τιμωρήσει.
Η ομοιότητα με μια σημερινή κατάρρευση κτιρίου είναι εντυπωσιακή.
Ο Θεός δεν είναι τιμωρός που περιμένει να εκδικηθεί
Υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη θρησκευτική αντίληψη: συνέβη μια συμφορά, άρα «ο Θεός τιμώρησε». Αυτή όμως η μηχανιστική εξίσωση δεν είναι η ορθόδοξη αντίληψη του Θεού.
Η Γραφή λέγει καθαρά: «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13). Ο Θεός δεν δημιούργησε τον θάνατο και δεν ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων.
Η ορθόδοξη θεολογία διακρίνει το θέλημα του Θεού από την παραχώρηση του Θεού. Άλλο εκείνο που ο Θεός θέλει και ενεργεί και άλλο εκείνο που, μέσα στην ελευθερία του ανθρώπου και στη φθορά του κόσμου, επιτρέπει να συμβεί χωρίς Αυτός να είναι ο δημιουργός του κακού. Στη σχετική ορθόδοξη θεολογική διδασκαλία τονίζεται ακριβώς ότι ο πόνος και ο θάνατος δεν αποτελούν αυτό που ο Θεός αρχικά θέλησε για τον άνθρωπο και ότι η ανθρώπινη ελευθερία και οι συνέπειές της δεν πρέπει να συγχέονται με άμεση θεία ενέργεια.
Υπάρχει βεβαίως στη Γραφή η έννοια της θείας κρίσεως και της παιδαγωγίας. Αλλά άλλο κρίση και παιδαγωγία και άλλο ένας Θεός-τιμωρός που προκαλεί δυστυχήματα για να εκδικηθεί ανθρώπους.
Η ορθόδοξη παράδοση δεν γνωρίζει έναν Θεό εκδικητικό, ο οποίος ικανοποιείται προκαλώντας πόνο. Γνωρίζει τον Θεό που «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α΄ Τιμ. 2,4), τον Θεό της αγάπης, ο οποίος ακόμη και όταν παραχωρεί δοκιμασίες δεν παύει να ενεργεί σωτηριολογικά και όχι εκδικητικά.
Τότε γιατί το επέτρεψε;
Εδώ αρχίζει η δυσκολότερη ερώτηση.
Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο Θεός δεν προκάλεσε την έκρηξη, ο πιστός εύλογα θα ρωτήσει: Αφού μπορούσε να την εμποδίσει, γιατί δεν την εμπόδισε;
Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά του πανάρχαιου προβλήματος της θεοδικίας.
Πώς μπορεί να υπάρχει ένας παντοδύναμος και αγαθός Θεός και ταυτόχρονα να υπάρχουν στον κόσμο κακό, αδικία, ασθένεια, καταστροφές και —το σκληρότερο όλων— ο πόνος των αθώων;
Η δυτική φιλοσοφία ονόμασε αυτή την προσπάθεια συμφιλίωσης της αγαθότητας του Θεού με την ύπαρξη του κακού «θεοδικία». Σαν να καλείται κατά κάποιον τρόπο ο άνθρωπος να «δικαιώσει» τον Θεό απέναντι στην κατηγορία του κακού.
Η Ορθοδοξία όμως προσεγγίζει το ζήτημα διαφορετικά.
Δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει έναν λογικό τύπο που εξηγεί κάθε τραγωδία. Μπροστά στο κακό δεν μας δίνει μια εξίσωση. Μας δείχνει τον Σταυρό.
Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν παρακολουθεί από μακριά τον άνθρωπο να υποφέρει. Εισέρχεται ο ίδιος μέσα στον ανθρώπινο πόνο. Ο Χριστός κλαίει μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Αδικείται. Βασανίζεται. Σταυρώνεται. Και φθάνει να αναφωνήσει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»
Γι’ αυτό και η ορθόδοξη απάντηση στο πρόβλημα του αθώου πόνου δεν είναι πρωτίστως φιλοσοφική. Είναι σταυρική και αναστάσιμη. Ο Θεός δεν μας εξήγησε πλήρως το μυστήριο του πόνου· μπήκε μέσα σ’ αυτόν και τον νίκησε διά της Αναστάσεως. Η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση της θεοδικίας επισημαίνει ακριβώς ότι ο Σταυρός, και όχι μια αφηρημένη θεωρία θείας ανταπόδοσης, βρίσκεται στο κέντρο της χριστιανικής απάντησης στον αθώο πόνο.
«Ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ»
Και απομένει το μεγαλύτερο ίσως μάθημα ταπεινώσεως.
Δεν γνωρίζουμε γιατί ένας άνθρωπος πεθαίνει στα τριάντα του και ένας άλλος στα ενενήντα. Δεν γνωρίζουμε γιατί κάποιος επιβιβάζεται σε ένα αεροπλάνο και κάποιος άλλος το χάνει και σώζεται. Δεν γνωρίζουμε γιατί ένας βρίσκεται στο συγκεκριμένο σπίτι τη συγκεκριμένη στιγμή.
Ο απόστολος Παύλος, φθάνοντας ακριβώς μπροστά στο μυστήριο της θείας οικονομίας, δεν προσποιείται ότι το εξηγεί: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ· ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ!»
(Ρωμ. 11,33). Τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα και οι οδοί Του ανεξιχνίαστες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε δυστύχημα κρύβεται κάποιο μυστικό σχέδιο που εμείς οφείλουμε να εφεύρουμε. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Πόσες φορές, μετά από έναν θάνατο, ακούγονται εύκολες «θεολογικές» εξηγήσεις: «Τον ήθελε ο Θεός κοντά Του». «Ήταν η ώρα του». «Κάποιον σκοπό είχε ο Θεός». «Ήταν θέλημα Θεού». Τέτοιες φράσεις μπορεί να λέγονται με αγαθή πρόθεση, αλλά συχνά αποδίδουν στον Θεό πράγματα που εμείς δεν γνωρίζουμε ότι θέλησε.
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν βιάζεται να ερμηνεύσει τις βουλές του Θεού.
Μόνο άνθρωποι μεγάλης καθαρότητας, οι θεούμενοι, οι άγιοι, μπορούν κάποτε, κατά χάριν και πάντοτε μερικώς, να διακρίνουν κάτι βαθύτερο από την Πρόνοια του Θεού. Αλλά ακόμη και εκείνοι χαρακτηρίζονται πρωτίστως από τη συναίσθηση ότι το μυστήριο του Θεού υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου.
Ο Ιώβ είναι το αιώνιο παράδειγμα. Οι φίλοι του είχαν έτοιμη μια θεολογική εξήγηση για τον πόνο του: αφού υποφέρεις, κάτι κακό θα έκανες και ο Θεός σε τιμωρεί. Και αποδείχθηκαν λάθος. Ο ίδιος ο Θεός δικαίωσε τον Ιώβ απέναντι στους «ερμηνευτές» Του.
Μπορεί λοιπόν ένας άνθρωπος να φωνάξει «Θεέ μου, σε μισώ»;
Μπροστά στον άνθρωπο που μόλις έχασε τους δικούς του, η πρώτη χριστιανική απάντηση δεν πρέπει να είναι η επίπληξη.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από ανθρώπους που κραυγάζουν προς τον Θεό. «Ἕως πότε, Κύριε;» «Ἱνατί ἀπέστης μακρόθεν;» «Ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»
Ο άνθρωπος του πόνου μπορεί να θυμώσει ακόμη και με τον Θεό. Και ίσως αυτή η οργή, όταν απευθύνεται προς Εκείνον, να σημαίνει ότι εξακολουθεί να Του μιλά.
Ο Θεός δεν κινδυνεύει από την κραυγή ενός συντετριμμένου ανθρώπου. Δεν χρειάζεται εμείς να Τον υπερασπιστούμε απέναντι στο παιδί Του που πονά.
Χρειάζεται να σταθούμε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι η κραυγή να μπορέσει, ίσως κάποτε, να γίνει ερώτηση· η ερώτηση προσευχή· και η προσευχή εμπιστοσύνη.
Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Θεός επιτρέπει κάθε συγκεκριμένη τραγωδία. Γνωρίζουμε όμως κάτι άλλο. Δεν είναι Αυτός που ανοίγει τη διαρροή του αερίου. Δεν είναι Αυτός που γκρεμίζει τον πύργο του Σιλωάμ. Δεν χαίρεται με τον θάνατο. Δεν εκδικείται τον άνθρωπο.
Είναι Εκείνος που στέκεται μέσα στα ερείπια μαζί του.
Και η τελική χριστιανική απάντηση στον θάνατο δεν είναι μια φιλοσοφική εξήγηση. Είναι δύο λέξεις που ακούγονται πάνω από κάθε τάφο: «Χριστός Ανέστη».












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου