Μπορούν να ξαναζωντανέψουν τα ελληνικά χωριά;
Η ερήμωση της υπαίθρου δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και μπορεί να αντιστραφεί
Τους δύο τελευταίους μήνες βρίσκομαι στο ορεινό σπίτι μας, στην Κεντρική Πίνδο, και βλέπω καθημερινά μια πραγματικότητα που δύσκολα αποτυπώνεται στους αριθμούς: τα χωριά μας έχουν αδειάσει από ζωή. Η παραγωγική γενιά σχεδόν απουσιάζει και πολλά χωριά έχουν καταντήσει τόποι ολιγοήμερων θερινών διακοπών, εξοχικά που ζωντανεύουν για είκοσι ημέρες και ύστερα ξανασιωπούν. Στις πολλές συζητήσεις μου με ανθρώπους της περιοχής επανέρχεται με αγωνία το ίδιο ερώτημα: πώς μπορούν αυτά τα χωριά να ξαναζωντανέψουν και να γίνουν πάλι πραγματικές κοινότητες ανθρώπων; Ώσπου άκουσα τη συνέντευξη του Σπύρου Καχριμάνη και την πρότασή του για τα «Ζωντανά Χωριά». Ήταν το έναυσμα για να βάλω σε μια σειρά όσα βλέπω, όσα ακούω εδώ γύρω μου και όσα σκέφτομαι — και να καταθέσω κι εγώ τον λόγο μου
Υπάρχουν προβλήματα για τα οποία ακούμε επί δεκαετίες τις ίδιες διαπιστώσεις.
Ένα από αυτά είναι η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου. Κάθε τόσο πληροφορούμαστε ότι τα χωριά μας γερνούν, ότι σχολεία κλείνουν, ότι ολόκληρες περιοχές χάνουν πληθυσμό, ότι οι νέοι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και ότι το δημογραφικό εξελίσσεται σε εθνικό πρόβλημα.
Και ύστερα; Ύστερα συνήθως ακολουθούν επιδόματα, εξαγγελίες, κάποια χρηματοδοτικά προγράμματα και πολλές διαπιστώσεις. Τα χωριά όμως εξακολουθούν να αδειάζουν. Μήπως λοιπόν έχουμε θέσει λάθος το πρόβλημα;
Το χωριό δεν πεθαίνει επειδή δεν γεννιούνται παιδιά
Ή, ακριβέστερα, δεν πεθαίνει μόνο γι' αυτό. Πεθαίνει όταν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει εκεί. Όταν δεν μπορεί να βρει αξιοπρεπή εργασία. Όταν ο γεωργός που παράγει δεν μπορεί να εξασφαλίσει ικανοποιητικό εισόδημα. Όταν το προϊόν φεύγει από τον παραγωγό σχεδόν χωρίς προστιθέμενη αξία και επιστρέφει πολλές φορές ακριβότερο στο ράφι. Όταν λείπουν βασικές υπηρεσίες, σχολείο, γιατρός, μεταφορές και στοιχειώδης κοινωνική ζωή.
Τότε ο νέος φεύγει. Όταν φύγει ο νέος, δεν δημιουργείται οικογένεια. Όταν δεν δημιουργείται οικογένεια, κλείνει το σχολείο. Και όταν κλείσουν το σχολείο, το καφενείο, το κατάστημα και οι τελευταίες τοπικές δραστηριότητες, το χωριό μετατρέπεται σταδιακά από κοινότητα ανθρώπων σε τόπο παραθεριστικών κατοικιών ηλικιωμένων και απογόνων που επιστρέφουν για λίγες ημέρες το καλοκαίρι.
Αυτή είναι η πραγματική αλυσίδα της ερήμωσης. Και γι' αυτό η αντιστροφή της πρέπει να αρχίσει από την αντίθετη κατεύθυνση: Παραγωγή, εισόδημα, εργασία, νέοι άνθρωποι, οικογένεια, υπηρεσίες, ζωντανή κοινότητα.
Μια διαφορετική πρόταση
Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις μου έδωσε η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση του Σπύρου Καχριμάνη για τα «Ζωντανά Χωριά».
Ο Καχριμάνης δεν είναι ένας ακόμη θεωρητικός της αγροτικής ανάπτυξης. Είναι ο ίδιος γεωργός, δραστηριοποιείται στον γεωργικό επιχειρηματικό χώρο από το 1984, έχει συμμετάσχει σε οργανώσεις νέων αγροτών και συνεταιριστικά εγχειρήματα και έχει ασχοληθεί επί δεκαετίες με την αγροτική πολιτική. Η προβληματική του άλλωστε δεν είναι σημερινή. Ήδη από το 2012, στο βιβλίο του Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική, αντιπαρέθετε στην «εικονική ανάπτυξη» την πραγματική παραγωγική οικονομία.
Στη σημερινή του πρόταση επιχειρεί κάτι πολύ απλό: να ξαναδούμε το χωριό, όχι ως χώρο που χρειάζεται κρατική φιλανθρωπία, αλλά ως παραγωγική κοινότητα. Και αυτή η αλλαγή οπτικής είναι καθοριστική. Διότι για χρόνια η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει την περιφέρεια περίπου ως ασθενή που πρέπει να συντηρείται με επιδοτήσεις.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι πόσα χρήματα θα δώσουμε στον κάτοικο ενός χωριού για να αντέξει λίγο ακόμη εκεί. Το ερώτημα είναι: Τι πρέπει να κάνουμε ώστε να έχει λόγο να μείνει;
Όχι ένας αγρότης μόνος του, μια τοπική οικονομία
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πλευρά αυτής της συζήτησης.
Ο μεμονωμένος μικρός παραγωγός δύσκολα μπορεί σήμερα να αντιμετωπίσει μόνος του το κόστος παραγωγής, την αγορά, την τυποποίηση, την εμπορία, τις εξαγωγές, την τεχνογνωσία και τον ανταγωνισμό των μεγάλων επιχειρήσεων.
Αν όμως οι παραγωγοί μιας περιοχής οργανωθούν πραγματικά, όχι στους παλιούς κρατικοδίαιτους συνεταιρισμούς που τόσο δυσφήμησαν την ίδια την έννοια του συνεταιρίζεσθαι, μπορούν να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας.
Μπορούν να αγοράζουν μαζί. Να χρησιμοποιούν από κοινού εξοπλισμό. Να μεταποιούν. Να τυποποιούν. Να δημιουργούν κοινό εμπορικό σήμα. Να διαπραγματεύονται καλύτερα. Να φθάνουν απευθείας στην αγορά. Και κυρίως να κρατούν μεγαλύτερο μέρος της αξίας του προϊόντος στον ίδιο τον τόπο όπου παράγεται.
Από εκεί αρχίζει να δημιουργείται μια μικρή οικονομία γύρω από την παραγωγή: τεχνίτες, μεταφορείς, γεωπόνοι, λογιστές, καταστήματα, εργαστήρια, υπηρεσίες, τουριστικές δραστηριότητες. Έτσι δημιουργείται χωριό. Όχι με υπουργική απόφαση.
Και όμως, αυτό εφαρμόζεται ήδη στην Ευρώπη
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η λογική δεν αποτελεί ελληνική ουτοπία.
Η ευρωπαϊκή πολιτική των λεγόμενων Smart Villages στηρίζεται ακριβώς στην αρχή ότι η τοπική κοινότητα πρέπει να εντοπίζει τις ανάγκες της και να σχεδιάζει η ίδια λύσεις για την οικονομία, τις υπηρεσίες και την ποιότητα ζωής της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ως βασικά προβλήματα των αγροτικών περιοχών την πληθυσμιακή συρρίκνωση, την έλλειψη βασικών υπηρεσιών και την απουσία οικονομικών ευκαιριών.
Και εδώ υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, το μοντέλο των Smart Villages εφαρμόζεται μέσω του LEADER και περιφερειακών προγραμμάτων που επιδιώκουν ολοκληρωμένη τοπική ανάπτυξη, τοπικά συστήματα τροφίμων και συνεργατικά μοντέλα. Δεν πρόκειται απλώς για τοποθέτηση γρήγορου Internet σε ένα χωριό. Στο κέντρο βρίσκεται η ίδια η κοινότητα και η δυνατότητά της να οργανώσει την ανάπτυξή της.
Αντίστοιχα προγράμματα εφαρμόζονται ή δοκιμάζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ευρωπαϊκά προγράμματα έχουν ήδη χρησιμοποιήσει ως βασικό στόχο τη δημιουργία επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας ώστε οι αγροτικές περιοχές να γίνουν ξανά ελκυστικές για κατοίκους και επιχειρήσεις.
Άρα το ερώτημα δεν είναι εάν γίνεται. Γίνεται. Το ερώτημα είναι γιατί δεν το κάνουμε συστηματικά και στην Ελλάδα.
Δημογραφικό χωρίς παραγωγική πολιτική δεν υπάρχει
Εδώ βρίσκεται και μια μεγάλη αντίφαση της δημόσιας συζήτησης. Μιλάμε διαρκώς για το δημογραφικό. Δίνουμε επιδόματα για τη γέννηση παιδιών. Συγκροτούμε επιτροπές. Κάνουμε συνέδρια. Δημοσιεύουμε δραματικές προβλέψεις για τον ελληνικό πληθυσμό.
Όλα αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα. Αλλά υπάρχει ένα απλό ερώτημα: Πού θα μεγαλώσει το παιδί; Και από τι θα ζήσει η οικογένειά του;
Εάν ένας νέος 30 ετών γνωρίζει ότι για να δημιουργήσει οικογένεια πρέπει να εγκαταλείψει το χωριό του και να αναζητήσει εργασία στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, τότε έχουμε ήδη δημιουργήσει τον μηχανισμό της πληθυσμιακής συγκέντρωσης. Και όταν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι συγκεντρώνονται σε πόλεις, όπου το κόστος κατοικίας απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους, η δημιουργία οικογένειας γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Έτσι η περιφερειακή ερήμωση και το δημογραφικό τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Γι' αυτό και η αναγέννηση της υπαίθρου πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημογραφική πολιτική πρώτης γραμμής.
Το κράτος δεν χρειάζεται να τα κάνει όλα
Ίσως όμως εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της πρότασης.
Έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα κάθε σχέδιο ανάπτυξης να αρχίζει από ένα υπουργείο. Ένα πρόγραμμα. Μια επιδότηση. Μια γραφειοκρατική δομή. Και τελικά πολλές φορές δημιουργούμε μηχανισμούς απορρόφησης χρημάτων αντί για μηχανισμούς παραγωγής πλούτου.
Η διαφορετική λογική είναι: δώστε στην τοπική κοινωνία τα εργαλεία να κινηθεί μόνη της. Το κράτος πρέπει ασφαλώς να εξασφαλίζει τις υποδομές, το θεσμικό πλαίσιο, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την εκπαίδευση, την υγεία και τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται όμως να αποφασίζει από την Αθήνα τι θα παράγει κάθε χωριό. Οι ίδιοι οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα τον τόπο τους.
Αυτή άλλωστε είναι και η λογική του ευρωπαϊκού LEADER: τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία των ίδιων των τοπικών κοινοτήτων, όχι ανάπτυξη που σχεδιάζεται αποκλειστικά από τα πάνω. Το Smart Rural 27 επιβεβαιώνει μάλιστα ότι το LEADER αποτελεί βασικό εργαλείο εφαρμογής της πολιτικής των Smart Villages στην Ευρώπη.
Το ζωντανό χωριό είναι και ζήτημα ελευθερίας
Υπάρχει όμως και μία διάσταση που σπάνια συζητούμε.
Η αποκέντρωση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα κοινωνικής ελευθερίας.
Μια κοινωνία, στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώνονται σε δύο ή τρία μεγάλα αστικά κέντρα, γίνεται αναπόφευκτα περισσότερο εξαρτημένη από τεράστιες κεντρικές υποδομές: για την τροφή, την ενέργεια, τις μετακινήσεις, την εργασία, τις υπηρεσίες, ακόμη και για την κοινωνική της ζωή. Αντίθετα, μια χώρα με εκατοντάδες ζωντανές τοπικές κοινότητες, με παραγωγή, οικονομική δραστηριότητα, κοινωνικούς δεσμούς και έναν βαθμό τοπικής αυτάρκειας διαθέτει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Συχνά ξεχνούμε ότι το χωριό δεν είναι απλώς ένας μικρός οικισμός. Είναι κοινότητα. Οι άνθρωποι γνωρίζονται. Συνεργάζονται. Αλληλοβοηθούνται. Παράγουν. Διατηρούν μνήμη, παραδόσεις και δεσμούς.
Το ζητούμενο ασφαλώς δεν είναι να επιστρέψουμε νοσταλγικά στο χωριό του 1950. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε το χωριό του 2030: σύγχρονο, παραγωγικό, τεχνολογικά εξοπλισμένο, αλλά ανθρώπινο.
Ένα ελληνικό πρόγραμμα «Ζωντανά Χωριά»
Γιατί λοιπόν να μη δημιουργηθεί ένα πραγματικό εθνικό πρόγραμμα; Όχι για 5.000 χωριά ταυτόχρονα. Ας επιλεγούν αρχικά δέκα ή είκοσι χωριά διαφορετικών περιοχών της χώρας.
Σε κάθε ένα να καταγραφούν οι πραγματικοί παραγωγικοί πόροι: γη, κτηνοτροφία, τοπικά προϊόντα, δάση, τουρισμός, τεχνικές γνώσεις, ανθρώπινο δυναμικό. Να δημιουργηθεί ένα τοπικό επιχειρησιακό σχέδιο. Να οργανωθούν οι παραγωγοί. Να δημιουργηθούν μικρές μονάδες μεταποίησης και τυποποίησης όπου είναι βιώσιμες. Να συνδεθεί η παραγωγή με την αγορά. Να δοθούν κίνητρα σε νέους επαγγελματίες και οικογένειες να εγκατασταθούν. Να εξασφαλιστούν σχολείο, πρωτοβάθμια υγεία, συγκοινωνία και γρήγορη σύνδεση στο Διαδίκτυο.
Και ύστ ερα από πέντε χρόνια να μετρήσουμε. Πόσοι νέοι έμειναν; Πόσοι επέστρεψαν; Πόσες επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν; Πόσο αυξήθηκε το τοπικό εισόδημα; Πόσα παιδιά γράφτηκαν στο σχολείο; Αυτό είναι πολιτική. Όχι οι εξαγγελίες.
Τελικά, τι μας λείπει;
Χρήματα υπάρχουν. Ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία υπάρχουν. Παραδείγματα από άλλες χώρες υπάρχουν. Γη υπάρχει. Παραγωγική γνώση υπάρχει. Και, το σημαντικότερο, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν στον τόπο τους, αρκεί να μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς από αυτόν.
Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η απόφαση να αλλάξει η κατεύθυνση. Να πάψουμε να θεωρούμε την ελληνική ύπαιθρο έναν γερασμένο κόσμο που πρέπει απλώς να επιδοτούμε μέχρι να σβήσει. Και να αρχίσουμε να τη βλέπουμε ως έναν χώρο στον οποίο μπορεί να ξαναχτιστεί παραγωγή, οικογένεια και κοινότητα.
Ο Σπύρος Καχριμάνης έδωσε στη συζήτηση έναν εύστοχο τίτλο: «Ζωντανά Χωριά». Ίσως όμως το πραγματικό διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Γιατί χωρίς ζωντανά χωριά δύσκολα θα έχουμε ζωντανή περιφέρεια. Χωρίς ζωντανή περιφέρεια δεν αντιμετωπίζεται το δημογραφικό. Και μια Ελλάδα που εγκαταλείπει σταδιακά τον τόπο της, συγκεντρώνοντας τον πληθυσμό της σε δύο ή τρεις μεγαλουπόλεις, δεν χάνει μόνο παραγωγή και πληθυσμό.
Χάνει ένα κομμάτι της κοινωνικής της συνοχής, της αυτάρκειάς της και τελικά της ίδιας της ελευθερίας της.












Όροι & προϋποθέσεις
Συνδρομητής
Αναφορά
Τα σχόλιά μου