
Η αποχή δεν είναι ένα «κόμμα». Είναι ένα μήνυμα που ακόμη δεν διαβάσαμε
Διάβασα σήμερα ένα ενδιαφέρον σχόλιο με τίτλο «Όποιος τους σηκώσει θα κερδίσει τη μάχη της κάλπης». Η βασική του διαπίστωση είναι σωστή: η αποχή έχει γίνει ίσως η μεγαλύτερη πολιτική δεξαμενή της χώρας. https://www.efsyn.gr/politiki/1453690/opoios-toys-sikosei-tha-kerdisei-ti-mahi-tis-kalpis/
Μόνο που, πριν αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε ποιος θα καταφέρει να «σηκώσει» αυτούς τους ανθρώπους και να τους οδηγήσει στην κάλπη, πρέπει να απαντήσουμε σε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: Γιατί έπαψαν να πηγαίνουν;
Δεν αρκεί να μετράμε την αποχή. Πρέπει να μελετήσουμε τις αιτίες της. Και, κυρίως, να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε όσους απέχουν ως μια ενιαία και αδιαφοροποίητη μάζα.
Υπάρχει ασφαλώς η αποχή της ιδιώτευσης. Η λέξη «ιδιώτης» στην αρχαία ελληνική πολιτική αντίληψη χαρακτήριζε εκείνον που αποσυρόταν από τα κοινά και περιοριζόταν αποκλειστικά στις ιδιωτικές του υποθέσεις. Είναι ο σημερινός πολίτης της αδιαφορίας και της πολιτικής τεμπελιάς: «όλοι ίδιοι είναι», «δεν με ενδιαφέρει», «εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου».
Αλλά υπάρχει και μια εντελώς διαφορετική αποχή. Η συνειδητή αποχή. Εκείνη του ανθρώπου που ενδιαφέρεται για τα κοινά, παρακολουθεί, κρίνει, θυμώνει, αλλά τελικά δεν βρίσκει κανέναν στον οποίο να μπορεί να εμπιστευθεί την ψήφο του. Δεν απέχει επειδή δεν έχει πολιτική άποψη. Απέχει επειδή δεν βρίσκει πολιτική εκπροσώπηση. Αισθάνεται ότι άλλα ακούει πριν από τις εκλογές και άλλα βλέπει μετά. Ότι οι ιδεολογικές διαφορές συχνά εξαφανίζονται μπροστά στην άσκηση της εξουσίας. Ότι η ψήφος του χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει πολιτικές τις οποίες ουδέποτε ενέκρινε.
Και υπάρχει μια τρίτη κατηγορία, ίσως η σημαντικότερη για το μέλλον: οι «απολιτίκ» νέοι. Πολλοί νέοι δεν θέλουν καν να ακούσουν τη λέξη «πολιτική». Όχι πάντοτε επειδή δεν ενδιαφέρονται για την κοινωνία. Συχνά ενδιαφέρονται έντονα για την εργασία, τη στέγη, το περιβάλλον, την ελευθερία, την τεχνολογία, την ποιότητα ζωής, την αξιοκρατία. Αυτό που απορρίπτουν είναι την πολιτική όπως τη γνώρισαν. Μια πολιτική επαγγελματιών, κομματικών μηχανισμών, επικοινωνιακών τεχνασμάτων, υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα και μιας δημόσιας αντιπαράθεσης που πολλές φορές μοιάζει να μην έχει καμία σχέση με τα πραγματικά προβλήματα της ζωής τους.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο λάθος των κομμάτων. Πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι επικοινωνιακό: να βρουν τον σωστό τρόπο, το κατάλληλο σύνθημα, το TikTok, τον επικοινωνιολόγο που θα «προσεγγίσει» τους νέους και τους απέχοντες.
Όχι. Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως επικοινωνιακό. Είναι πρόβλημα αξιοπιστίας.
Για να ξαναγίνει η πολιτική ελκυστική πρέπει πρώτα να ξαναγίνει αληθινή. Να ξανασυνδεθεί με ιδέες και όχι μόνο με εκλογικούς μηχανισμούς. Να δώσει στον πολίτη πραγματική δυνατότητα συμμετοχής και όχι έναν ρόλο μιας ημέρας κάθε τέσσερα χρόνια.
Να μιλήσει ξανά για πατρίδα, κοινωνική δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ελευθερία, παραγωγή, δημογραφικό, παιδεία και μέλλον των νέων με συγκεκριμένες προτάσεις και όχι με διαφημιστικά συνθήματα. Να δημιουργήσει πολιτικούς που θα ζουν όπως μιλούν.
Και, πάνω απ' όλα, να αποκαταστήσει μια σχεδόν ξεχασμένη σχέση: τη σχέση λόγου και πράξης. Ο πολίτης δεν ζητά άλλον έναν σωτήρα που θα του υποσχεθεί τα πάντα. Χρειάζεται να πιστέψει ξανά ότι η συμμετοχή του μπορεί να αλλάξει κάτι.
Γι' αυτό και ο πραγματικός αντίπαλος του πολιτικού συστήματος δεν είναι σήμερα ένα άλλο κόμμα. Είναι η απιστία του πολίτη προς την ίδια την πολιτική. Και αυτή δεν αντιμετωπίζεται με δημοσκοπήσεις ούτε με προεκλογικές καμπάνιες. Χρειάζεται κάτι πολύ δυσκολότερο: ιδέα, πρόταση, ήθος και συνέπεια.
Χρειάζεται τελικά μια πολιτική ηγεσία που δεν θα προσπαθήσει απλώς να εκμεταλλευθεί εκλογικά τους θυμωμένους και τους απογοητευμένους, αλλά θα μπορέσει να τους δώσει έναν λόγο για να συμμετάσχουν ξανά. Έναν ηγέτη που θα εμπνεύσει όχι μόνο με μια ιδεολογία, αλλά κυρίως με τη συνέπεια ανάμεσα στην ιδεολογία και την πράξη.
Αν αυτό δεν συμβεί, η αποχή δεν θα είναι μια προσωρινή εκλογική δυσλειτουργία. Θα γίνεται ολοένα και περισσότερο ψήφος δυσπιστίας προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι «ποιος θα τους σηκώσει για να κερδίσει τις εκλογές». Θα είναι πολύ σοβαρότερο: ποιος θα τους κάνει να πιστέψουν ξανά ότι αξίζει να σηκωθούν.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου