
Η ελευθερία του προσώπου στον ψηφιακό πολιτισμό
Το ανθρώπινο αυτεξούσιο ενώπιον των σύγχρονων προκλήσεων
Εισήγηση στην θεολογική ημερίδα με θέμα: "Ελευθερία: Δικαίωμα, Δώρο ή Ευθύνη;", Σύλλογος Θεολόγων "Μέθεξις"
Εισαγωγή — Το πραγματικό ερώτημα
Όταν μιλούμε για την ψηφιακή εποχή, η συζήτηση συνήθως περιορίζεται στα οφέλη ή στους κινδύνους της τεχνολογίας. Μας λένε ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη και ότι όλα εξαρτώνται από τη χρήση της. Η διαπίστωση αυτή είναι εν μέρει σωστή, αλλά δεν είναι πλέον αρκετή. Διότι σήμερα δεν έχουμε απλώς νέα εργαλεία στα χέρια μας. Διαμορφώνεται σταδιακά ένα ολόκληρο περιβάλλον ζωής: ένα σύστημα μέσα στο οποίο εργαζόμαστε, συναλλασσόμαστε, ενημερωνόμαστε, επικοινωνούμε, αποδεικνύουμε ποιοι είμαστε και ασκούμε τα δικαιώματά μας.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε ή όχι την τεχνολογία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα υπηρετεί ποιον. Θα υπηρετεί το ψηφιακό σύστημα τον άνθρωπο ή θα υποχρεώνεται ο άνθρωπος να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του συστήματος; Θα παραμένει πρόσωπο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, ή θα μετατρέπεται σε σύνολο δεδομένων, σε ψηφιακό προφίλ, σε προβλέψιμη συμπεριφορά; Και ακόμη βαθύτερα: θα εξακολουθεί να μπορεί να λέει ελεύθερα «ναι» και «όχι», να αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του και να ακολουθεί τη συνείδησή του, ακόμη και όταν αυτή αντιστέκεται στην επιβαλλόμενη κανονικότητα;
Αυτό είναι το ανθρωπολογικό και πνευματικό πρόβλημα του ψηφιακού πολιτισμού. Δεν είναι μία τεχνική διαφορά για κάρτες, αριθμούς και εφαρμογές. Είναι ερώτημα για το ποιος είναι ο άνθρωπος και σε ποιον ανήκει η ελευθερία του.
1. Το αυτεξούσιο ως θεόσδοτο γνώρισμα του προσώπου
Η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον άνθρωπο πλασμένο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Η εικόνα αυτή δεν εξαντλείται στη λογική ικανότητα. Φανερώνεται και στο αυτεξούσιο: στη δυνατότητα του ανθρώπου να στραφεί ελεύθερα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να αγαπήσει, να αρνηθεί, να μετανοήσει, να δημιουργήσει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνδέει ρητά το λογικό με το αυτεξούσιο. Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας βοηθεί να κατανοήσουμε ότι η ανθρώπινη ελευθερία βρίσκει την πληρότητά της όχι στην αυθαιρεσία, αλλά στην ελεύθερη κίνηση προς το αγαθό.
Η ορθόδοξη αντίληψη της ελευθερίας διαφέρει τόσο από τον ατομικισμό, όσο και από τον καταναγκασμό. Ελευθερία δεν σημαίνει «κάνω ό,τι θέλω»· σημαίνει ότι δεν είμαι ένα προγραμματισμένο ον. Μπορώ να υπερβώ την επιθυμία, τον φόβο, το συμφέρον και την πίεση. Μπορώ να θυσιαστώ. Μπορώ να ομολογήσω. Μπορώ να πω το «γενηθήτω» της Παναγίας, αλλά ακριβώς επειδή μπορώ και να το αρνηθώ. Η αγάπη χωρίς ελευθερία παύει να είναι αγάπη, η πίστη χωρίς ελευθερία παύει να είναι πίστη και η αρετή χωρίς δυνατότητα επιλογής μετατρέπεται σε μηχανική συμμόρφωση.
Γι’ αυτό ο Θεός δεν καταργεί το αυτεξούσιο ούτε ακόμη και όταν ο άνθρωπος το χρησιμοποιεί εναντίον Του. Καλεί, δεν εξαναγκάζει. «Όπου το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία». Και ο Χριστός δεν ζητεί απλώς εξωτερική πειθαρχία, αλλά ελεύθερη ανταπόκριση: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν». Το «εἴ τις θέλει» αποτελεί το θεμέλιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας.
Από εδώ προκύπτει και η προσωπική ευθύνη. Εάν οι αποφάσεις μου λαμβάνονται από άλλους, εάν η συμπεριφορά μου κατευθύνεται αθέατα, εάν οι διαθέσιμες επιλογές έχουν ήδη φιλτραριστεί και ιεραρχηθεί για λογαριασμό μου, τότε περιορίζεται όχι μόνο η ελευθερία αλλά και η ευθύνη μου. Ο άνθρωπος παύει βαθμιαία να είναι υποκείμενο αποφάσεως και γίνεται αντικείμενο διαχειρίσεως.
2. Από το εργαλείο στο περιβάλλον διαμορφώσεως
Η τεχνολογία υπηρέτησε πολλές φορές τον άνθρωπο και εξακολουθεί να το πράττει. Η άμεση επικοινωνία, η πρόσβαση στη γνώση, οι ιατρικές εφαρμογές, η διευκόλυνση του αναπήρου ή του απομακρυσμένου πολίτη είναι πραγματικά αγαθά. Η Εκκλησία δεν έχει λόγο να τα αρνηθεί. Η άκριτη απόρριψη κάθε τεχνολογικής προόδου θα ήταν εξίσου ρηχή με την άκριτη αποθέωσή της.
Ωστόσο, το ψηφιακό μέσο έχει μία ιδιαιτερότητα. Δεν εκτελεί μόνο την εντολή μας· καταγράφει τη συμπεριφορά μας. Μαθαίνει τις προτιμήσεις μας, συσχετίζει τις κινήσεις μας, προβλέπει την επόμενη ενέργειά μας και, ολοένα συχνότερα, διαμορφώνει το πεδίο μέσα στο οποίο θα επιλέξουμε. Η πλατφόρμα δεν μας δείχνει απλώς πληροφορίες. Επιλέγει ποιες πληροφορίες θα δούμε, με ποια σειρά, πόσο συχνά και με ποιο συναισθηματικό φορτίο. Ο αλγόριθμος δεν απαγορεύει πάντοτε. Πολύ αποτελεσματικότερα, ωθεί, αποθαρρύνει, ανταμείβει, αποκρύπτει ή επαναλαμβάνει.
Έτσι περνούμε από την εξωτερική επιβολή στην αθέατη καθοδήγηση. Ο παλαιός καταναγκασμός έλεγε: «θα κάνεις αυτό». Ο ψηφιακός καταναγκασμός μπορεί να οργανώνει το περιβάλλον έτσι ώστε να πιστεύουμε ότι επιλέξαμε μόνοι μας αυτό που κάποιος άλλος είχε ήδη καταστήσει πιθανότερο. Η ελευθερία δεν καταργείται θεαματικά· ατροφεί αθόρυβα.
Η εξάρτηση αυτή εντείνεται όταν η πρόσβαση σε βασικά αγαθά συνδέεται με μία μοναδική ψηφιακή πύλη: με έναν καθολικό αναγνωριστικό αριθμό, με μία ηλεκτρονική ταυτότητα, με ένα πορτοφόλι εφαρμογών, με βιομετρική επαλήθευση ή με μία αλγοριθμική αξιολόγηση. Τότε η άρνηση δεν έχει μόνο το κόστος της ταλαιπωρίας. Μπορεί να συνεπάγεται αδυναμία συναλλαγής, μετακινήσεως, εργασίας ή προσβάσεως σε υπηρεσίες. Μία επιλογή που συνοδεύεται από κοινωνικό αποκλεισμό δεν είναι πραγματικά ελεύθερη επιλογή.
Δεν είναι λοιπόν αρκετό να μας λέγουν ότι η ψηφιακή διαδικασία είναι ασφαλής ή βολική. Πρέπει να ερωτούμε: είναι προαιρετική; Υπάρχει ισότιμη αναλογική εναλλακτική; Μπορεί ο πολίτης να αρνηθεί χωρίς να τιμωρηθεί; Ποιος ελέγχει τη διασύνδεση των δεδομένων; Μπορεί μία αλγοριθμική απόφαση να επανεξεταστεί από άνθρωπο; Εάν αυτά δεν κατοχυρώνονται, η ευκολία μετατρέπεται σταδιακά σε εξάρτηση και η εξάρτηση σε μέσο εξουσίας.
3. Το ανθρώπινο και γνωστικό πεδίο ως πεδίο επιχειρήσεων
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η συζήτηση για τον λεγόμενο «γνωστικό πόλεμο» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε θεωρίες συνωμοσίας. Αρκεί να διαβάσουμε τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και τις επίσημες σελίδες της Συμμαχικής Διοίκησης Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ.
Στα κείμενα αυτά ο γνωστικός πόλεμος περιγράφεται ως σύνολο δραστηριοτήτων που, σε συντονισμό με άλλα μέσα ισχύος, αποβλέπουν στο να επηρεάσουν στάσεις και συμπεριφορές, επηρεάζοντας, προστατεύοντας ή διαταράσσοντας τη νόηση ατόμων και ομάδων, ώστε να αποκτηθεί πλεονέκτημα. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού διαχειρίζεται ήδη ένα “Cognitive Warfare Exploratory Concept” (=Ερευνητική Ιδέα Γνωστικού Πολέμου), ενταγμένο στην ευρύτερη ατζέντα αναπτύξεως του πολέμου. Σε σχετικές μελέτες του Innovation Hub (=κόμβος καινοτομίας) προτάθηκε μάλιστα να θεωρηθεί το “Human Domain”, το ανθρώπινο πεδίο, ως έκτος τομέας επιχειρήσεων, δίπλα στη γη, τη θάλασσα, τον αέρα, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο.
Εδώ απαιτείται ακρίβεια. Το ΝΑΤΟ δεν έχει ανακηρύξει επισήμως και οριστικά τον ανθρώπινο νου ως έκτο επιχειρησιακό τομέα. Πρόκειται για πρόταση και για εξελισσόμενη εννοιολογική επεξεργασία. Όμως η ίδια η πρόταση είναι αποκαλυπτική της κατευθύνσεως. Σε μελέτη του 2020 το ανθρώπινο πεδίο ορίζεται, δοκιμαστικά, ως η σφαίρα μέσα στην οποία σχεδιάζονται και εφαρμόζονται στρατηγικές που στοχεύουν τις γνωστικές ικανότητες ατόμων ή κοινοτήτων, ιδίως με ψηφιακά εργαλεία, ώστε να επηρεάζουν την αντίληψη και τη συλλογιστική τους και να αποκτούν έλεγχο στους μοχλούς λήψεως αποφάσεων, αντιλήψεως και συμπεριφοράς.
Η επίσημη αιτιολόγηση είναι κυρίως αμυντική: οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν παραπληροφόρηση, ψυχολογικές επιχειρήσεις, κοινωνική μηχανική, δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη για να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη, να πολώσουν τις κοινωνίες και να επηρεάσουν αποφάσεις. Η απειλή είναι πραγματική. Η προπαγάνδα είναι παλαιά όσο και ο πόλεμος, αλλά η ψηφιακή τεχνολογία της δίνει πρωτοφανή ακρίβεια, ταχύτητα, εξατομίκευση και κλίμακα.
Το θεμελιώδες, όμως, ερώτημα παραμένει: όταν για να αμυνθείς απέναντι στη χειραγώγηση αναπτύσσεις και εσύ ικανότητες χαρτογραφήσεως, προβλέψεως και επηρεασμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ποιος εγγυάται ότι οι δυνατότητες αυτές θα μείνουν μόνο απέναντι σε έναν εξωτερικό αντίπαλο; Πού τελειώνει η προστασία της κοινωνίας και πού αρχίζει η διαχείριση της κοινωνίας; Ποιος ορίζει ποια πληροφορία είναι επικίνδυνη, ποια αντίδραση είναι “ανθεκτική” και ποια γνώμη θεωρείται προϊόν εχθρικής επιρροής;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας διεθνής οργανισμός σαν το ΝΑΤΟ μελετά τις νέες μορφές πολέμου. Θα ήταν αφελές να μην τις μελετά. Το πρόβλημα γεννιέται όταν η ίδια η ανθρώπινη συνείδηση αντιμετωπίζεται με τη γλώσσα του επιχειρησιακού πεδίου, όταν η σκέψη γίνεται στόχος, η συγκίνηση μετατρέπεται σε δεδομένο, η συμπεριφορά σε επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και ο πολίτης σε “ακροατήριο” που πρέπει να διαμορφωθεί.
Και εδώ συναντώνται ο γνωστικός πόλεμος με την καθημερινή ψηφιακή οικονομία. Οι ίδιες τεχνικές (συλλογή δεδομένων, ψυχομετρική ανάλυση, εξατομικευμένα μηνύματα, εκμετάλλευση ταυτότητας και συναισθήματος, τεχνητή νοημοσύνη) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διαφήμιση, πολιτική επικοινωνία, δημόσια πολιτική ή στρατιωτική επιρροή. Διαφέρουν οι σκοποί, αλλά η υποδομή είναι συγγενής: για να επηρεάσεις αποτελεσματικά έναν άνθρωπο, πρέπει προηγουμένως να τον καταστήσεις μετρήσιμο και προβλέψιμο.
Η βαθύτερη απειλή, επομένως, δεν είναι μόνον η παρακολούθηση όσων κάνουμε. Είναι η φιλοδοξία να προβλέπονται και να διαμορφώνονται όσα πρόκειται να θελήσουμε. Από τον έλεγχο της πληροφορίας περνούμε στον έλεγχο της προσοχής· από τον έλεγχο της προσοχής στη διαμόρφωση της επιθυμίας· και από τη διαμόρφωση της επιθυμίας στην καθοδήγηση της αποφάσεως. Εκεί ακριβώς αγγίζεται ο πυρήνας του αυτεξουσίου.
4. Ελευθερία συνειδήσεως και ελευθερία ομολογίας
Η ελευθερία της συνειδήσεως δεν προστατεύεται μόνο όταν το κράτος μας επιτρέπει να πιστεύουμε εσωτερικά ό,τι θέλουμε. Προστατεύεται όταν μπορούμε να ζούμε σύμφωνα με αυτήν την πίστη. Η συνείδηση που επιτρέπεται να υπάρχει μόνο ως ιδιωτικό συναίσθημα, χωρίς δικαίωμα αρνήσεως και χωρίς δημόσια συνέπεια, δεν είναι ελεύθερη.
Στον ψηφιακό πολιτισμό μπορεί να αναδυθεί μία νέα μορφή διωγμού, λιγότερο θεαματική αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική. Δεν απαιτεί φυλακή ούτε απαγόρευση της πίστεως. Αρκεί να οργανωθεί η καθημερινότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε όποιος δεν συμμορφώνεται να μην μπορεί να εργαστεί, να ταξιδέψει, να πληρώσει, να λάβει υπηρεσίες ή να ακουστεί στον δημόσιο χώρο. Ο αποκλεισμός μπορεί να αυτοματοποιηθεί και η ευθύνη να διαχυθεί: “δεν σας αποκλείει κάποιος άνθρωπος· έτσι λειτουργεί το σύστημα”. Αλλά πίσω από κάθε σύστημα υπάρχουν ανθρώπινες επιλογές, νομοθέτες, σχεδιαστές και συμφέροντα.
Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η ομολογία δοκιμάζεται ακριβώς όταν έχει κόστος. Δεν δικαιούται όμως να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα ένα σύστημα που κατασκευάζει τεχνητά αυτό το κόστος και μετατρέπει την άσκηση της συνειδήσεως σε κοινωνική αναπηρία. Η ποιμαντική μέριμνα δεν μπορεί να εξαντλείται στη σύσταση “μη φοβάστε”. Οφείλει συγχρόνως να ερωτά εάν ο άνθρωπος εκβιάζεται, εάν διατηρεί πραγματική δυνατότητα επιλογής και εάν οι επιφυλάξεις του αντιμετωπίζονται με σεβασμό και όχι με χλευασμό.
Χρειάζεται επίσης πνευματική διάκριση. Δεν είναι κάθε ψηφιακή χρήση άρνηση της πίστεως ούτε κάθε τεχνικό μέσο έχει από μόνο του εσχατολογικό χαρακτήρα. Αλλά ούτε είναι θεολογικά αδιάφορο ένα καθολικό σύστημα ταυτοποιήσεως, παρακολουθήσεως και συναλλαγών, όταν μπορεί να καταστήσει τη συμμετοχή σε αυτό προϋπόθεση κοινωνικής υπάρξεως. Η Εκκλησία δεν καλείται να ορίσει ημερομηνίες ούτε να καλλιεργήσει πανικό. Καλείται να διαφυλάξει σήμερα τις προϋποθέσεις της ελεύθερης πίστεως και της ελεύθερης ομολογίας.
5. Η ορθόδοξη ασκητική της ελευθερίας
Ποια μπορεί να είναι η απάντηση; Ούτε τεχνοφοβία ούτε τεχνολατρία. Χρειαζόμαστε μία ορθόδοξη ασκητική της ελευθερίας: μία παιδαγωγία που γυμνάζει τον άνθρωπο να παραμένει κύριος των μέσων του, άγρυπνος απέναντι στους μηχανισμούς επιρροής και ικανός να αναλαμβάνει το κόστος της συνειδήσεώς του.
Πρώτον, άσκηση της προσοχής. Στην πατερική παράδοση η νήψη είναι φύλαξη του νου και της καρδιάς. Σήμερα η προσοχή μας αποτελεί αντικείμενο εμπορίας και πεδίο ανταγωνισμού. Η συνειδητή αποσύνδεση από τα μέσα, η σιωπή, η προσευχή, η ανάγνωση χωρίς διαρκείς ειδοποιήσεις και η νηστεία από την ακατάπαυστη ροή πληροφοριών δεν είναι απλώς συμβουλές ευεξίας. Είναι πράξεις ανακτήσεως της εσωτερικής κυριαρχίας.
Δεύτερον, άσκηση της κρίσεως. Να μη δεχόμαστε ως αλήθεια ό,τι επαναλαμβάνεται περισσότερο ούτε ως ελεύθερη επιλογή ό,τι μας προσφέρεται πρώτο. Να ελέγχουμε την πηγή, να ακούμε το αντίθετο επιχείρημα, να διακρίνουμε το γεγονός από την ερμηνεία και να μην επιτρέπουμε στον θυμό ή στον φόβο να αποφασίζει πριν από εμάς. Η ψηφιακή εγκράτεια είναι μορφή πνευματικής εγρηγόρσεως.
Τρίτον, άσκηση της αρνήσεως. Το αυτεξούσιο δεν διασώζεται θεωρητικά. Διασώζεται με μικρά και μεγάλα “όχι”: όχι στην περιττή συλλογή δεδομένων, όχι στη διαρκή διαθεσιμότητα, όχι στην υποκατάσταση κάθε ανθρώπινης σχέσεως από μία εφαρμογή, όχι στην αποδοχή όρων που δεν κατανοούμε, όχι στην παραίτηση από τις αναλογικές εναλλακτικές μόνο και μόνο επειδή η ψηφιακή οδός είναι ταχύτερη.
Τέταρτον, άσκηση της κοινότητας. Ο απομονωμένος χρήστης είναι ευάλωτος. Το πρόσωπο ελευθερώνεται μέσα στη σχέση. Η ενορία, η οικογένεια και η κοινότητα μπορούν να διατηρούν χώρους πραγματικής συναντήσεως, αλληλοβοηθείας και μη ψηφιακής ζωής. Να μη μένει μόνος ο ηλικιωμένος, ο φτωχός, ο άνθρωπος χωρίς δεξιότητες ή εκείνος που για λόγους συνειδήσεως δεν επιθυμεί να ενταχθεί πλήρως στο ψηφιακό δίκτυο.
Πέμπτον, θεσμική μαρτυρία. Η ασκητική της ελευθερίας δεν είναι ιδιωτική φυγή. Η Εκκλησία οφείλει να ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις: πραγματική προαιρετικότητα της ψηφιακής ταυτοποιήσεως· ισότιμη πρόσβαση με φυσικά έγγραφα και ανθρώπινη εξυπηρέτηση· απαγόρευση δυσμενούς μεταχειρίσεως όσων επιλέγουν να μη χρησιμοποιούν ψηφιακό μέσο· ελαχιστοποίηση και όχι άκριτη διασύνδεση δεδομένων· δικαίωμα ανθρώπινης επανεξετάσεως κάθε αλγοριθμικής αποφάσεως· προστασία των μετρητών και της μη ψηφιακής συναλλαγής· διαφάνεια στους μηχανισμούς επηρεασμού και ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί δικαίωμα στην ψηφιακή ακεραιότητα: το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διατηρεί τον έλεγχο της ψηφιακής του υπάρξεως, να μη συντίθεται χωρίς τη θέλησή του ένα καθολικό προφίλ της ζωής του και να μπορεί να ζει εκτός δικτύου χωρίς να εκπίπτει από την ιδιότητα του πολίτη.
Επίλογος — Να παραμείνει ο άνθρωπος πρόσωπο
Αγαπητοί αδελφοί,
Η μεγάλη πρόκληση του ψηφιακού πολιτισμού δεν είναι ότι οι μηχανές θα γίνουν άνθρωποι. Είναι ότι ο άνθρωπος κινδυνεύει να αποδεχθεί να ζει σαν μηχανή: διαρκώς συνδεδεμένος, προβλέψιμος, αξιολογούμενος, καθοδηγούμενος και ανίκανος να υπάρξει έξω από το σύστημα.
Η Εκκλησία έχει εδώ μία ανεκτίμητη αποστολή. Να υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι δεδομένο προς επεξεργασία, ούτε βιομετρικό αποτύπωμα, ούτε αριθμός, ούτε καταναλωτικό και πολιτικό προφίλ. Είναι εικόνα Θεού. Δεν εξαντλείται σε όσα μπορούν να μετρηθούν γι’ αυτόν. Έχει βάθος, μυστήριο, δυνατότητα μετανοίας και ελευθερία που καμία πρόβλεψη δεν μπορεί να περικλείσει ολοκληρωτικά.
Η απάντησή μας δεν είναι η φυγή από τον κόσμο αλλά η ελεύθερη παρουσία μέσα σε αυτόν. Να χρησιμοποιούμε χωρίς να υποδουλωνόμαστε. Να ενημερωνόμαστε χωρίς να χειραγωγούμαστε. Να συνεργαζόμαστε χωρίς να παραδίδουμε τη συνείδησή μας. Να δεχόμαστε την πρόοδο όταν υπηρετεί το πρόσωπο και να αντιστεκόμαστε όταν απαιτεί την υποταγή του.
Διότι στο τέλος το ερώτημα δεν είναι πόσο ψηφιακή θα γίνει η κοινωνία μας. Το ερώτημα είναι αν μέσα στην ψηφιακή κοινωνία θα παραμείνει ελεύθερος ο άνθρωπος. Και για την Εκκλησία η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη: κάθε πολιτισμός, κάθε θεσμός και κάθε τεχνολογία κρίνονται από το αν υπηρετούν το πρόσωπο, το αυτεξούσιο, τη συνείδηση και την κλήση του ανθρώπου προς την ελεύθερη κοινωνία με τον Θεό.
Σας ευχαριστώ.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου