



Το πρωτοσέλιδο δεν κραυγάζει απλώς. Προειδοποιεί. 47,2 έτη ο μέσος Έλληνας. Η χώρα γερνά, συρρικνώνεται, αδειάζει.
Το δημογραφικό δεν είναι «κοινωνικό ζήτημα». Δεν είναι «στατιστικό πρόβλημα».
Είναι ο πρώτος και πλέον επείγων όρος για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Ελλάδας ως ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποκειμένου.
Χωρίς νέες γενιές, δεν υπάρχει οικονομία. Δεν υπάρχει άμυνα. Δεν υπάρχει ασφαλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει έθνος.
Η σιωπηλή κατάρρευση
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα: η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερά κάτω από το 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, όταν για απλή αναπλήρωση πληθυσμού απαιτείται 2,1.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε γενιά είναι αριθμητικά μικρότερη από την προηγούμενη.
Σημαίνει ότι το 2050 η χώρα ενδέχεται να έχει χάσει έως και 1,5 εκατομμύριο κατοίκους.
Σημαίνει ότι λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους.
Το ασφαλιστικό δεν θα «μεταρρυθμιστεί». Θα καταρρεύσει μαθηματικά.
Όταν οι εισφορές προέρχονται από ολοένα λιγότερους εργαζομένους και οι συνταξιούχοι αυξάνονται, το σύστημα μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκών περικοπών. Η δημογραφική γήρανση δεν είναι απλώς κοινωνική μεταβολή — είναι ωρολογιακή βόμβα για τη βιωσιμότητα του κράτους.
Πολιτική αποτυχία δεκαετιών
Καμία κυβέρνηση των τελευταίων 30 ετών δεν αντιμετώπισε το δημογραφικό ως εθνική προτεραιότητα. Όλες περιορίστηκαν σε αποσπασματικά επιδόματα. Καμία δεν διαμόρφωσε μακρόπνοη στρατηγική.
Η σημερινή κυβέρνηση, παρά τις διακηρύξεις, συνεχίζει την ίδια λογική: επικοινωνιακά μέτρα, χωρίς ριζική ανασυγκρότηση της οικογενειακής πολιτικής, της εργασιακής σταθερότητας, της φορολογίας και της στεγαστικής στήριξης των νέων ζευγαριών.
Η Ελλάδα έχει γίνει χώρα ακριβή για να γεννήσεις και φτωχή για να μεγαλώσεις παιδιά.
Νέοι άνθρωποι δουλεύουν με μισθούς που δεν επιτρέπουν οικογενειακό προγραμματισμό. Η στέγη είναι απρόσιτη. Η ανασφάλεια είναι κανόνας.
Κι έπειτα το πολιτικό σύστημα αναρωτιέται γιατί δεν γεννιούνται παιδιά.
Το αθέατο μέγεθος: οι εκτρώσεις
Υπάρχει όμως και μια πτυχή που αποσιωπάται. Κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες χιλιάδες αγέννητες ζωές.
Το ζήτημα των εκτρώσεων αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως «ατομικό δικαίωμα», ποτέ ως εθνική πληγή. Χωρίς ηθικολογίες, αλλά με στοιχειώδη εθνική επίγνωση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνία που ήδη υπογεννά δεν μπορεί να αγνοεί το δημογραφικό αποτύπωμα δεκάδων χιλιάδων διακοπών κύησης ετησίως.
Όταν μια χώρα χάνει πληθυσμό από τη γήρανση, τη μετανάστευση νέων στο εξωτερικό και τις εκτρώσεις, τότε δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πρόκειται για δομική κρίση ζωής.
Δεν μπορεί να υπάρξει δημογραφική ανάκαμψη χωρίς ουσιαστική στήριξη της μητρότητας, χωρίς δομές υποστήριξης εγκύων σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, χωρίς πολιτική που να καθιστά τη γέννηση παιδιού πράξη ασφάλειας και όχι ρίσκου.
Δημογραφικό και εθνική κυριαρχία
Μια χώρα που αδειάζει, δεν παραμένει γεωπολιτικά ουδέτερη. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση μεταβάλλει συσχετισμούς. Αποδυναμώνει παραγωγικά, στρατιωτικά και πολιτισμικά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε περιοχή υψηλής γεωπολιτικής πίεσης. Η πληθυσμιακή της κάμψη δεν είναι απλώς κοινωνική εξέλιξη. Είναι στρατηγικό μειονέκτημα.
Τι πρέπει να γίνει και άμεσα
Αν το δημογραφικό είναι ζήτημα επιβίωσης, τότε απαιτεί πολιτική επιπέδου εθνικής κινητοποίησης.
1. Ριζική φορολογική μεταρρύθμιση υπέρ των οικογενειών
2. Στεγαστική πολιτική για νέους
3. Μόνιμη οικονομική ενίσχυση ανά παιδί
Όχι εφάπαξ επιδόματα, αλλά σταθερή κλιμακούμενη ενίσχυση έως την ενηλικίωση.
4. Προστασία μητρότητας
5. Επαναπατρισμός νέων επιστημόνων
6. Διασύνδεση δημογραφικού και ασφαλιστικού
Νέο μοντέλο που θα επιβραβεύει τις οικογένειες με περισσότερα παιδιά και θα αναγνωρίζει δημογραφική συμβολή στη βιωσιμότητα του συστήματος.
Υπάρχει όμως και μια σκληρή, γεωπολιτική διάσταση που κανείς δεν τολμά να διατυπώσει καθαρά.
Τα κενά δεν μένουν ποτέ κενά. Η Ιστορία απεχθάνεται το δημογραφικό κενό.
Αν μια κοινωνία δεν αυτοτροφοδοτείται με νεότητα, αν δεν γεννά τις επόμενες γενιές της, τότε — με σχεδόν φυσική νομοτέλεια — το πληθυσμιακό της έλλειμμα θα καλυφθεί από εξωτερικές ροές. Και ήδη ζούμε σε εποχή αδιάκοπων μεταναστευτικών πιέσεων, προερχόμενων από περιοχές με εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Το ζήτημα δεν είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια — αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.
Το ζήτημα είναι η κλίμακα, η ταχύτητα και η αναλογική μεταβολή του πληθυσμού.
Μια χώρα που συρρικνώνεται αριθμητικά, ενώ ταυτόχρονα δέχεται μαζικές και διαρκείς ροές πληθυσμών διαφορετικής πολιτισμικής ταυτότητας, οδηγείται — αργά αλλά αναπόφευκτα — σε αλλοίωση της κοινωνικής της συνοχής και σε μεταβολή της ιστορικής της φυσιογνωμίας.
Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Είναι μαθηματική πραγματικότητα.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι ο φόβος. Η απάντηση είναι η ζωή. Αν δεν γεννήσουμε εμείς τα παιδιά που θα συνεχίσουν τη γλώσσα, την ιστορία, την πίστη και τον πολιτισμό αυτού του τόπου, άλλοι πληθυσμοί θα καλύψουν το κενό. Όχι επειδή «συνωμοτούν», αλλά επειδή εμείς παραιτηθήκαμε.
Το δημογραφικό είναι, τελικά, πράξη αυτοσυντήρησης. Ή θα επιλέξουμε τη δημογραφική αναγέννηση, ή θα παρακολουθήσουμε παθητικά την αντικατάστασή μας.
Και τότε το Finis Graeciae δεν θα είναι ρητορική κραυγή — θα είναι περιγραφή μιας ιστορικής μετάβασης που εμείς επιτρέψαμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια

Με αφορμή την υπεξαίρεση στη ΓΣΕΕ από τον πρόεδρό της Γιάννη Παναγόπουλο.
Δεν πρόκειται πια για μεμονωμένα σκάνδαλα. Ούτε για «κακές εξαιρέσεις» σε έναν κατά τα άλλα υγιή θεσμικό κορμό. Όταν ειδήσεις όπως οι βαρύτατες κατηγορίες περί υπεξαίρεσης που βαραίνουν τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, προστίθενται καθημερινά σε μια αλυσίδα παρανομιών, αυθαιρεσιών και ηθικών εκπτώσεων από κρατικούς λειτουργούς, κομματικούς εκπροσώπους και θεσμικά πρόσωπα, τότε το πρόβλημα παύει να είναι ποινικό. Γίνεται πολιτικό και βαθύτατα κοινωνικό.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν αποδοθούν ευθύνες – αυτό είναι αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου. Το διακύβευμα είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Εκείνο το αόρατο νήμα που συνδέει τον πολίτη με τους θεσμούς, τα συλλογικά όργανα, ακόμη και με τις ίδιες τις μορφές εκπροσώπησης που υποτίθεται ότι μιλούν στο όνομά του.
Η κοινωνία δεν οργίζεται απλώς. Κουράζεται. Κουράζεται να βλέπει θεσμούς να επικαλούνται αξίες που οι ίδιοι παραβιάζουν. Κουράζεται να ακούει λόγια περί «δημοκρατικής νομιμοποίησης» από πρόσωπα που φέρονται να διαχειρίστηκαν δημόσιο ή συλλογικό χρήμα σαν ιδιωτικό λάφυρο. Και κυρίως, κουράζεται να μην βλέπει καμία εσωτερική κάθαρση, καμία αυτοκριτική, καμία ανάληψη ευθύνης πριν την επέμβαση της Δικαιοσύνης.
Έτσι γεννιέται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο της εποχής μας: όχι η εξέγερση, αλλά η αποστασιοποίηση. Όχι η σύγκρουση, αλλά η σιωπηρή απόσυρση. Ο πολίτης δεν πιστεύει πια ούτε τους θεσμούς, ούτε τα κόμματα, ούτε – σε πολλές περιπτώσεις – τα ίδια τα κινήματα που κάποτε εξέφραζαν ελπίδα.
Κι όμως, εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο καμπής.
Η απάντηση σε αυτό το ρήγμα εμπιστοσύνης δεν μπορεί να είναι ούτε η κυνική παραίτηση ούτε η γενικευμένη απαξίωση των πάντων. Μπορεί – και οφείλει – να είναι η συνειδητοποίηση. Η κατανόηση ότι η ποιότητα των θεσμών δεν είναι ανεξάρτητη από την ποιότητα των πολιτών που τους ανέχονται, τους στηρίζουν ή τους ελέγχουν.
Η δημοκρατία δεν σώζεται με συνθήματα, αλλά με απαιτήσεις. Με πολίτες που δεν χαρίζουν λευκές επιταγές σε «εκπροσώπους». Με κοινωνία που δεν χειροκροτεί απλώς, αλλά ρωτά, ελέγχει, επιμένει. Με συλλογικότητες που χτίζονται από τα κάτω, με διαφάνεια, λογοδοσία και ήθος, όχι ως μηχανισμοί εξουσίας αλλά ως σχολεία ευθύνης.
Το ρήγμα εμπιστοσύνης είναι υπαρκτό. Δεν κρύβεται. Αλλά δεν είναι και τελεσίδικο. Μπορεί να γίνει το σημείο από όπου θα ξαναρχίσει κάτι ουσιαστικό: ένας αγώνας όχι μόνο εναντίον της διαφθοράς, αλλά υπέρ μιας ώριμης πολιτείας και μιας πιο απαιτητικής κοινωνίας.
Γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «θα σωθούν οι θεσμοί». Οι θεσμοί σώζονται μόνο όταν οι κοινωνίες παύουν να τους ανέχονται ως μηχανισμούς και αρχίζουν να τους απαιτούν ως αξίες. Όταν ο πολίτης σηκώνεται από τον καναπέ της απογοήτευσης και ξαναμπαίνει στο πεδίο, όχι ως οπαδός, αλλά ως φορέας ευθύνης. Όταν η συμμετοχή αντικαθιστά την ανάθεση και ο έλεγχος τη σιωπή. Αν κάτι μπορεί να κλείσει το ρήγμα εμπιστοσύνης, δεν είναι μια ακόμη «αλλαγή προσώπων», αλλά η συλλογική απόφαση να μην αποδεχθούμε άλλο μια πολιτεία χαμηλών προσδοκιών. Αυτός ο αγώνας δεν είναι εύκολος, ούτε σύντομος. Είναι όμως ο μόνος που αξίζει να δοθεί – γιατί χωρίς ενεργούς, συνειδητούς και απαιτητικούς πολίτες, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.

1.- Όταν ο νόμος παύει να υπηρετεί την κοινωνία και επιστρατεύεται για να «καθαρίσει λογαριασμούς»
Η πρόσφατη φωτογραφική διάταξη[1] που προκάλεσε σφοδρές νομικές αντιδράσεις δεν αποτελεί εξαίρεση. Αποτελεί σύμπτωμα.
Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, η νομοθέτηση δεν λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο χάραξης γενικής πολιτικής, αλλά όλο και συχνότερα ως μηχανισμός τακτοποίησης υποθέσεων, εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων ή εκ των υστέρων «διόρθωσης» πολιτικών επιλογών που δεν αντέχουν στον δικαστικό έλεγχο.
Ο νόμος δεν προηγείται της εξουσίας. Ακολουθεί.
2.- Από τον γενικό κανόνα στη ρύθμιση «για λίγους»
Οι φωτογραφικές και κατά παραγγελία διατάξεις έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Εισάγονται αιφνιδιαστικά, συχνά ως τροπολογίες της τελευταίας στιγμής. Διαθέτουν στενό χρονικό ή πραγματικό πεδίο εφαρμογής. Επηρεάζουν εκκρεμείς υποθέσεις ή συγκεκριμένους κύκλους προσώπων. Συνοδεύονται από αόριστες ή προσχηματικές αιτιολογικές εκθέσεις.
Η τεχνική είναι γνωστή. Ο νομοθέτης προσποιείται τον γενικό κανόνα, ενώ στην πραγματικότητα γράφει για μία περίπτωση.
3.- Πρόσφατες ελληνικές υποθέσεις: το μοτίβο επαναλαμβάνεται
Χωρίς να απαιτείται εξαντλητική απαρίθμηση, το φαινόμενο έχει εμφανιστεί: α) Σε διατάξεις που αλλάζουν τους όρους άσκησης ή κρίσης δικαιωμάτων με τρόπο που ευνοεί ή αποδυναμώνει συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, χωρίς τεκμηριωμένο λόγο γενικού συμφέροντος. β) Σε ρυθμίσεις που μεταβάλλουν εκ των υστέρων το θεσμικό πλαίσιο ενώ υπάρχουν ήδη κοινωνικές, διοικητικές ή δικαστικές εκκρεμότητες. γ) Σε παρεμβάσεις που θολώνουν τα όρια μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας, επιχειρώντας να «καθοδηγήσουν» την εφαρμογή του δικαίου σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο νόμος δεν λειτουργεί ως ουδέτερος κανόνας· λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο επιρροής της πραγματικότητας.
4.- Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό – είναι θεσμικό
Συχνά οι υπερασπιστές τέτοιων διατάξεων μιλούν για «νομοτεχνικές αστοχίες», για «κακές διατυπώσεις» και για «ανάγκη άμεσης ρύθμισης». Αυτή η αφήγηση είναι παραπλανητική. Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνική. Είναι η πρόθεση.
Όταν ο νομοθέτης γνωρίζει ότι ρυθμίζει ελάχιστες περιπτώσεις και αποφεύγει τη γενική ρύθμιση ή επιλέγει χρονικά κομμένες και ραμμένες λύσεις, τότε δεν έχουμε απλή κακή νομοθέτηση. Έχουμε θεσμική εκτροπή.
5.- Η Δικαιοσύνη ως «εμπόδιο» που πρέπει να παρακαμφθεί
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι πολλές φωτογραφικές διατάξεις προλαβαίνουν δικαστικές κρίσεις, ακυρώνουν στην πράξη δυσμενείς αποφάσεις ή επιχειρούν να διαμορφώσουν το πλαίσιο ώστε η κρίση να είναι προδιαγεγραμμένη. Έτσι, η Δικαιοσύνη παύει να είναι ισότιμη εξουσία και αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικός παράγοντας που πρέπει να «ρυθμιστεί».
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει — άμεσα ή έμμεσα — ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο του δικαστή. Ωστόσο, το μήνυμα συχνά αγνοείται.
6.- Πολιτικές συνέπειες: η απαξίωση του νόμου
Η συστηματική χρήση φωτογραφικών ρυθμίσεων παράγει σωρευτικά αποτελέσματα. Κατ’ αρχάς διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου. Ύστερα, ενισχύει την πεποίθηση ότι «όλα κανονίζονται». Καθιστά τον νόμο αντικείμενο κυνισμού και όχι σεβασμού.
Όταν ο πολίτης βλέπει ότι οι κανόνες αλλάζουν ανάλογα με τον αποδέκτη, η ισότητα είναι ρητορική και η Βουλή λειτουργεί ως μηχανισμός εξυπηρετήσεων, τότε η έννοια της νομιμότητας αποσυντίθεται.
7. Το όριο έχει ξεπεραστεί
Οι φωτογραφικές νομοθετήσεις δεν είναι «γκρίζα ζώνη». Είναι κόκκινη γραμμή.
Κάθε τέτοια διάταξη αποδυναμώνει το Σύνταγμα χωρίς να το αναθεωρεί, παρακάμπτει τη Δικαιοσύνη χωρίς να την καταργεί. Και το πονηρότερο, ακυρώνει την ισότητα χωρίς να το ομολογεί. Αν αυτό το μοντέλο παγιωθεί, τότε δεν θα μιλάμε για κράτος δικαίου με προβλήματα, αλλά για διακυβέρνηση μέσω εξαίρεσης.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποια διάταξη είναι φωτογραφική, αλλά ποια δεν είναι.
[1] https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/politiki/fotia-sto-politiko-skiniko-anapse-i-diataksi-gia-ti-synepimeleia-pou-xrisimopoiise-i-olga-kefalogianni/

Από τα μπλόκα των τρακτέρ στους επαρχιακούς δρόμους μέχρι τις πλατείες και τα διοικητικά κέντρα της Ευρώπης, η γη μιλά ξανά μέσα από αυτούς που τη δουλεύουν. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν είναι μια παροδική έκρηξη αγανάκτησης, ούτε μια στενή επαγγελματική διεκδίκηση. Είναι η έκφραση μιας βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης για το ποιος θα ελέγχει την παραγωγή της τροφής, το κόστος ζωής και τελικά την ίδια την επιβίωση των κοινωνιών. Οι αγρότες σηκώνουν το βάρος μιας πολιτικής που τους εξοντώνει, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να πληρώσουν το τίμημα επιλογών που λαμβάνονται μακριά από τα χωράφια, στα κυβερνητικά γραφεία και στα κέντρα αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην Ελλάδα, η κυβερνητική ευθύνη είναι προφανής. Χρόνια τώρα, οι μικροί και μεσαίοι αγρότες σπρώχνονται στο περιθώριο μέσω της ακρίβειας στο ρεύμα, στα καύσιμα και στις ζωοτροφές, της διάλυσης των δημόσιων μηχανισμών στήριξης και της διαρκούς καθυστέρησης ή περικοπής των ενισχύσεων. Το κράτος λειτουργεί ως διαχειριστής εντολών και όχι ως προστάτης της αγροτικής παραγωγής, επιλέγοντας να «τα βάζει» με τους αγρότες αντί να συγκρουστεί με τα καρτέλ και τις μεγάλες εισαγωγικές αλυσίδες.
Όμως το πρόβλημα δεν σταματά στα εθνικά σύνορα. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τεράστια ευθύνη για τη σημερινή ασφυξία. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική ευνόησε συστηματικά τους μεγάλους παραγωγούς και τις πολυεθνικές, μετατρέποντας τη γη σε πεδίο κερδοσκοπίας και όχι κοινωνικής ανάγκης. Οι περιβαλλοντικοί κανόνες, επιλεκτικά αυστηροί για τους μικρούς και επιδεικτικά ελαστικοί για τις μεγάλες επιχειρήσεις, χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για νέες περικοπές και ελέγχους. Την ίδια στιγμή, εμπορικές συμφωνίες ανοίγουν τις αγορές σε φθηνά, χαμηλής ποιότητας εισαγόμενα προϊόντα, διαλύοντας κάθε έννοια διατροφικής αυτάρκειας.
Ο αγώνας των αγροτών δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Αφορά το δικαίωμα της κοινωνίας να έχει πρόσβαση σε ποιοτική, προσιτή τροφή και να μην εξαρτάται από τις διαθέσεις των αγορών. Αφορά το ποιος αποφασίζει για τη γη, το νερό και την παραγωγή: οι άνθρωποι που τα δουλεύουν ή τα γραφεία των Βρυξελλών και τα υπουργικά γραφεία;
Απέναντι στην κυβερνητική αδιαφορία και την ευρωπαϊκή υποκρισία, οι αγροτικές κινητοποιήσεις θυμίζουν κάτι απλό αλλά επικίνδυνο για την εξουσία: χωρίς αυτούς που παράγουν, καμία κοινωνία δεν στέκεται όρθια. Και αυτός ο αγώνας είναι κοινός.
Η κοινωνία καλείται να σταθεί δίπλα σε αυτούς που εγγυώνται την τροφή μας, γιατί όταν η γη υποβαθμίζεται και οι παραγωγοί αποδυναμώνονται, τελικά υποβαθμίζεται ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός.

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών δεν είναι ούτε «συντεχνιακές» ούτε «υπερβολικές». Είναι η κραυγή ενός κόσμου που βλέπει την ύπαιθρο να αδειάζει, την παραγωγή να συρρικνώνεται και το μέλλον του να εξαφανίζεται, εξαιτίας μιας καταστροφικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μιας κυβέρνησης Μητσοτάκη που εφαρμόζει χωρίς αντίρρηση κάθε επιταγή των Βρυξελλών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Η ευρωπαϊκή πολιτική που διαλύει τον μικρό αγρότη
Η ΚΑΠ, δεκαετίες μετά τη δημιουργία της, έχει μετατραπεί σε μηχανισμό ενίσχυσης των μεγάλων και εξόντωσης των μικρών. Γραφειοκρατία, «πράσινοι» όροι που δεν λαμβάνουν υπόψη την ελληνική πραγματικότητα, πίεση για συγκέντρωση γης σε λίγα χέρια και πολιτικές που κάνουν τον μικρό παραγωγό οικονομικά ασύμφορο.
Η Ελλάδα, με τις μικρές εκμεταλλεύσεις και την πολυτεμαχισμένη γη, είναι από τις πρώτες που χτυπιούνται: η ΕΕ επιδοτεί το μέγεθος, όχι τον κόπο, την παράδοση και τη βιωσιμότητα.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη: εφαρμοστής χωρίς αντίρρηση
Αντί να υπερασπιστεί τον πρωτογενή τομέα, η κυβέρνηση:
επιβάλλει αυστηρότερους κανόνες που αφήνουν χιλιάδες αγρότες εκτός επιδοτήσεων,
αφήνει ανεξέλεγκτο το κόστος παραγωγής (ρεύμα, καύσιμα, ζωοτροφές),
αντιμετωπίζει τον αγροτικό κόσμο με καχυποψία, όχι ως θεμέλιο της χώρας,
δεν προστατεύει τους μικρούς από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις εισαγωγές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο αγρότης δεν μπορεί να ζήσει από το χωράφι του.
Και όταν ο αγρότης δεν μπορεί να ζήσει, η χώρα δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της.
Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ: κορυφή του παγόβουνου
Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι «διοικητικό λάθος». Είναι η πιο τρανή απόδειξη ενός σάπιου συστήματος:
πλασματικές δηλώσεις γης και ζώων,
αλλοίωση στοιχείων,
διαρροή κοινοτικών πόρων,
πραγματικοί αγρότες που μένουν απλήρωτοι ή λαμβάνουν ψίχουλα.
Οι συνέπειες θα είναι βαριές: πρόστιμα, μειωμένες μελλοντικές ενισχύσεις, δημοσιονομικό κόστος και μια ακόμη δυσπιστία της ΕΕ απέναντι στην Ελλάδα — με θύματα πάλι τους αγρότες, ποτέ τους ενόχους.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το σύστημα που υποτίθεται ότι προστατεύει τον αγρότη, καταλήγει να τον υπονομεύει — μέσω διαφθοράς, κακής διαχείρισης και πολιτικής αδιαφορίας.
Το σκάνδαλο δεν είναι μεμονωμένο γεγονός· είναι σύμπτωμα της εγκατάλειψης της υπαίθρου.
Αν δεν υπάρξει ρίζα εκκαθάρισης, λογοδοσίας και δίκαιης ανακατανομής, πολλοί φοβούνται πως η ελληνική ύπαιθρος — και μαζί της ο εγχώριος πρωτογενής τομέας — θα καταρρεύσουν.
Πόσο βαθύ είναι το υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας — και τι σημαίνει η κατάρρευση του πρωτογενούς τομέα
Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια ευρωπαϊκή χώρα — υπήρξε χώρα με μεγάλη παράδοση στη γεωργία και κτηνοτροφία. Ο πρωτογενής τομέας δεν ήταν ποτέ «μόνο» οικονομική δραστηριότητα: ήταν κοινότητα, πολιτισμός, ταυτότητα, τροφή, αυτονομία.
Αν δεις τι συμβαίνει τώρα:
Με την εξαφάνιση των μικρών και μεσαίων αγροτών και κτηνοτρόφων, περιοχές ερημώνουν.
Η παραγωγή τροφίμων μειώνεται — και η χώρα εξαρτάται περισσότερο από εισαγωγές.
Η αγροτική δημογραφία γερνάει, οι νέες γενιές δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να συνεχίσουν — γιατί δεν υπάρχει προοπτική βιώσιμης καλλιέργειας.
Χάνεται κοινωνική και οικονομική συνοχή στην ύπαιθρο — με σοβαρό κοινωνικό, πολιτικό και εθνικό κόστος.
Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα ύπαρξης, πολιτισμού και αυτάρκειας. Αν οι αγρότες εξαφανιστούν, τι θα τρώνε οι Έλληνες; Απλώς εισαγόμενα και πιθανώς ακριβά τρόφιμα, με ό,τι σημαίνει αυτό για ασφάλεια τροφίμων, διατροφική ποικιλία, αγροτική αυτάρκεια.
Με πιο απλά λόγια: η καταστροφή του πρωτογενούς τομέα δεν αφορά μόνο τους αγρότες. Αφορά τη χώρα ολόκληρη. Η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι εθνικό, υπαρξιακό, κοινωνικό.
Η απάντηση είναι απλή: η Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον πρωτογενή της τομέα.
Και σήμερα αυτός ο τομέας βρίσκεται σε διάλυση.
Ώρα για ρήξη, όχι για διαχείριση
Οι αγρότες βγήκαν στον δρόμο όχι για «επιδοτήσεις», αλλά για αξιοπρέπεια και δικαίωμα στο μέλλον.
Η κρίση που βιώνει σήμερα ο αγροτικός κόσμος δεν είναι «μία ακόμη διαμαρτυρία για λίγα λεφτά». Είναι προειδοποίηση — μήνυμα ότι αν δεν επανεφεύρουμε τον τρόπο που παράγουμε, διαχειριζόμαστε και τιμούμε την τροφή μας, χάνουμε κάτι πολύ περισσότερο από οικονομική ευημερία: χάνουμε την αυτάρκεια, την ταυτότητα, την κοινωνία μας.
Η πολιτική της ΕΕ οδηγεί στη συγκέντρωση παραγωγής σε λίγους και στην εξαφάνιση των μικρών.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη λειτουργεί ως εκτελεστής αυτής της πολιτικής. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτει το βάθος της παρακμής.
Αυτή δεν είναι μια σύγκρουση για το αγροτικό εισόδημα.
Είναι μια μάχη για το αν η Ελλάδα θα παράγει ή θα εισάγει, αν θα ζει ή θα εξαρτάται, αν θα έχει ύπαιθρο ή ερημιά.
Και σε αυτή τη μάχη, οι αγρότες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή για όλους μας.

Οι αλλαγές που έχουν δρομολογηθεί, υπό συνθήκες άγνοιας της μεγάλης μάζας, είναι καταλυτικές: Η Ε.Ε. προχωρά στην πιο ολοκληρωμένη ανασυγκρότηση του νομισματικού της συστήματος από την εισαγωγή του ευρώ (1999). Μέχρι το 2027 έρχεται μια τριπλή ρύθμιση που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι 340.000.000 ευρωπαίοι πολίτες αλληλεπιδρούν με το χρήμα.
Έρχονται α) όρια στις συναλλαγές με μετρητά, β) υποχρεωτική παρακολούθηση των κρυπτονομισμάτων και γ) το ψηφιακό ευρώ.
Ως στόχος που δικαιολογεί τα μέτρα αυτά, που θα αναδιαμορφώσουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων, την ελευθερία των πολιτών και το μέλλον του ίδιου του χρήματος, προβάλλεται ο σκοπός καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία εκτιμάται ετησίως σε 700 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, επιχειρείται και η κεντρικοποίηση της εποπτείας κατά του ξεπλύματος χρήματος υπό τη νέα Αρχή της ΕΕ για την Καταπολέμηση του Ξεπλύματος Χρήματος (AMLA), συγκεντρώνοντας την εξουσία που προηγουμένως ήταν κατανεμημένη μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr