



(Η ομιλία μου κατά την παρουσίαση του βιβλίου)
Κυρίες και κύριοι,
Όταν μιλούμε για υποχρεωτικότητα στο Δημόσιο Δίκαιο, συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο ως ενιαίο. Όμως, κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια χρήση συγκαλύπτει κρίσιμες διαφοροποιήσεις.
Η πρώτη βασική διάκριση που οφείλουμε να κάνουμε είναι ανάμεσα στις άμεσες και στις έμμεσες υποχρεωτικότητες.
1. Άμεση είναι η υποχρεωτικότητα όταν επιβάλλεται ρητά από τον νόμο ή την κανονιστική πράξη, συνοδεύεται από σαφή κύρωση, και καθιστά ευδιάκριτο το δίλημμα συμμόρφωσης ή μη συμμόρφωσης.
Πρόκειται για την κλασική μορφή που γνωρίζει το διοικητικό και συνταγματικό δίκαιο.
Είναι σκληρή, αλλά θεσμικά ειλικρινής. Και κυρίως: είναι δικαστικά ελέγξιμη με τα εργαλεία που διαθέτουμε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για τους υγειονομικούς κατά την περίοδο της πανδημίας. Εκεί ο νομοθέτης προέβη σε ρητή επιλογή: επέβαλε συγκεκριμένη υποχρέωση, επικαλούμενος λόγους δημόσιας υγείας,
και προέβλεψε συγκεκριμένες συνέπειες.
Ο δικαστής μπορούσε να ελέγξει τη συνταγματική βάση, την αναλογικότητα, τη χρονική διάρκεια, την ύπαρξη εναλλακτικών.
2. Διαφορετικό, και κατά τη γνώμη μου ποιοτικά πιο σύνθετο, είναι το φαινόμενο της έμμεσης υποχρεωτικότητας.
Εδώ δεν υπάρχει ρητή εντολή. Δεν υπάρχει άμεση κύρωση. Υπάρχει όμως αποκλεισμός. Ο πολίτης δεν υποχρεώνεται τυπικά. Απλώς αδυνατεί να ασκήσει δικαιώματα, ιδιότητες ή δραστηριότητες αν δεν συμμορφωθεί.
Αυτό το είδαμε καθαρά στην περίπτωση του γενικού πληθυσμού κατά την περίοδο των εμβολιασμών: δεν υπήρξε τυπική καθολική υποχρέωση, αλλά υπήρξε πλέγμα περιορισμών, το οποίο μετέτρεψε την επιλογή σε λειτουργικά εξαναγκασμένη συμμόρφωση.
Και εδώ γεννάται το κρίσιμο δογματικό ερώτημα: πρόκειται για απλή ρύθμιση άσκησης δικαιωμάτων ή για έμμεση υποχρέωση με συνταγματικό βάρος ισοδύναμο της άμεσης;
3. Η έμμεση υποχρεωτικότητα βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στον ψηφιακό κόσμο. Οι ψηφιακές εφαρμογές του κράτους δεν επιβάλλονται ρητά ως υποχρεωτικές, αλλά καθίστανται αναγκαίες προϋποθέσεις για πρόσβαση στη διοίκηση.
Οι ψηφιακές υποδομές δεν παρουσιάζονται ως υποχρεωτικές. Παρουσιάζονται ως «διευκόλυνση», ως «εκσυγχρονισμός», ως «αναβάθμιση υπηρεσιών». Στην πραγματικότητα όμως μετατρέπονται σε μοναδική πύλη πρόσβασης στο κράτος.
Δεν σου επιβάλλεται η ψηφιακή ταυτότητα. Αλλά χωρίς αυτήν δεν μπορείς να ταυτοποιηθείς.
Δεν σου επιβάλλεται η ψηφιακή διοίκηση. Αλλά χωρίς αυτήν δεν μπορείς να συναλλαγείς.
Δεν σου απαγορεύεται η ελευθερία. Αλλά προϋποτίθεται τεχνολογική συμμόρφωση για να ασκηθεί.
Εδώ η υποχρεωτικότητα δεν βρίσκεται σε έναν νόμο. Βρίσκεται στην αρχιτεκτονική του συστήματος.
Και αυτό είναι βαθύτατα πολιτικό.
Δεν έχουμε, λοιπόν, υποχρέωση με τη στενή έννοια. Έχουμε μετατροπή της τεχνολογικής επιλογής σε θεσμική αναγκαιότητα.
Και εδώ το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο: η υποχρεωτικότητα δεν εντοπίζεται σε μια πράξη, αλλά ενσωματώνεται στην αρχιτεκτονική του συστήματος. Ο έλεγχος της αναλογικότητας δυσχεραίνεται, διότι δεν ελέγχουμε πια μεμονωμένο μέτρο, αλλά σωρευτικές προϋποθέσεις που παράγουν συνολικό αποτέλεσμα αποκλεισμού.
4. Το ερώτημα που τίθεται, και νομίζω ότι το βιβλίο του Νικολάου Σταυριανίδη το φέρνει εύστοχα στο προσκήνιο, είναι το εξής: Πότε η έμμεση υποχρεωτικότητα παύει να είναι ανεκτή τεχνική ρύθμιση και μετατρέπεται σε σιωπηρή αναδιάρθρωση της σχέσης κράτους–πολίτη;
Διότι μια έννομη τάξη μπορεί να παραμείνει τυπικά νομότυπη και ταυτόχρονα να οδηγήσει σε συρρίκνωση της ελευθερίας όχι με απαγορεύσεις, αλλά με προϋποθέσεις.
Και ίσως αυτό είναι το δυσκολότερο καθήκον του σύγχρονου δικαστή: να αναγνωρίσει πότε η υποχρεωτικότητα δεν δηλώνεται, αλλά υπονοείται· και πότε η ελευθερία δεν καταργείται, αλλά καθίσταται ανέφικτη.
Με αυτή την έννοια, το παρόν βιβλίο δεν είναι απλώς επίκαιρο. Είναι εργαλείο νομικού αναστοχασμού σε μια εποχή όπου η υποχρέωση αλλάζει μορφή χωρίς να αλλάζει όνομα.
Ιδιαίτερα, θέλω να συγχαρώ τον συγγραφέα για τις εύστοχες και βαθιά φιλοσοφημένες σκέψεις που διατυπώνονται σε εκείνα τα άρθρα για τη χειραγώγηση και το δικαίωμα στη ζωή και την υγεία, με ιδιαίτερη αναφορά στο άρθρο που αφορά την ακραία εκδοχή της υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών στους υγειονομικούς.
Ίσως, τελικά, το βαθύτερο ερώτημα που μας θέτει η σύγχρονη υποχρεωτικότητα δεν είναι νομικό, αλλά υπαρξιακό. Δεν είναι αν ο πολίτης υπακούει στον νόμο — αυτό πάντοτε συνέβαινε.
Είναι αν εξακολουθεί να υπάρχει ως πρόσωπο πριν από το σύστημα. Το εντοπίζει πολυεδρικά ο Νικόλαος Σταυριανίδης στο άρθρο του: «Δεν έγινε ο άνθρωπος για το σύστημα αλλά το σύστημα για τον άνθρωπο».
Όταν η συμμόρφωση δεν ζητείται αλλά προϋποτίθεται, όταν η επιλογή δεν απαγορεύεται αλλά καθίσταται αδύνατη, τότε η ελευθερία δεν χάνεται θορυβωδώς· απλώς σιωπά.
Και ίσως το καθήκον του δικαστή —και του νομικού γενικότερα— δεν είναι μόνο να ελέγχει τη νομιμότητα των υποχρεώσεων, αλλά να θυμίζει ότι το κράτος δικαίου δεν οικοδομήθηκε για να διαχειρίζεται ανθρώπους, αλλά για να προστατεύει πρόσωπα.
Αν όλα αυτά συμβαίνουν, τότε ας το πούμε καθαρά: το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι υποχρεωτικότητες. Είναι η ανοχή μας σε αυτές.
Και εδώ ο νομικός κόσμος δεν μπορεί να σταθεί στο περιθώριο. Διότι όταν οι υποχρεωτικότητες μετακινούνται από το νόμο στο σύστημα, όταν ο εξαναγκασμός παύει να είναι ρητός και γίνεται λειτουργικός, η σιωπή του νομικού δεν είναι τεχνική ουδετερότητα. Είναι πολιτική στάση.
Αν εμείς σιωπήσουμε, οι ψηφιακές υποχρεωτικότητες θα παρουσιαστούν ως αυτονόητες. Αν εμείς προσαρμοστούμε, η απώλεια της ελευθερίας θα βαφτιστεί πρόοδος. Και αν εμείς αρκεστούμε στη διαχείριση, τότε το δίκαιο θα πάψει να είναι όριο της εξουσίας και θα γίνει εργαλείο της.
Ο ρόλος του δικαστή, του δικηγόρου, του νομικού επιστήμονα δεν είναι να νομιμοποιεί κάθε νέα κανονικότητα. Είναι να τη δοκιμάζει, να τη φθείρει, να της αντιστέκεται όταν απειλεί τον πυρήνα της ελευθερίας. Διότι τα δικαιώματα δεν χάνονται πάντα με νόμους.
Χάνονται όταν κανείς δεν τα υπερασπίζεται.
Και αν δεχθούμε ότι η ελευθερία επιτρέπεται μόνο εφόσον το σύστημα το προβλέπει,
τότε δεν θα έχουμε απλώς αποτύχει ως νομικοί. Θα έχουμε συμβάλει.
Αν εμείς δεν αντισταθούμε στην υποχρεωτική κανονικότητα, το δίκαιο δεν θα καταλυθεί — θα χρησιμοποιηθεί εναντίον της ελευθερίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια

Γεώργιος Αποστολάκης, αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.
Με ιδιαίτερη συγκίνηση και βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης καταθέτω αυτές τις γραμμές με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου της λογίας μοναχής Θεοτέκνης, μέλους της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων. Το έργο αυτό, τέταρτος και τελευταίος τόμος της μνημειώδους σειράς «Το πέτρινο δάσος», αφιερωμένος στη Μονή Αγίου και Μεγάλου Μετεώρου, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη επιστημονική συμβολή, αλλά ένα έργο ζωής, καρπός μακράς έρευνας, προσευχής και πνευματικής ωρίμανσης.
Σε έναν καιρό όπου η ιστορική μνήμη συχνά αποσπασματοποιείται και η παράδοση αντιμετωπίζεται είτε επιφανειακά είτε εργαλειακά, η μοναχή Θεοτέκνη προσφέρει ένα έργο σπάνιας πληρότητας και ακρίβειας. Οι επτακόσιες σελίδες του τόμου αυτού δεν είναι απλώς συσσώρευση πληροφοριών· είναι μια οργανική σύνθεση ιστορίας, θεολογίας, φιλολογίας και βιωματικής γνώσης του μοναστικού πολιτισμού των Αγίων Μετεώρων. Οι πηγές που αξιοποιούνται, πολλές εκ των οποίων δυσπρόσιτες ή παραγνωρισμένες, φωτίζουν πτυχές της ιστορίας της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου με τρόπο πρωτότυπο και τεκμηριωμένο, καθιστώντας το βιβλίο σημείο αναφοράς για κάθε μελλοντική μελέτη.
Η συγγραφέας, γνωστή ήδη από προηγούμενες επιστημονικές της ανακοινώσεις σε μοναστικά και ιστορικά συνέδρια, αποδεικνύει και στον παρόντα τόμο την ικανότητά της να γεφυρώνει τον ακαδημαϊκό λόγο με το εκκλησιαστικό ήθος. Η γραφή της είναι νηφάλια, αυστηρή όπου απαιτείται, αλλά και διαποτισμένη από μια εσωτερική ευγένεια που μαρτυρεί όχι μόνο γνώση, αλλά και βίωμα. Δεν πρόκειται για ψυχρή καταγραφή γεγονότων, αλλά για μια ερμηνευτική προσέγγιση που σέβεται το πνεύμα του τόπου και των ανθρώπων που τον σφράγισαν.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στη συμβολή της μοναχής Θεοτέκνης στη σύγχρονη υμνογραφία. Ως συγγραφέας και υμνογράφος, γνωρίζει σε βάθος τη γλώσσα της Εκκλησίας, όχι μόνο ως αντικείμενο μελέτης, αλλά ως ζώσα εμπειρία. Για όσους είχαμε την ευλογία να μαθητεύσουμε κοντά της, η προσφορά της υπήρξε καθοριστική. Με υπομονή, διάκριση και αληθινή ταπείνωση, μας δίδαξε όχι απλώς τεχνικές σύνθεσης υμνογραφημάτων, αλλά έναν τρόπο εκκλησιαστικού φρονήματος: να ακούμε την Παράδοση πριν επιχειρήσουμε να μιλήσουμε με τη δική μας φωνή.
Η προσωπική μου ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό της είναι βαθιά και ανεξίτηλη. Ό,τι τυχόν καλό υπάρχει στη μικρή και ασήμαντη, δική μου, πορεία στον χώρο της υμνογραφίας φέρει, άμεσα ή έμμεσα, το αποτύπωμα της διδασκαλίας της. Και ακριβώς γι’ αυτό αισθάνομαι χρέος, αλλά και τιμή, να καταθέσω δημόσια τον σεβασμό μου για το έργο αυτό, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας απλής επιστημονικής έκδοσης.
Παρά τη σπουδαιότητα και το εύρος της προσφοράς της, η ίδια παραμένει πιστή στο μοναχικό ήθος της αφάνειας. Δεν επιζητεί προβολή ούτε επαίνους. Ωστόσο, η Εκκλησία και ο επιστημονικός κόσμος οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι τέτοια έργα δεν γράφονται συχνά. Το «Πέτρινο δάσος», και ιδίως ο παρών τόμος, θα μείνει ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές: ως υπόδειγμα σοβαρής έρευνας, ως μαρτυρία αγάπης προς την ιστορία των Μετεώρων και ως σιωπηλή ομολογία ότι η αληθινή γνώση γεννιέται εκεί όπου συναντώνται η επιστήμη και η προσευχή.
Με βαθύ σεβασμό και ευγνωμοσύνη, αποδίδω στη μοναχή Θεοτέκνη τις πρέπουσες τιμές, γνωρίζοντας ότι η μεγαλύτερη τιμή για εκείνη είναι να συνεχίσει να διακονεί αθόρυβα την αλήθεια, την Εκκλησία στο μοναστικό πεδίο και τον πολιτισμό μας. Το έργο της ήδη μιλά — και εύχομαι να συνεχίσει να μιλά — για πολλά χρόνια ακόμη, όσα της δώσει ο Καλός Θεός!
Θερμά συγχαρητήρια και στο Ιερό Κοινόβιο του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, έκδοση του οποίου είναι το βιβλίο. Πάντα πρωτοπόρες!
Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2025.
Του ΘΟΔΩΡΗ ΛΕΝΝΑ, Καθημερινή
Ζητήσαμε από τον στοχαστή να συνομιλήσει με το bot της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Εκείνος είχε ετοιμάσει σχολαστικά σημειώσεις. Εκείνο ήταν έτοιμο να απαντήσει αν υπάρχει Θεόςτου .
Πριν από τις συστάσεις, η σκηνή: Ο Στέλιος Ράμφος, ένα λάπτοπ και ένα μικρόφωνο. Τα χέρια του χαϊδεύουν μερικές χειρόγραφες σημειώσεις που έχει προετοιμάσει. Απτική επαφή με τα «όργανα» της τεχνολογίας δεν θα υπάρξει τις επόμενες δύο ώρες. Μοναδικός διαμεσολαβητής ανάμεσα σε εκείνον και την τεχνητή νοημοσύνη, ο συντάκτης του παρόντος κειμένου που θα «κλικάρει» το κουμπί της ηχογράφησης σε κάθε απόκριση του ενός συνομιλητή προς την καρτέλα του ChatGPT.Και μετά οι συστάσεις.«Πολύ καλησπέρα σας. Είμαι ο Στέλιος Ράμφος. Με ποιον έχω την τιμή να μιλάω; Τον, την ή το ChatGPT;».
![]()
Ελάχιστος αισθάνεται σήμερα, όποιος επιχειρεί να εκφωνήσει λόγο πανηγυρικό, αφιερωμένο στη μνήμη ενός εκκλησιαστικού γεγονότος, παμμεγίστου και εξαιρετικού, που άλλαξε την πορεία του ανθρώπου, και εν τω νυν και εν τω μέλλοντι αιώνι.
Πρόκειται για το θαύμα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που κατεγράφη ιστορικώς, για να υπενθυμίζει διαρκώς ότι ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός, μανιώδης εραστής του ανθρώπου, επεμβαίνει στον ρου της ανθρώπινης ιστορίας θαυματουργικώς, ελευθερώνει το πλάσμα Του από τη δουλεία της αμαρτίας και το σώζει αιωνίως. Αρκεί ο άνθρωπος να Του το επιτρέψει, δηλαδή να Τον εμπιστευθεί, να πιστέψει στο Θαύμα, πριν αυτό συντελεστεί. Και τότε «Μεγάλα τα της Πίστεως κατορθώματα»!
Εννέα μήνες πριν τη Γέννηση του Χριστού, ποιος άνθρωπος από τον παλαιό κόσμο θα μπορούσε να πιστέψει στο θαύμα του Ευαγγελισμού, της Θείας Συλλήψεως, του Θείου Τόκου, της Θείας Γεννήσεως; Υπήρχε τότε ανθρώπινο μάτι να δει Αρχάγγελο; Υπήρχε ανθρώπου αυτί να τον ακούσει; Υπήρχε ανθρώπου στόμα να του μιλήσει;
Ναι, υπήρχε! Το πιο αγνό και καθαρό, το πιο φωτεινό και λαμπερό, το πιο ταπεινό και πράο κορίτσι που έφεραν στο τέλος του παλαιού κόσμου γονείς άγιοι: H Παρθένος Μαρία, η άσπιλος νύμφη, το πολύτιμο σκεύος Θείας εκλογής, η Παναγία Κόρη ανθρώπου! Μόνον Αυτή, η καθαρά και αμόλυντος θυγάτηρ Ιωακείμ και Άννης είδε και άκουσε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και άνοιξε εκείνα τα νεκταρώδη χείλη και ταπεινά απάντησε : «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. α΄38). Πίστεψε στο Θαύμα, πριν συμβεί. Κι έτσι το μέγιστο θαύμα συντελείται: ο Λόγος του Θεού ασπόρως σπείρεται και μυστικώς σαρκώνεται! Ο Νέος Αδάμ ταπεινώς γεννάται, αδίκως σταυρώνεται και τριήμερος νεκρός λαμπρώς ανασταίνεται, για να αναστήσει το ανθρώπινο γένος από τον θάνατο της αμαρτίας και να ανακαινίσει ολόκληρη την κτίση.

Εδώ και 3.000 (μη πω και 4.000) χρόνια, οι Έλληνες λέμε ακριβώς τις ίδιες ατάκες!
Μιλάμε την ίδια ακριβώς γλώσσα. Σε κανένα άλλο λαό δεν γίνεται αυτό.
Παραδείγματα:
1. Ένα χελιδόνι (ή ένας κούκος) δεν φέρνει την άνοιξη.
Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεἶ - Ειπώθηκε από τον Αίσωπο και έμεινε ως παροιμία που χρησιμοποιούσαν συχνά ο Αριστοτέλης, ο Στοβαίος και ο Αριστοφάνης. Επικράτησε η εκδοχή με τον κούκο.
2. Το ένα χέρι, νίβει το άλλο.
ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει - Στίχος του Πυθαγόρειου φιλόσοφου
και ποιητή, Επίχαρμου.
Προ ημερών (6.12.204) αναχώρησε για την Χώρα των Ζώντων ο μεγάλος διανοητής, κριτικός θεάτρου, φιλόλογος, μεταφραστής Κων. Γεωργουσόπουλος, ο και Κ.Χ. Μύρης καλούμενος.
Διαβάστε πιο κάτω τον βίο του, όπως τον διηγήθηκε ο ίδιος το 2016. Αιωνία η μνήμη του.
Εμείς δημοσιεύουμε ένα, άλλου είδους, κείμενό του που αναφέρεται στις μνήμες του από τη Αταλαντιανή μάμμη του. Το προκρίναμε από την ανεξάντλητη βάση των γραφών του γιατί είναι «άλλου είδους». Έχουμε τη γνώμη ότι είναι εμπνευσμένο από τα πατερικά κείμενα, είναι το ίδιο μια προέκτασή τους, είναι πατερικό κείμενο. Φανερώνει, χωρίς άλλο, το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και ήθος του εκλιπόντος.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr