
Χαμηλές βάσεις, ακόμη χαμηλότερες προσδοκίες
Ποιοι θα διδάξουν, θα ποιμάνουν και θα διοικήσουν την επόμενη Ελλάδα;
Οι βάσεις εισαγωγής του 2026 δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη πίνακα αριθμών. Είναι αποτύπωμα της κατάστασης της εκπαίδευσής μας, της κοινωνικής μας νοοτροπίας και, τελικά, του μέλλοντος που προετοιμάζουμε.
Η εικόνα είναι ανησυχητική. Στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ η βάση διαμορφώθηκε στα 8.975 μόρια και, από τις 148 θέσεις της γενικής σειράς, καλύφθηκαν μόλις 30. Έμειναν κενές 118, δηλαδή σχεδόν οκτώ στις δέκα. Στην Κοινωνική Θεολογία και Χριστιανικό Πολιτισμό η βάση περιορίστηκε στα 9.005 μόρια. Στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών Ηρακλείου δεν καλύφθηκε ούτε μία από τις 40 θέσεις της γενικής σειράς. Η υποχώρηση επεκτείνεται στις φιλολογικές και ανθρωπιστικές σχολές, ενώ σοβαρά μηνύματα εκπέμπουν και οι βάσεις ορισμένων στρατιωτικών σχολών. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται από τους αναλυτικούς πίνακες των βάσεων και των κενών θέσεων του 2026.
Χρειάζεται, βεβαίως, μια αναγκαία διευκρίνιση: η βάση μιας σχολής είναι η βαθμολογία του τελευταίου εισαχθέντος· δεν περιγράφει όλους τους φοιτητές της, ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι όποιος εισήχθη με χαμηλά μόρια είναι ανίκανος να προοδεύσει. Επηρεάζεται επίσης από τη ζήτηση, τον αριθμό των θέσεων, την επαγγελματική προοπτική και τις προτιμήσεις των υποψηφίων. Όταν, όμως, το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται, αφορά σχολές κρίσιμες για την πνευματική, εκπαιδευτική και εθνική ζωή και συνδυάζεται με εκατοντάδες κενές θέσεις, τότε παύει να είναι στατιστική λεπτομέρεια. Γίνεται σύμπτωμα.
Εκπαίδευση χωρίς παιδεία — και εκπαίδευση φτωχή
Επί χρόνια συγχέουμε την εκπαίδευση με την παιδεία. Η εκπαίδευση προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες. Η παιδεία διαμορφώνει κρίση, ήθος, γλώσσα, ιστορική συνείδηση, αίσθηση ευθύνης και εσωτερική ελευθερία. Εμείς κατορθώσαμε να φτωχύνουμε και τις δύο.
Το σχολείο δυσκολεύεται πλέον να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη: σωστή ανάγνωση, κατανοητή γραφή, συγκροτημένη σκέψη, βασική ιστορική γνώση, πειθαρχία στη μελέτη. Η αποστήθιση συνυπάρχει παράδοξα με την ημιμάθεια. Οι μαθητές περνούν από τάξη σε τάξη, παίρνουν απολυτήρια, εισάγονται ενίοτε σε πανεπιστημιακές σχολές, χωρίς πάντοτε να έχουν αποκτήσει τις βάσεις που απαιτεί η ανώτατη εκπαίδευση.
Το πανεπιστήμιο, αντί να αποτελεί την κορυφή μιας απαιτητικής μορφωτικής πορείας, μετατρέπεται συχνά σε χώρο διαχείρισης των ελλείψεων του σχολείου. Και όταν κι αυτό υποχωρεί στις απαιτήσεις του, ο τίτλος σπουδών αποσυνδέεται από την πραγματική γνώση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Παιδιά που δεν διδάχθηκαν επαρκώς γλώσσα, ιστορία, λογική και κριτική σκέψη εισέρχονται σε σχολές που απαιτούν ακριβώς αυτά τα εφόδια. Αργότερα, ορισμένα από αυτά θα γίνουν δάσκαλοι, καθηγητές, θεολόγοι, νομικοί, αξιωματικοί, διοικητικοί ή πολιτικοί. Θα κληθούν, δηλαδή, να διδάξουν, να κρίνουν, να ποιμάνουν, να διοικήσουν, να υπερασπιστούν και να νομοθετήσουν.
Το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό ούτε αφορά την αξία των νέων ως ανθρώπων. Είναι θεσμικό. Όταν ένα σύστημα απονέμει τίτλους χωρίς να εγγυάται αντίστοιχες γνώσεις, δεν υπηρετεί τη δημοκρατία· παράγει ψευδεπίγραφες ελίτ. Παράγει «ταγούς» χωρίς επαρκή πνευματικά εφόδια, οι οποίοι θα αναλάβουν τη διαποίμανση του λαού και τη διοίκηση του έθνους περισσότερο χάρη σε ένα χαρτί παρά χάρη στην πραγματική τους συγκρότηση.
Η Θεολογία, η Φιλολογία και οι στρατιωτικές σχολές δεν είναι οποιεσδήποτε σχολές
Η υποχώρηση αυτών των σχολών έχει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Ο θεολόγος δεν διαχειρίζεται απλώς πληροφορίες περί θρησκείας. Καλείται να γνωρίζει Γραφή, Πατέρες, ιστορία, φιλοσοφία και γλώσσα, να διακρίνει το εκκλησιαστικό βίωμα από τη συνθηματολογία και να μιλήσει υπεύθυνα στις συνειδήσεις των νέων. Η Θεολογία χωρίς μόχθο, γνώση και πνευματική καλλιέργεια κινδυνεύει να γίνει είτε άχρωμη θρησκειολογία είτε στείρος φανατισμός.
Ο φιλόλογος θα διδάξει στα παιδιά μας ελληνικά, ιστορία και λογοτεχνία. Εάν ο ίδιος δεν κατέχει επαρκώς τη γλώσσα, δεν θα μεταδώσει απλώς λιγότερες γνώσεις. Θα αποκόψει την επόμενη γενιά από τη μνήμη και την πολιτιστική της συνέχεια.
Ο αξιωματικός και ο υπαξιωματικός, τέλος, δεν αρκεί να έχουν μόνο σωματική ικανότητα. Χρειάζονται κρίση, πειθαρχία, τεχνική γνώση, αίσθηση αποστολής και δυνατότητα λήψης αποφάσεων σε συνθήκες κινδύνου. Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λύση επαγγελματικής αποκατάστασης για όποιον απλώς αναζητεί μια μόνιμη θέση.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι μονόδρομος — η τέχνη δεν είναι υποβιβασμός
Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί μια αλήθεια που για δεκαετίες φοβόμαστε: δεν είναι όλα τα παιδιά κατάλληλα για πανεπιστημιακές σπουδές, όπως δεν είναι όλα κατάλληλα για την ίδια τέχνη, το ίδιο επάγγελμα ή τον ίδιο τρόπο ζωής.
Αυτό δεν προσβάλλει κανέναν. Η ισότητα της ανθρώπινης αξίας δεν σημαίνει ταυτότητα ικανοτήτων και κλίσεων.
Αν ένα παιδί δεν αγαπά τα γράμματα, δεν αντέχει τη συστηματική μελέτη ή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τις γνώσεις που απαιτεί μια επιστημονική σχολή, μην το σπρώχνετε στο πανεπιστήμιο μόνο και μόνο για να αποκτήσει ένα πτυχίο. Βοηθήστε το να γνωρίσει μια τέχνη. Να γίνει άριστος ηλεκτρολόγος, μηχανικός αυτοκινήτων, ψυκτικός, ξυλουργός, τεχνικός δικτύων, γεωργός, κτηνοτρόφος, μάγειρας ή τεχνίτης.
Δεν είναι κοινωνικά κατώτερος ο τεχνίτης από τον πτυχιούχο. Κατώτερη είναι μόνο η προχειρότητα, σε όποιο επάγγελμα και αν εμφανίζεται.
Ένας καλός τεχνίτης δημιουργεί, παράγει, λύνει πραγματικά προβλήματα, αποκτά αυτονομία και στηρίζει την οικονομία. Αντίθετα, ένας κακώς προετοιμασμένος πτυχιούχος μπορεί να περάσει χρόνια σε μια σχολή που δεν αγαπά, να αποκτήσει έναν τίτλο χωρίς αντίκρισμα και τελικά να βρεθεί άνεργος, απογοητευμένος και εξαρτημένος.
Η κατεύθυνση προς την τεχνική εκπαίδευση δεν πρέπει, βεβαίως, να αποτελεί τιμωρία για τον «αδύναμο μαθητή». Ούτε να γίνεται με αυταρχικές οικογενειακές αποφάσεις. Χρειάζονται έγκαιρη διάγνωση κλίσεων, σοβαρός επαγγελματικός προσανατολισμός και ουσιαστική συναπόφαση με το ίδιο το παιδί. Γιατί υπάρχουν μαθητές που αποτυγχάνουν στο σημερινό σχολείο, όχι επειδή στερούνται ικανότητας, αλλά επειδή διαθέτουν διαφορετική —πρακτική, δημιουργική ή τεχνική— ευφυΐα την οποία το σχολείο δεν αναγνωρίζει.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η λύση δεν είναι να καταργήσουμε τις ανθρωπιστικές σχολές ούτε να ανεβάσουμε τεχνητά τις βάσεις. Η χώρα χρειάζεται θεολόγους, φιλολόγους, δασκάλους, νομικούς και αξιωματικούς, αλλά καλά μορφωμένους και πραγματικά καταρτισμένους.
Απαιτούνται:
- αποκατάσταση της γλώσσας, της ιστορίας, της λογοτεχνίας, της λογικής και της συστηματικής μελέτης στον κορμό της σχολικής παιδείας,
- πραγματική αξιολόγηση του τι έμαθε ο μαθητής και όχι απλή διεκπεραίωση της ύλης,
- έγκαιρη ενισχυτική διδασκαλία, ώστε οι αδυναμίες να αντιμετωπίζονται πριν γίνουν μόνιμα κενά,
- ουσιαστικός επαγγελματικός προσανατολισμός με αξιολόγηση κλίσεων και ικανοτήτων,
- αναβάθμιση των ΕΠΑΛ, των σχολών μαθητείας και της τεχνικής εκπαίδευσης, με σύγχρονα εργαστήρια και πραγματική σύνδεση με την εργασία,
- λιγότερες και ισχυρότερες πανεπιστημιακές σχολές, όπου αυτό επιβάλλεται από την ποιότητα και τις πραγματικές ανάγκες της χώρας,
- διατήρηση υψηλών απαιτήσεων κατά τη φοίτηση και την αποφοίτηση, ιδίως στα επαγγέλματα που συνδέονται με τη διδασκαλία, τη Δικαιοσύνη, την άμυνα και τη δημόσια ευθύνη,
- επιμόρφωση και αξιολόγηση όλων των εκπαιδευτικών θεσμών, όχι ως μηχανισμός τιμωρίας, αλλά ως εγγύηση προς τον μαθητή και την κοινωνία.
Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Να πάψουν οι γονείς να θεωρούν το πτυχίο οικογενειακό τρόπαιο και την τέχνη κοινωνική ήττα. Να πάψει το κράτος να κρύβει την ανεργία των νέων πίσω από ατελείωτες σπουδές και τίτλους. Και να πάψει το πανεπιστήμιο να υποκαθιστά το σχολείο ή να λειτουργεί ως μηχανισμός απονομής πιστοποιητικών.
Οι βάσεις του 2026 δεν μας λένε ότι τα παιδιά μας αξίζουν λιγότερο. Μας λένε ότι εμείς τους δίνουμε λιγότερα: λιγότερη γνώση, λιγότερη κατεύθυνση, λιγότερα πρότυπα, λιγότερες απαιτήσεις.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην αμάθεια. Αλλά και κανένα παιδί δεν πρέπει να καταδικάζεται σε μια ψεύτικη πανεπιστημιακή διαδρομή για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία της οικογένειας ή τη στατιστική του κράτους. Χρειαζόμαστε τον άριστο επιστήμονα και τον άριστο τεχνίτη. Όχι τον κατ’ όνομα πτυχιούχο και τον απαξιωμένο χειρώνακτα.
Γιατί ένα έθνος δεν καταρρέει μόνο όταν χαμηλώνουν οι βάσεις των σχολών του. Καταρρέει όταν χαμηλώνει τις απαιτήσεις του από εκείνους που αύριο θα διδάξουν τα παιδιά του, θα υπηρετήσουν τους θεσμούς του, θα υπερασπιστούν την πατρίδα του και θα αναλάβουν την πνευματική και πολιτική του καθοδήγηση.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου