



Κόμματα-μπαταχτσήδες δεν μπορούν να κυβερνούν μια χώρα
Πάνω από 1,15 δισ. ευρώ τα τραπεζικά δάνεια Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ – Η οικονομική ασυδοσία ως υπόδειγμα εξουσίας
Υπάρχουν αριθμοί που δεν περιγράφουν απλώς μια οικονομική κατάσταση. Αποκαλύπτουν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 τα τραπεζικά δάνεια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ανέρχονταν συνολικά σε 1.152.753.278,20 ευρώ. Η Νέα Δημοκρατία όφειλε στις τράπεζες 592.950.327,28 ευρώ και το ΠΑΣΟΚ 559.802.950,92 ευρώ. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, το άθροισμα των τραπεζικών τους υποχρεώσεων αυξήθηκε κατά περισσότερα από 122 εκατομμύρια ευρώ. Δεν μειώθηκε. Δεν σταθεροποιήθηκε. Εκτοξεύθηκε.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια παλιά εκκρεμότητα που βαίνει προς εξόφληση. Πρόκειται για ένα χρέος που αναπαράγεται, διογκώνεται και, με βάση τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα των οφειλετών, εμφανίζεται πρακτικά ανεξόφλητο.
Και οι οφειλέτες δεν είναι δύο ιδιωτικές επιχειρήσεις. Είναι τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα επί δεκαετίες, διαμόρφωσαν το τραπεζικό και νομοθετικό σύστημα και εξακολουθούν να διεκδικούν το δικαίωμα να διδάσκουν στους πολίτες «δημοσιονομική υπευθυνότητα».
Ποιος εξαρτάται από ποιον;
Το πρώτο ζήτημα είναι βαθιά δημοκρατικό.
Μπορεί ένα κόμμα εξουσίας, και μάλιστα το κυβερνών κόμμα, να οφείλει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στις τράπεζες και συγχρόνως να ισχυρίζεται ότι αποφασίζει ανεξάρτητα για την εποπτεία, τη φορολογία, την ανακεφαλαιοποίηση και τη νομοθετική προστασία του τραπεζικού συστήματος;
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν αποκαλύπτεται μια άμεση συναλλαγή. Υπονομεύεται και όταν δημιουργείται μια τόσο ισχυρή σχέση οικονομικής εξάρτησης, ώστε η πολιτική αυτονομία του οφειλέτη να καθίσταται αντικειμενικά αμφίβολη.
Πώς μπορεί ο πολίτης να είναι βέβαιος ότι ένα κόμμα που χρωστά σε μια τράπεζα εξακόσια εκατομμύρια ευρώ θα νομοθετήσει ελεύθερα απέναντί της; Ποιος ελέγχει ποιον; Το κόμμα την τράπεζα ή η τράπεζα το κόμμα;
Ακόμη και αν δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένο αντάλλαγμα, η ίδια η σχέση είναι θεσμικά νοσηρή. Τα κόμματα οφείλουν να είναι οικονομικά αυτοτελή, ώστε να παραμένουν πολιτικά ελεύθερα. Διαφορετικά, η λαϊκή κυριαρχία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τραπεζική επικυριαρχία.
Για τα κόμματα «ρύθμιση», για τον πολίτη πλειστηριασμός
Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη όταν συγκρίνουμε τη μεταχείριση των κομματικών οφειλετών με εκείνη των απλών πολιτών.
Για τον οικογενειάρχη που έχασε μέρος του εισοδήματός του, για τον άνεργο, τον μικροεπαγγελματία ή τον συνταξιούχο που αδυνατεί να πληρώσει μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, το σύστημα δεν επιδεικνύει αντίστοιχη μακροθυμία. Το δάνειό του μεταβιβάζεται μαζί με χιλιάδες άλλα σε funds, συχνά σε ένα μικρό κλάσμα της ονομαστικής του αξίας. Στη συνέχεια, εταιρείες διαχείρισης απαιτούν πολλαπλάσια ποσά, δεσμεύουν λογαριασμούς και επισπεύδουν πλειστηριασμούς ακόμη και πρώτης κατοικίας.
Το πολιτικό σύστημα που διαμόρφωσαν και υπηρέτησαν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ επέτρεψε τη δημιουργία αυτής της βιομηχανίας αναγκαστικών εκτελέσεων, διατήρησε την απουσία ουσιαστικής γενικής προστασίας της πρώτης κατοικίας και εξόπλισε τους servicers με εκτεταμένες εξουσίες.
Ο πολίτης βλέπει το δάνειό του να πωλείται σε εξευτελιστική τιμή, χωρίς να του παρέχεται ουσιαστικά η δυνατότητα να το εξαγοράσει με ανάλογους όρους. Τα κόμματα, αντιθέτως, βλέπουν ένα χρέος άνω του ενός δισεκατομμυρίου να αυξάνεται επί χρόνια χωρίς να εμφανίζεται απέναντί τους η ίδια καταδιωκτική μηχανή.
Για τον πολίτη υπάρχει ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Για τα κόμματα υπάρχει η πολιτική ανοχή.
Για τον μικροοφειλέτη υπάρχει η κατάσχεση λογαριασμού. Για τα κόμματα υπάρχει η αέναη «ρύθμιση».
Αυτό δεν είναι ισονομία. Είναι ταξική και πολιτική μεροληψία.
Το «ρυθμισμένο και ενήμερο» παραμύθι
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης επαναλαμβάνουν ότι τα δάνεια των κομμάτων τους είναι «ρυθμισμένα» και ότι οι ρυθμίσεις «εξυπηρετούνται».
Αλλά οι λέξεις κρίνονται από τους ισολογισμούς.
Όταν το τραπεζικό χρέος δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται κατά δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, τι ακριβώς σημαίνει «εξυπηρετείται»; Όταν οι καταβολές δεν επαρκούν ούτε για να ανακόψουν τη διόγκωση των τόκων, πώς μπορεί να παρουσιάζεται στον λαό η εικόνα ενός δήθεν συνεπούς οφειλέτη;
Μπορεί τυπικά να καταβάλλονται κάποιες συμφωνημένες δόσεις. Αυτό όμως δεν αναιρεί την οικονομική ουσία: το κεφάλαιο δεν απομειώνεται και το συνολικό χρέος καλπάζει. Μια ρύθμιση χωρίς ρεαλιστική προοπτική εξόφλησης δεν αποτελεί αποπληρωμή. Αποτελεί μηχανισμό χρονικής μετάθεσης και συγκάλυψης του προβλήματος.
Αν ένας πολίτης δήλωνε «συνεπής», ενώ το χρέος του αυξανόταν κάθε χρόνο κατά 12% ή 13%, οι ίδιες τράπεζες θα τον χαρακτήριζαν μη βιώσιμο. Όταν όμως πρόκειται για τα δύο ιστορικά κόμματα εξουσίας, η ίδια πραγματικότητα βαφτίζεται «ενήμερη ρύθμιση».
Δεν είναι απλώς δημιουργική λογιστική. Είναι πολιτική εξαπάτηση.
Το πονηρό ακαταδίωκτο
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν θυμηθούμε την πορεία των ποινικών ερευνών για τα κομματικά δάνεια.
Το 2019 είχαν ασκηθεί διώξεις για κακουργηματική απιστία σε βάρος δεκάδων τραπεζικών στελεχών και για ηθική αυτουργία σε βάρος κομματικών υπευθύνων. Οι δανειοδοτήσεις είχαν πραγματοποιηθεί με εξασφάλιση μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις, των οποίων όμως η πραγματική απόδοση εξαρτιόταν από τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων. Είχε μάλιστα κριθεί εισαγγελικά ότι αυτή η εξασφάλιση δεν ήταν επαρκής. Η σχετική υπόθεση των κομματικών δανείων αφορούσε δανειοδοτήσεις της περιόδου 2005–2011.
Ακολούθησε το 2019 η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, με την οποία η δίωξη για απιστία σε βάρος τραπεζικού ιδρύματος κατέστη δυνατή μόνο κατ’ έγκληση της ίδιας της τράπεζας. Δηλαδή, για να ερευνηθεί η ζημία της τράπεζας, έπρεπε να υποβάλει έγκληση η διοίκησή της εναντίον των στελεχών της.
Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο.
Το 2024 επανήλθε μεν, τυπικά, η αυτεπάγγελτη δίωξη, αλλά για αναδιαρθρώσεις ή διαγραφές δανείων τέθηκαν ειδικές προϋποθέσεις και απαιτείται έκθεση επιθεωρητών της Τράπεζας της Ελλάδος ήδη από την προκαταρκτική εξέταση. Το ισχύον πλαίσιο εξακολουθεί να παρέχει ιδιαίτερη προστασία σε κρίσιμες τραπεζικές αποφάσεις.
Έτσι, η αδράνεια απέναντι σε ένα κομματικό χρέος που σήμερα ξεπερνά το 1,15 δισ. ευρώ δεν προκαλεί την ποινική και θεσμική κινητοποίηση που θα ανέμενε κανείς. Το «ακαταδίωκτο» αποδεικνύεται τελικά πολύ πιο πονηρό από όσο παρουσιάστηκε: δεν προστατεύει απλώς τραπεζικά στελέχη από αβάσιμες διώξεις· μπορεί να λειτουργήσει και ως ασπίδα για την πολυετή ανοχή απέναντι σε τεράστια, διαρκώς διογκούμενα πολιτικά χρέη.
Δανείζονται γνωρίζοντας ότι δεν θα πληρώσουν
Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο από τη νομική ή οικονομική πλευρά: το ζήτημα του πολιτικού ήθους.
Ένα κόμμα που ξοδεύει συστηματικά περισσότερα από όσα εισπράττει, που σωρεύει χρέη χωρίς ρεαλιστική δυνατότητα εξόφλησης και που συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μην συμβαίνει τίποτε, διδάσκει στην κοινωνία την κουλτούρα του μπαταχτσή.
Και δεν μιλάμε για κόμματα που στερούνται πόρων. Μόνο για το 2026 η κρατική χρηματοδότηση ανέρχεται σε 14,8 εκατομμύρια ευρώ για τη Νέα Δημοκρατία και σχεδόν 5 εκατομμύρια ευρώ για το ΠΑΣΟΚ–ΚΙΝΑΛ. Συνολικά, τα κόμματα θα λάβουν πάνω από 40 εκατομμύρια ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα επίσημα ποσά της χρηματοδότησης του 2026 είναι υπεραρκετά για μια σοβαρή, λιτή και δημοκρατική πολιτική λειτουργία.
Γιατί, λοιπόν, χρειάστηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δανεικών;
Πού δαπανήθηκαν;
Ποιοι προμηθευτές, ποιοι επικοινωνιολόγοι, ποια μέσα ενημέρωσης, ποιες διαφημιστικές εταιρείες και ποιοι κομματικοί μηχανισμοί πληρώθηκαν από αυτά;
Σε ποιες τσέπες κατέληξε το χρήμα, το οποίο σήμερα εμφανίζεται ως ανεξόφλητο τραπεζικό χρέος;
Ο λαός δικαιούται πλήρη, αναλυτική και ονομαστική απάντηση. Όχι μόνο γενικούς ισολογισμούς με συγκεντρωτικούς κωδικούς, αλλά πραγματικό δημόσιο έλεγχο της διαδρομής κάθε ευρώ.
Πρώτα να λογοδοτήσουν, μετά να ζητήσουν ψήφο
Ένα κόμμα που δεν μπορεί να διαχειριστεί τα δικά του οικονομικά δεν δικαιούται να εμφανίζεται ως εγγυητής της οικονομίας μιας ολόκληρης χώρας.
Ένα κόμμα που εξαρτάται από τις τράπεζες δεν μπορεί να πείσει ότι τις ελέγχει ανεξάρτητα.
Ένα κόμμα που απολαμβάνει πολυετή ανοχή δεν μπορεί να απαιτεί από τον πολίτη να παραδώσει το σπίτι του για μια ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Και ένα κόμμα που ονομάζει «εξυπηρετούμενο» ένα χρέος το οποίο αυξάνεται ασταμάτητα δεν μπορεί να αξιώνει την εμπιστοσύνη του λαού.
Το ζήτημα των δανείων Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ισονομίας, διαπλοκής και πολιτικής ηθικής.
Πάνω απ’ όλα, είναι το σύμβολο μιας εξουσίας που νομοθετεί αυστηρότητα για τους πολλούς και εξαιρέσεις για τον εαυτό της.
Δεν μπορείς να κυβερνάς μια χώρα ζητώντας από τον λαό συνέπεια, θυσίες και λιτότητα, όταν ο δικός σου κομματικός μηχανισμός λειτουργεί επί δεκαετίες με δανεικά που γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να εξοφλήσει.
Αυτό δεν λέγεται απλώς οικονομική αποτυχία.
Λέγεται βαθιά πολιτική ανηθικότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Χαμηλές βάσεις, ακόμη χαμηλότερες προσδοκίες
Ποιοι θα διδάξουν, θα ποιμάνουν και θα διοικήσουν την επόμενη Ελλάδα;
Οι βάσεις εισαγωγής του 2026 δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη πίνακα αριθμών. Είναι αποτύπωμα της κατάστασης της εκπαίδευσής μας, της κοινωνικής μας νοοτροπίας και, τελικά, του μέλλοντος που προετοιμάζουμε.
Η εικόνα είναι ανησυχητική. Στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ η βάση διαμορφώθηκε στα 8.975 μόρια και, από τις 148 θέσεις της γενικής σειράς, καλύφθηκαν μόλις 30. Έμειναν κενές 118, δηλαδή σχεδόν οκτώ στις δέκα. Στην Κοινωνική Θεολογία και Χριστιανικό Πολιτισμό η βάση περιορίστηκε στα 9.005 μόρια. Στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών Ηρακλείου δεν καλύφθηκε ούτε μία από τις 40 θέσεις της γενικής σειράς. Η υποχώρηση επεκτείνεται στις φιλολογικές και ανθρωπιστικές σχολές, ενώ σοβαρά μηνύματα εκπέμπουν και οι βάσεις ορισμένων στρατιωτικών σχολών. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονται από τους αναλυτικούς πίνακες των βάσεων και των κενών θέσεων του 2026.
Χρειάζεται, βεβαίως, μια αναγκαία διευκρίνιση: η βάση μιας σχολής είναι η βαθμολογία του τελευταίου εισαχθέντος· δεν περιγράφει όλους τους φοιτητές της, ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι όποιος εισήχθη με χαμηλά μόρια είναι ανίκανος να προοδεύσει. Επηρεάζεται επίσης από τη ζήτηση, τον αριθμό των θέσεων, την επαγγελματική προοπτική και τις προτιμήσεις των υποψηφίων. Όταν, όμως, το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται, αφορά σχολές κρίσιμες για την πνευματική, εκπαιδευτική και εθνική ζωή και συνδυάζεται με εκατοντάδες κενές θέσεις, τότε παύει να είναι στατιστική λεπτομέρεια. Γίνεται σύμπτωμα.
Εκπαίδευση χωρίς παιδεία — και εκπαίδευση φτωχή
Επί χρόνια συγχέουμε την εκπαίδευση με την παιδεία. Η εκπαίδευση προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες. Η παιδεία διαμορφώνει κρίση, ήθος, γλώσσα, ιστορική συνείδηση, αίσθηση ευθύνης και εσωτερική ελευθερία. Εμείς κατορθώσαμε να φτωχύνουμε και τις δύο.
Το σχολείο δυσκολεύεται πλέον να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη: σωστή ανάγνωση, κατανοητή γραφή, συγκροτημένη σκέψη, βασική ιστορική γνώση, πειθαρχία στη μελέτη. Η αποστήθιση συνυπάρχει παράδοξα με την ημιμάθεια. Οι μαθητές περνούν από τάξη σε τάξη, παίρνουν απολυτήρια, εισάγονται ενίοτε σε πανεπιστημιακές σχολές, χωρίς πάντοτε να έχουν αποκτήσει τις βάσεις που απαιτεί η ανώτατη εκπαίδευση.
Το πανεπιστήμιο, αντί να αποτελεί την κορυφή μιας απαιτητικής μορφωτικής πορείας, μετατρέπεται συχνά σε χώρο διαχείρισης των ελλείψεων του σχολείου. Και όταν κι αυτό υποχωρεί στις απαιτήσεις του, ο τίτλος σπουδών αποσυνδέεται από την πραγματική γνώση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Παιδιά που δεν διδάχθηκαν επαρκώς γλώσσα, ιστορία, λογική και κριτική σκέψη εισέρχονται σε σχολές που απαιτούν ακριβώς αυτά τα εφόδια. Αργότερα, ορισμένα από αυτά θα γίνουν δάσκαλοι, καθηγητές, θεολόγοι, νομικοί, αξιωματικοί, διοικητικοί ή πολιτικοί. Θα κληθούν, δηλαδή, να διδάξουν, να κρίνουν, να ποιμάνουν, να διοικήσουν, να υπερασπιστούν και να νομοθετήσουν.
Το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό ούτε αφορά την αξία των νέων ως ανθρώπων. Είναι θεσμικό. Όταν ένα σύστημα απονέμει τίτλους χωρίς να εγγυάται αντίστοιχες γνώσεις, δεν υπηρετεί τη δημοκρατία· παράγει ψευδεπίγραφες ελίτ. Παράγει «ταγούς» χωρίς επαρκή πνευματικά εφόδια, οι οποίοι θα αναλάβουν τη διαποίμανση του λαού και τη διοίκηση του έθνους περισσότερο χάρη σε ένα χαρτί παρά χάρη στην πραγματική τους συγκρότηση.
Η Θεολογία, η Φιλολογία και οι στρατιωτικές σχολές δεν είναι οποιεσδήποτε σχολές
Η υποχώρηση αυτών των σχολών έχει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Ο θεολόγος δεν διαχειρίζεται απλώς πληροφορίες περί θρησκείας. Καλείται να γνωρίζει Γραφή, Πατέρες, ιστορία, φιλοσοφία και γλώσσα, να διακρίνει το εκκλησιαστικό βίωμα από τη συνθηματολογία και να μιλήσει υπεύθυνα στις συνειδήσεις των νέων. Η Θεολογία χωρίς μόχθο, γνώση και πνευματική καλλιέργεια κινδυνεύει να γίνει είτε άχρωμη θρησκειολογία είτε στείρος φανατισμός.
Ο φιλόλογος θα διδάξει στα παιδιά μας ελληνικά, ιστορία και λογοτεχνία. Εάν ο ίδιος δεν κατέχει επαρκώς τη γλώσσα, δεν θα μεταδώσει απλώς λιγότερες γνώσεις. Θα αποκόψει την επόμενη γενιά από τη μνήμη και την πολιτιστική της συνέχεια.
Ο αξιωματικός και ο υπαξιωματικός, τέλος, δεν αρκεί να έχουν μόνο σωματική ικανότητα. Χρειάζονται κρίση, πειθαρχία, τεχνική γνώση, αίσθηση αποστολής και δυνατότητα λήψης αποφάσεων σε συνθήκες κινδύνου. Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λύση επαγγελματικής αποκατάστασης για όποιον απλώς αναζητεί μια μόνιμη θέση.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι μονόδρομος — η τέχνη δεν είναι υποβιβασμός
Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί μια αλήθεια που για δεκαετίες φοβόμαστε: δεν είναι όλα τα παιδιά κατάλληλα για πανεπιστημιακές σπουδές, όπως δεν είναι όλα κατάλληλα για την ίδια τέχνη, το ίδιο επάγγελμα ή τον ίδιο τρόπο ζωής.
Αυτό δεν προσβάλλει κανέναν. Η ισότητα της ανθρώπινης αξίας δεν σημαίνει ταυτότητα ικανοτήτων και κλίσεων.
Αν ένα παιδί δεν αγαπά τα γράμματα, δεν αντέχει τη συστηματική μελέτη ή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τις γνώσεις που απαιτεί μια επιστημονική σχολή, μην το σπρώχνετε στο πανεπιστήμιο μόνο και μόνο για να αποκτήσει ένα πτυχίο. Βοηθήστε το να γνωρίσει μια τέχνη. Να γίνει άριστος ηλεκτρολόγος, μηχανικός αυτοκινήτων, ψυκτικός, ξυλουργός, τεχνικός δικτύων, γεωργός, κτηνοτρόφος, μάγειρας ή τεχνίτης.
Δεν είναι κοινωνικά κατώτερος ο τεχνίτης από τον πτυχιούχο. Κατώτερη είναι μόνο η προχειρότητα, σε όποιο επάγγελμα και αν εμφανίζεται.
Ένας καλός τεχνίτης δημιουργεί, παράγει, λύνει πραγματικά προβλήματα, αποκτά αυτονομία και στηρίζει την οικονομία. Αντίθετα, ένας κακώς προετοιμασμένος πτυχιούχος μπορεί να περάσει χρόνια σε μια σχολή που δεν αγαπά, να αποκτήσει έναν τίτλο χωρίς αντίκρισμα και τελικά να βρεθεί άνεργος, απογοητευμένος και εξαρτημένος.
Η κατεύθυνση προς την τεχνική εκπαίδευση δεν πρέπει, βεβαίως, να αποτελεί τιμωρία για τον «αδύναμο μαθητή». Ούτε να γίνεται με αυταρχικές οικογενειακές αποφάσεις. Χρειάζονται έγκαιρη διάγνωση κλίσεων, σοβαρός επαγγελματικός προσανατολισμός και ουσιαστική συναπόφαση με το ίδιο το παιδί. Γιατί υπάρχουν μαθητές που αποτυγχάνουν στο σημερινό σχολείο, όχι επειδή στερούνται ικανότητας, αλλά επειδή διαθέτουν διαφορετική —πρακτική, δημιουργική ή τεχνική— ευφυΐα την οποία το σχολείο δεν αναγνωρίζει.
Τι πρέπει να αλλάξει
Η λύση δεν είναι να καταργήσουμε τις ανθρωπιστικές σχολές ούτε να ανεβάσουμε τεχνητά τις βάσεις. Η χώρα χρειάζεται θεολόγους, φιλολόγους, δασκάλους, νομικούς και αξιωματικούς, αλλά καλά μορφωμένους και πραγματικά καταρτισμένους.
Απαιτούνται:
Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Να πάψουν οι γονείς να θεωρούν το πτυχίο οικογενειακό τρόπαιο και την τέχνη κοινωνική ήττα. Να πάψει το κράτος να κρύβει την ανεργία των νέων πίσω από ατελείωτες σπουδές και τίτλους. Και να πάψει το πανεπιστήμιο να υποκαθιστά το σχολείο ή να λειτουργεί ως μηχανισμός απονομής πιστοποιητικών.
Οι βάσεις του 2026 δεν μας λένε ότι τα παιδιά μας αξίζουν λιγότερο. Μας λένε ότι εμείς τους δίνουμε λιγότερα: λιγότερη γνώση, λιγότερη κατεύθυνση, λιγότερα πρότυπα, λιγότερες απαιτήσεις.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην αμάθεια. Αλλά και κανένα παιδί δεν πρέπει να καταδικάζεται σε μια ψεύτικη πανεπιστημιακή διαδρομή για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία της οικογένειας ή τη στατιστική του κράτους. Χρειαζόμαστε τον άριστο επιστήμονα και τον άριστο τεχνίτη. Όχι τον κατ’ όνομα πτυχιούχο και τον απαξιωμένο χειρώνακτα.
Γιατί ένα έθνος δεν καταρρέει μόνο όταν χαμηλώνουν οι βάσεις των σχολών του. Καταρρέει όταν χαμηλώνει τις απαιτήσεις του από εκείνους που αύριο θα διδάξουν τα παιδιά του, θα υπηρετήσουν τους θεσμούς του, θα υπερασπιστούν την πατρίδα του και θα αναλάβουν την πνευματική και πολιτική του καθοδήγηση.

Η συνάντηση των ανθρώπων του Ματιού και των Τεμπών στο Σύνταγμα συγκλονίζει. Φανερώνει ότι πίσω από διαφορετικές τραγωδίες υπάρχει ένα κοινό νήμα: η κρατική ανεπάρκεια, η ατιμωρησία και η επίμονη αποφυγή της λογοδοσίας.
Ωστόσο, ως λαός εξακολουθούμε να μένουμε κυρίως στο συναίσθημα. Οργιζόμαστε, συμπαραστεκόμαστε, συγκεντρωνόμαστε —ακόμη και μεγαλειωδώς— και ύστερα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Η δίκαιη αγανάκτηση εκτονώνεται, χωρίς να μεταστοιχειώνεται σε σταθερό πολιτικό αίτημα, οργανωμένη κοινωνική πίεση και διαρκή αγώνα για κάθαρση, δικαιοσύνη και θεσμική αλλαγή.
Και όταν αυτή η συλλογική δύναμη δεν αποκτά οργάνωση και πολιτική συνείδηση, κινδυνεύει να ιδιοποιηθεί από πρόσωπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μαρία Καρυστιανού, η οποία μετέτρεψε την τεράστια κοινωνική προβολή που απέκτησε μέσα από τον αγώνα των Τεμπών σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, εντάσσοντας μάλιστα το ονοματεπώνυμό της στον επίσημο τίτλο του νέου κόμματος: «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού – Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών». Ένα λαϊκό αίτημα εκατομμυρίων καταλήγει έτσι σχεδόν σε πολιτικό προϊόν «με ονοματεπώνυμο» — κάτι σαν τη Λίλα Πάουζ της πολιτικής. Μόνο που η δικαιοσύνη για τα Τέμπη δεν είναι σοκολάτα για να αποκτήσει προσωπική ετικέτα.
Δεν είμαστε ανίκανοι· είμαστε πολιτικά απαίδευτοι και ανοργάνωτοι. Δεν έχουμε ακόμη μάθει να μετατρέπουμε το πένθος σε συνείδηση, τη συνείδηση σε συλλογική οργάνωση και την οργάνωση σε πολιτική δύναμη που επιβάλλει αλλαγές. Η μνήμη των νεκρών δεν ζητά μόνο συγκίνηση ούτε προσωπικούς πολιτικούς ρόλους. Ζητά δικαιοσύνη — και μια κοινωνία αποφασισμένη να την επιβάλει.

Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη δεν άφησαν πίσω τους απλώς έναν μακρύ κατάλογο σκανδάλων. Ανέδειξαν ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας, στο οποίο η αδιαφάνεια, η πελατειακή συναλλαγή, η συγκάλυψη και η θεσμική ατιμωρησία τείνουν να μεταβληθούν από παρεκτροπή σε κανονικότητα.
Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε σοβαρό να ισχυριστεί κανείς ότι η διαφθορά γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2019. Η πελατειακή οργάνωση του κράτους, η κομματική νομή των δημόσιων πόρων και η προστασία των ισχυρών έχουν βαθιές ρίζες. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την επταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η πρωτοφανής έκταση, η ποικιλία και, κυρίως, η θεσμική θωράκιση αυτών των φαινομένων.
Δεν έχουμε πια μεμονωμένες υποθέσεις χρηματισμού ή προσωπικού πλουτισμού. Έχουμε ένα πλέγμα εξουσίας που εκτείνεται σχεδόν παντού: στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, στις κρατικές συμβάσεις και απευθείας αναθέσεις, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στην ενημέρωση, στις τηλεπικοινωνίες, στις μυστικές υπηρεσίες, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην αστυνομική και διοικητική λειτουργία, ακόμη και στους ίδιους τους μηχανισμούς δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Η διαφθορά εδώ δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολιτική, θεσμική και ηθική. Δεν εκδηλώνεται μόνο όταν κάποιος ιδιοποιείται δημόσιο χρήμα. Εκδηλώνεται και όταν η εξουσία παρακολουθεί τους αντιπάλους της, όταν χειραγωγεί την ενημέρωση, όταν αλλοιώνει τη λειτουργία των ελεγκτικών θεσμών, όταν δυσχεραίνει τη διερεύνηση μιας τραγωδίας ή όταν χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να προστατεύσει κυβερνητικά πρόσωπα.
Από τη «Λίστα Πέτσα» στα Τέμπη
Από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, η περίφημη «Λίστα Πέτσα» ανέδειξε τη χρήση του δημόσιου χρήματος ως μέσου διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ακολούθησαν η πλημμυρίδα των απευθείας αναθέσεων, η αδιαφάνεια σε συμβάσεις και προμήθειες, οι υποθέσεις Πάτση και άλλων κυβερνητικών στελεχών, οι καταγγελίες για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και μέσων ενημέρωσης.
Ύστερα ήλθε το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δημοσιογράφοι, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί και επιχειρηματίες βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Και όλα αυτά ενώ η ΕΥΠ είχε υπαχθεί, με μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης του 2019, απευθείας στον πρωθυπουργό.
Η πολιτική ευθύνη ήταν επομένως αδιαμφισβήτητη, ακόμη και αν δεν αποδεικνυόταν προσωπική γνώση κάθε επιμέρους παρακολούθησης. Αντί όμως να φωτισθεί πλήρως η υπόθεση, το κράτος επικαλέστηκε το «απόρρητο», οι κοινοβουλευτικοί έλεγχοι προσέκρουσαν σε τείχος σιωπής και η έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες κρατικών προσώπων τέθηκε στο αρχείο. Χρειάστηκε η απόφαση ενός κατώτερου δικαστηρίου, τον Φεβρουάριο του 2026, για να καταδικαστούν τέσσερα πρόσωπα συνδεόμενα με την Intellexa και να διαβιβασθεί εκ νέου η υπόθεση για διερεύνηση βαρύτερων αδικημάτων, ακόμη και ενδεχόμενης κατασκοπείας. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν ήταν ούτε φαντασίωση ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν ένα πραγματικό πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Στα Τέμπη, πάλι, δεν έχουμε μόνον την εγκληματική κατάρρευση του σιδηροδρομικού κράτους. Έχουμε τις πολιτικές ευθύνες για τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, τις συμβάσεις που καθυστερούσαν και μια κυβέρνηση που, μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, έσπευσε αρχικά να ενοχοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τον σταθμάρχη.
Ακολούθησαν η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, οι αντιφατικές κυβερνητικές δηλώσεις, η επιλεκτική διαχείριση στοιχείων και η ενεργοποίηση ολόκληρου επικοινωνιακού μηχανισμού για την αποδυνάμωση των συγγενών. Είτε κάθε καταγγελία αποδειχθεί τελικά βάσιμη είτε όχι, η συνολική συμπεριφορά της εξουσίας δημιούργησε εύλογη και βαθιά κοινωνική πεποίθηση ότι δεν αναζητήθηκε εξαρχής ολόκληρη η αλήθεια, αλλά επιδιώχθηκε ο περιορισμός της πολιτικής ζημίας.
Η Δικαιοσύνη μεταξύ εξάρτησης και ατολμίας
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το σοβαρότερο ίσως πρόβλημα: η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Δεν είναι δίκαιο να ισοπεδώνεται ολόκληρο το δικαστικό σώμα. Υπάρχουν δικαστές και εισαγγελείς που επιτελούν με ευσυνειδησία και θάρρος το καθήκον τους. Υπάρχουν όμως και υποθέσεις στις οποίες η ανώτατη δικαστική ηγεσία έδωσε την εντύπωση ότι περισσότερο προστάτευσε τη θεσμική ηρεμία της κυβέρνησης παρά αναζήτησε μέχρι τέλους την αλήθεια. Σε άλλες περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη κινήθηκε με τέτοια καθυστέρηση και ατολμία, ώστε ο χρόνος λειτούργησε υπέρ των ελεγχόμενων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά στον αδύναμο αλλά διστακτικά στον υπουργό, στον κομματικό παράγοντα ή στον οικονομικά ισχυρό, δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς. Καταρρέει η ίδια η πεποίθηση ότι η δημοκρατία διαθέτει κοινό κανόνα για όλους.
Η εξάρτηση της δικαστικής ηγεσίας από κυβερνητικές επιλογές, οι κλειστές διαδικασίες, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου των καθυστερήσεων καλλιεργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ατιμωρησία δεν χρειάζεται πάντοτε ωμή παρέμβαση. Αρκούν η αναβολή, η κατάτμηση των δικογραφιών, η επίκληση του απορρήτου, η παραγραφή ή μία πρόωρη αρχειοθέτηση.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως κορύφωση του συστήματος
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μέχρι τώρα κορύφωση, επειδή αποκαλύπτει όχι μόνο τη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών, αλλά τη διάχυσή της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο.
Εδώ δεν φαίνεται να δρούσε ένας απομονωμένος αξιωματούχος. Ερευνάται ένας μηχανισμός στον οποίο φερόμενοι ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι δήλωναν ανύπαρκτα βοσκοτόπια, ζώα ή εκτάσεις που δεν κατείχαν, με τη συνδρομή υπαλλήλων, μεσαζόντων και πολιτικών παραγόντων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι, αντί να ενισχύουν τους πραγματικούς παραγωγούς, μετατρέπονταν σε μέσο πελατειακής εξαγοράς και παράνομου πλουτισμού.
Αυτό εξηγεί και γιατί η διαφθορά κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κοινωνικό βάθος. Όταν το πολιτικό σύστημα διδάσκει επί δεκαετίες ότι το κράτος δεν είναι κοινό αγαθό αλλά λάφυρο, δημιουργεί γύρω του συνενοχές: πολίτες που αποδέχονται την παρανομία επειδή ωφελούνται, διοικητικούς υπαλλήλους που εξυπηρετούν, κομματάρχες που μεσολαβούν και πολιτικούς που μετατρέπουν το δημόσιο χρήμα σε εκλογική πελατεία.
Η κοινωνική συμμετοχή στην παρανομία δεν απαλλάσσει την πολιτική εξουσία. Την επιβαρύνει. Διότι η κορυφή είναι εκείνη που καθορίζει τους κανόνες, επιλέγει τις διοικήσεις, διαθέτει τους μηχανισμούς ελέγχου και, τελικά, ωφελείται πολιτικά από τη διανομή των προνομίων.
Στις 16 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε διώξεις κατά 22 στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν το 2021. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα ηλεκτρονικής απάτης. Για επτά άλλους βουλευτές οι καταγγελίες αρχειοθετήθηκαν λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, ενώ άλλες έρευνες, για διαφορετικές περιόδους και πράξεις, συνεχίζονται.
Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει απολύτως για κάθε κατηγορούμενο. Όμως δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε τεκμήριο πολιτικής αθωότητας ολόκληρου του συστήματος. Η μη δίωξη ορισμένων προσώπων δεν εξαφανίζει ούτε τις διώξεις των υπολοίπων ούτε το οργανωμένο σχήμα απάτης που ερευνάται ούτε τις πολιτικές ευθύνες για τη λειτουργία του Οργανισμού επί σειρά ετών.
Όταν ο πρωθυπουργός επιτίθεται στον ελεγκτή
Αντί ο πρωθυπουργός να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αφεθεί απερίσπαστη να ολοκληρώσει όλες τις έρευνές της, επέλεξε να υποστηρίξει ότι «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
Πρόκειται για θεσμικά βαρύτατη δήλωση. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός στρέφεται τόσο ευθέως κατά ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, την ώρα μάλιστα που αυτός ερευνά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί το τεκμήριο αθωότητας. Αμφισβήτησε την αμεροληψία του ίδιου του ελεγκτικού θεσμού, αποδίδοντάς του κομματική λειτουργία.
Η δήλωση είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όχι μόνο άσκησε διώξεις σε τέσσερις βουλευτές, αλλά αρχειοθέτησε τις καταγγελίες για άλλους επτά. Δηλαδή έπραξε ακριβώς αυτό που οφείλει να πράττει ένας δικαστικός θεσμός: διέκρινε τις περιπτώσεις σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις αρχειοθετήσεις ως επιχείρημα εναντίον εκείνου του ίδιου θεσμού που τις αποφάσισε, παραβλέποντας τις διώξεις και τις έρευνες που συνεχίζονται.
Τι σηματοδοτεί αυτή η επίθεση;
Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας: από ελεγχόμενη η κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα μιας δήθεν ευρωπαϊκής ανάμιξης. Μπορεί να αποβλέπει στην απονομιμοποίηση των εισαγγελέων πριν από την αποκάλυψη νέων στοιχείων. Μπορεί ακόμη να είναι μια προκαταβολική άμυνα απέναντι στον φόβο ότι ο έλεγχος θα επεκταθεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε άλλες χρονικές περιόδους και σε υψηλότερα επίπεδα πολιτικής ευθύνης.
Δεν μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε τι θα αποκαλύψουν οι συνεχιζόμενες έρευνες. Η χρονική όμως στιγμή και το περιεχόμενο της επίθεσης επιτρέπουν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: φοβάται το Μέγαρο Μαξίμου μια νέα, μεγαλύτερη σειρά διώξεων και αποκαλύψεων; Και επιχειρεί από τώρα να πείσει την κοινωνία ότι όσα ενδεχομένως ακολουθήσουν δεν αποτελούν απονομή δικαιοσύνης αλλά πολιτική δίωξη;
Η απάντηση ανήκει στα στοιχεία και στους εισαγγελείς. Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να εκφοβίζει, να απαξιώνει ή να απονομιμοποιεί τον ελεγκτή του.
Το «επιτελικό κράτος» ως σύστημα συγκέντρωσης και διάχυσης ευθύνης
Η αντίφαση του λεγόμενου επιτελικού κράτους είναι αποκαλυπτική. Όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει επιτυχίες, αυτές αποδίδονται στην προσωπική αποτελεσματικότητα του πρωθυπουργού. Όταν όμως αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, κανείς στο κέντρο της εξουσίας δεν γνώριζε τίποτε.
Για τις παρακολουθήσεις ευθύνονται υπηρεσιακοί παράγοντες. Για τα Τέμπη ο σταθμάρχης και οι χρόνιες παθογένειες. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι διοικήσεις, οι υπάλληλοι και οι πολίτες. Για τις απευθείας αναθέσεις οι έκτακτες ανάγκες. Για κάθε αποτυχία υπάρχει ένας κατώτερος υπεύθυνος· για κάθε επιτυχία ένας πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι επιτελικό κράτος. Είναι συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας με αποκεντρωμένη ευθύνη.
Και αυτή ακριβώς είναι η ποιοτική μεταβολή της διαφθοράς: δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί ότι κάθε πολιτικός έλαβε προσωπικά χρήματα. Αρκεί ένα σύστημα να νέμεται το κράτος, να εξαγοράζει ανοχή, να παρακολουθεί αντιπάλους, να ελέγχει την πληροφορία και να αποτρέπει ή να καθυστερεί τη λογοδοσία. Η διαφθορά γίνεται τότε μέθοδος διακυβέρνησης.
Κυβέρνηση ειδικού σκοπού για τη λογοδοσία;
Οι επόμενες εκλογές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία ή θα μοιράσει περισσότερες παροχές. Το πρώτο πολιτικό πρόταγμα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας: Πλήρης αποκάλυψη όλων των υποθέσεων. Απρόσκοπτη πρόσβαση των ελεγκτικών αρχών στα στοιχεία. Κατάργηση κάθε προσχηματικού απορρήτου. Προστασία μαρτύρων και ερευνητών. Κοινοβουλευτικός έλεγχος χωρίς μεθοδεύσεις. Επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων ποσών. Παραπομπή κάθε υπευθύνου, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Δίκαιη και ταχεία δίκη από πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.
Τα κόμματα που θα προσφέρουν ουσιαστική υπηρεσία στον τόπο δεν είναι απλώς εκείνα που θα απομακρύνουν εκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι εκείνα που θα δεσμευθούν να ελέγξουν σε βάθος τον μητσοτακισμό ως σύστημα εξουσίας — χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς ασυλίες, χωρίς εκδικητικότητα, αλλά και χωρίς κουκούλωμα.
Υπό αυτή την έννοια, η σκέψη μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού δεν είναι ούτε παράλογη ούτε αντιδημοκρατική. Θα μπορούσε να αποτελέσει αναγκαία μεταβατική λύση, εφόσον στηριχθεί σε σαφή, περιορισμένη και δημόσια συμφωνία: αποκατάσταση των θεσμών, διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, συγκρότηση πραγματικών εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών, παράδοση όλων των στοιχείων στις αρμόδιες αρχές και θεσμικές εγγυήσεις ώστε κανένα κυβερνητικό κέντρο να μην μπορεί ξανά να ελέγχει τον ελεγκτή του.
Μια κυβέρνηση, βέβαια, δεν «δικάζει» ούτε προαποφασίζει ενοχές. Αυτό θα ήταν εξίσου αυταρχικό. Οφείλει όμως να άρει τα εμπόδια, να επιτρέψει την έρευνα, να διασφαλίσει ότι οι νόμιμοι δικαστές θα φθάσουν ανεπηρέαστοι μέχρι το τέλος και ότι η πολιτική εξουσία δεν θα προστατεύσει κανέναν.
Το αίτημα δεν είναι να αντικατασταθεί μία κομματική αυθαιρεσία από μία άλλη. Είναι να επανέλθει η ισχύς του νόμου πάνω από την ισχύ της κυβέρνησης.
Γιατί ένα πολιτικό σύστημα που δεν λογοδοτεί δεν αυτοδιορθώνεται. Αναπαράγεται. Και μια κοινωνία που συγχωρεί τη διαφθορά επειδή «όλοι τα ίδια κάνουν» παραιτείται τελικά από το δικαίωμά της στη δημοκρατία.
Η χώρα δεν χρειάζεται μόνον εναλλαγή προσώπων. Χρειάζεται αλήθεια, δικαιοσύνη και κάθαρση. Χωρίς αυτά, η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι διαφορετική· η εξουσία όμως θα παραμείνει ίδια.
Χωρίς λογοδοσία δεν υπάρχει κάθαρση. Και χωρίς κάθαρση, νέα αρχή δεν υπάρχει.

Το πραγματικό γκαζάκι δεν είναι αυτό που εξερράγη.
Πώς μια καταδικαστέα αναρχική ενέργεια μπορεί να μετατραπεί σε εκλογικό ψευδοδίλημμα και να αναζωπυρώσει τον πολιτικό διχασμό.
1.- Η τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών σε κατοικίες πολιτικών προσώπων αποτελεί πράξη απολύτως καταδικαστέα. Σε μια δημοκρατία, η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με επιχειρήματα και ψήφο, όχι με βία, απειλές και τρομοκράτηση.
Η καταδίκη όμως μιας εγκληματικής πράξης δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση να παρακολουθεί και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά.
Στην πολιτική ιστορία, πολλές φορές ένα πραγματικό γεγονός αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία όχι για αυτό που είναι, αλλά για την αφήγηση που οικοδομείται γύρω του. Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
2.- Εκτιμώ μετά βεβαιότητος ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Ν.Δ. θα επιχειρήσει να μετατρέψει ένα ποινικό γεγονός σε κεντρικό πολιτικό αφήγημα των επόμενων εκλογών.
Το μήνυμα θα μπορούσε να είναι απλό: «Ή εμείς ή η αναρχία.»
Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά διλήμματα που μπορεί να τεθούν σε μια κοινωνία. Διότι δεν αφορά απλώς την οικονομία ή την αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης. Αφορά το αρχέγονο ανθρώπινο συναίσθημα του φόβου.
Όταν ο πολίτης πεισθεί ότι κινδυνεύει η προσωπική του ασφάλεια, αρχίζει να ψηφίζει διαφορετικά. Δεν επιλέγει πλέον αυτό που θεωρεί καλύτερο. Επιλέγει εκείνον που πιστεύει ότι μπορεί να τον προστατεύσει. Και τότε η δημοκρατική κρίση υποχωρεί μπροστά στον φόβο.

3.- Εδώ όμως ανακύπτει το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Το δίλημμα «ή εμείς ή η αναρχία» είναι πραγματικό ή είναι ένα επικοινωνιακό κατασκεύασμα;
Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα ψευδοδίλημμα.
Η εγκληματική επίθεση στη Θεσσαλονίκη ήταν μια απολύτως καταδικαστέα ενέργεια, η οποία οφείλει να διερευνηθεί και να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Καμία πολιτική ή ιδεολογική επίκληση δεν μπορεί να νομιμοποιήσει τη βία.
Άλλο όμως η ύπαρξη μιας εγκληματικής ενέργειας και άλλο η παρουσίαση ολόκληρης της χώρας ως ευρισκόμενης προ των πυλών της αναρχίας. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα οργανωμένο αναρχικό κίνημα τέτοιας ισχύος ώστε να απειλεί την ύπαρξη του κράτους ή να μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση. Η εγκληματική δράση ορισμένων ομάδων, όσο σοβαρή και αν είναι, δεν ταυτίζεται με την κοινωνική πραγματικότητα.
Επομένως, η μετάβαση από ένα συγκεκριμένο περιστατικό στο γενικό συμπέρασμα ότι «ή ψηφίζετε εμάς ή έρχεται η αναρχία» δεν αποτελεί αντικειμενική περιγραφή της κατάστασης. Αποτελεί πολιτική ερμηνεία της.
Και ακριβώς γι' αυτό ένας τέτοιος πολιτικός «εκβιασμός» πρέπει να καταδικαστεί από όλη την αντιπολίτευση σύσσωμη.
Οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν με τεχνητά διλήμματα. Λειτουργούν με ελεύθερη κρίση των πολιτών.
4.- Το δίλημμα αυτό, εφόσον αναδειχθεί, πιθανότατα δεν θα μείνει μόνο του. Θα συνοδευθεί από δεύτερο: «Ή Μητσοτάκης ή ακυβερνησία.»
Η επίκληση της κυβερνητικής σταθερότητας υπήρξε πάντοτε ισχυρό πολιτικό εργαλείο. Θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στην εικόνα μιας αντιπολίτευσης που εμφανίζεται κατακερματισμένη ή χωρίς σαφή κυβερνητική πρόταση.
5.- Στη συνέχεια μπορεί να προστεθεί και ένα τρίτο δίλημμα: «Ή οικονομική σταθερότητα ή επιστροφή στην ανασφάλεια.»
Οι συνταξιούχοι, οι μικροκαταθέτες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και γενικότερα όσοι φοβούνται οικονομικές αναταράξεις είναι ένα εκλογικό σώμα ιδιαίτερα ευαίσθητο σε τέτοιου είδους επιχειρήματα.
6.- Έτσι σχηματίζεται μια ενιαία πολιτική αφήγηση: Ασφάλεια. Κυβερνησιμότητα. Οικονομική σταθερότητα. Απέναντί της τοποθετούνται τρεις αντίθετες έννοιες: Αναρχία. Ακυβερνησία. Οικονομικός κίνδυνος.
Από επικοινωνιακής πλευράς πρόκειται για ένα εξαιρετικά ισχυρό σχήμα.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν είναι αποτελεσματικό. Το ερώτημα είναι αν ωφελεί τη δημοκρατία. Διότι μια κοινωνία που οδηγείται να ψηφίζει με βασικό κίνητρο τον φόβο μεταβάλλεται σταδιακά σε κοινωνία πολιτικής πόλωσης. Οι πολίτες παύουν να συζητούν για την υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, το δημογραφικό ή τη θεσμική ανασυγκρότηση. Συζητούν μόνο για τον «κίνδυνο».
Και όταν ο φόβος γίνεται το κυρίαρχο πολιτικό συναίσθημα, ο αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος και αρχίζει να παρουσιάζεται ως απειλή.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο μια δημοκρατία κινδυνεύει να διχαστεί.

7.- Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τέτοιες λογικές. Ο τόπος δεν χρειάζεται νέα εμφυλιοπολεμικά αντανακλαστικά. Δεν χρειάζεται να χωριστεί ξανά σε στρατόπεδα που αλληλοφοβούνται.
Χρειάζεται ψυχραιμία, θεσμική σοβαρότητα και ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.
Η βία των άκρων πρέπει να αντιμετωπίζεται αποφασιστικά από τη Δικαιοσύνη και τις διωκτικές αρχές. Ταυτόχρονα όμως ο πολιτικός κόσμος οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό να μετατρέψει κάθε εγκληματική πράξη σε εκλογικό εργαλείο. Γιατί τότε τα γκαζάκια παύουν να καίνε μόνο αυτοκίνητα. Αρχίζουν να καίνε την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών. Και αυτή είναι μια φωτιά πολύ δυσκολότερο να σβήσει.
8.- Η πολιτική του φόβου είναι παλιά. Αλλά δεν παύει να είναι επικίνδυνη. Η επίκληση του φόβου δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία.
Σε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, αλλά και στον 21ο, κυβερνήσεις διαφορετικών ιδεολογικών αποχρώσεων αξιοποίησαν υπαρκτές κρίσεις για να οικοδομήσουν ισχυρά πολιτικά διλήμματα.
Άλλοτε ήταν ο φόβος του κομμουνισμού. Άλλοτε της τρομοκρατίας. Άλλοτε της χρεοκοπίας. Άλλοτε της πανδημίας. Άλλοτε της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.
Σήμερα ενδέχεται να προστεθεί ακόμη ένα δίλημμα: «Ή σταθερότητα ή αναρχία.»
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο φόβος χρησιμοποιείται ως βασικό πολιτικό καύσιμο. Κάθε φορά όμως που συμβαίνει, η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από τα πραγματικά προβλήματα και μεταφέρεται στο πεδίο των συναισθημάτων.
Ο πολίτης δεν καλείται πλέον να αξιολογήσει πολιτικές. Καλείται να επιλέξει εκείνον που υπόσχεται ότι θα τον προστατεύσει από έναν κίνδυνο. Έτσι, η ψήφος παύει να είναι προϊόν ελεύθερης πολιτικής κρίσης και μετατρέπεται σε αντανακλαστική αντίδραση απέναντι στον φόβο.
Ο φόβος είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο κάθε εξουσίας. Δεν χρειάζεται να καταργήσει τις εκλογές. Αρκεί να διαμορφώσει τα ερωτήματα στα οποία θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες.
Όταν η πολιτική παύει να συζητά το μέλλον και περιορίζεται να διαχειρίζεται τον φόβο, τότε η κοινωνία δεν αυτοκυβερνάται πλέον· απλώς καθοδηγείται.

Νέα κόμματα. Παλιό αδιέξοδο.
Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται κάτι βαθύτερο από μια ακόμη εκλογική επιλογή.
Ζούμε σε μια εποχή παράδοξη.
Ποτέ άλλοτε οι πολίτες δεν ήταν τόσο δυσαρεστημένοι από το πολιτικό σύστημα και ποτέ άλλοτε δεν εμφανίζονταν με τόση συχνότητα νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που υπόσχονται να εκφράσουν αυτή τη δυσαρέσκεια. Κόμμα Τσίπρα. Κόμμα Καρυστιανού. Σχεδόν έτοιμο και το κόμμα Σαμαρά. Παράλληλα σιγοσβήνουν άλλοι κομματικοί που είχαν συγκροτηθεί στις προηγούμενες εκλογές με πολλές φιλοδοξίες, αλλά δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα «όριά» τους και να κινητοποιήσουν το λαό για τη δημιουργία πατριωτικού και κοινωνικού ρεύματος.
Και όμως, παρά την εναλλαγή προσώπων, συνθημάτων και κομματικών σχημάτων, το βασικό πρόβλημα παραμένει άθικτο.
Η χώρα αλλάζει κυβερνήσεις. Δεν αλλάζει πορεία. Αυτό συμβαίνει διότι το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως κομματικό.
Είναι βαθύτερο. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας. Είναι πρόβλημα συμμετοχής. Είναι πρόβλημα συλλογικής ύπαρξης. Είναι, τελικά, πρόβλημα λαού.
Για δεκαετίες ο Έλληνας πολίτης εκπαιδεύεται να λειτουργεί ως ψηφοφόρος και μόνο ως ψηφοφόρος. Καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε έτοιμες λύσεις που έχουν σχεδιαστεί από άλλους. Καλείται να εγκρίνει ή να απορρίψει πρόσωπα. Αλλά σπανίως καλείται να συνδιαμορφώσει πολιτικές. Να συμμετάσχει. Να συναποφασίσει. Να αναλάβει ευθύνη. Έτσι η πολιτική μετατράπηκε σταδιακά σε επάγγελμα των λίγων και η κοινωνία σε κοινό θεατών.
Η μεγάλη τραγωδία της μεταπολίτευσης δεν είναι μόνο η οικονομική εξάρτηση ή η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Είναι ότι αποσυντέθηκε το ίδιο το κοινωνικό σώμα. Οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Χωρίς κοινότητες. Χωρίς συλλογικές δομές. Χωρίς πραγματική εκπροσώπηση. Χωρίς αίσθηση συμμετοχής σε ένα κοινό εθνικό και κοινωνικό σχέδιο.
Ο καθένας αγωνίζεται μόνος του. Για τον μισθό του. Για τη σύνταξή του. Για το παιδί του. Για την υγεία του. Για την επιβίωσή του.
Και όταν έρχεται η ώρα της πολιτικής, του ζητείται απλώς να ψηφίσει. Αυτό όμως δεν αρκεί. Δεν αρκεί για να αλλάξει μια χώρα. Δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική κατάρρευση. Δεν αρκεί για να ανασυγκροτηθεί η παραγωγή. Δεν αρκεί για να προστατευθεί η εθνική κυριαρχία. Δεν αρκεί για να απαντηθούν τα νέα ερωτήματα που γεννά η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ψηφιακής επιτήρησης και της αλγοριθμικής διακυβέρνησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προτάσεις. Είναι ότι δεν υπάρχει οργανωμένο κοινωνικό υποκείμενο ικανό να τις επιβάλει. Δεν υπάρχει συγκροτημένος λαός. Υπάρχουν διάσπαρτες διαμαρτυρίες. Υπάρχουν ξεσπάσματα. Υπάρχουν κινητοποιήσεις. Υπάρχουν δίκαιες αγανακτήσεις. Υπάρχουν αυθεντικές φωνές.
Όλα αυτά όμως εμφανίζονται, συγκινούν και στη συνέχεια διαλύονται. Δεν αφήνουν πίσω τους μόνιμες δομές. Δεν δημιουργούν συλλογική μνήμη. Δεν οικοδομούν πολιτική δύναμη. Κι έτσι το σύστημα, ακόμη και όταν κλονίζεται, κατορθώνει να αναπαράγεται.
Γι’ αυτό και όσοι πιστεύουν ότι η λύση θα έρθει απλώς μέσα από ένα νέο κόμμα, κινδυνεύουν να επαναλάβουν ένα γνώριμο λάθος. Τα κόμματα είναι εργαλεία. Δεν είναι ο λαός. Τα κόμματα μπορούν να εκφράσουν μια κοινωνική δύναμη. Δεν μπορούν όμως να την υποκαταστήσουν.
Όταν προηγείται το κόμμα και απουσιάζει η κοινωνία, συνήθως η κοινωνία μετατρέπεται σε εκλογική πελατεία. Όταν όμως προηγείται η κοινωνία, τότε το πολιτικό εργαλείο αποκτά πραγματικές ρίζες και αντοχές.
Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι δυσκολότερο αλλά και ουσιαστικότερο. Χρειάζεται να ξαναβρεί το συλλογικό της «εμείς». Χρειάζεται πολίτες που να συμμετέχουν και όχι απλώς να παρακολουθούν. Χρειάζεται τοπικές πρωτοβουλίες, συλλογικότητες, κοινότητες, δίκτυα αλληλεγγύης, χώρους διαλόγου και δημοκρατικής συνδιαμόρφωσης. Χρειάζεται έναν λαό που να μην εμφανίζεται μόνο στις κάλπες αλλά να είναι παρών καθημερινά στα κοινά.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει αύριο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα υπερασπιστεί την ανθρώπινη ελευθερία στην εποχή της τεχνοκρατίας. Ποιος θα υπερασπιστεί τη δημοκρατία στην εποχή των αλγορίθμων. Ποιος θα υπερασπιστεί την πατρίδα σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Ποιος θα υπερασπιστεί την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση απέναντι σε μια αντίληψη που βλέπει τον άνθρωπο ως δεδομένο, ως αριθμό, ως ψηφιακό προφίλ.
Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα. Και αυτά δεν θα τα απαντήσει κανένα κόμμα από μόνο του. Θα τα απαντήσει μόνο ένας λαός που θα αποφασίσει να επιστρέψει στην ιστορία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα κόμμα. Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά πολίτες. Χρειάζεται ξανά κοινωνία. Χρειάζεται ξανά λαό.
Ίσως λοιπόν το πρώτο βήμα να μην είναι η ίδρυση ενός ακόμη πολιτικού φορέα. Ίσως το πρώτο βήμα να είναι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο. Να αρχίσουν να συνδέονται μεταξύ τους οι διάσπαρτες δυνάμεις της κοινωνίας. Οι άνθρωποι που αντιστέκονται στην ερήμωση της υπαίθρου. Οι γονείς που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους. Οι πολίτες που αγωνίζονται για δημοκρατία και λογοδοσία. Οι άνθρωποι που υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία. Οι επιστήμονες που προβληματίζονται για τις συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής επιτήρησης. Οι παραγωγοί, οι εργαζόμενοι, οι δημιουργοί αυτού του τόπου.
Όχι για να χαθούν οι επιμέρους αγώνες τους μέσα σε έναν ακόμη μηχανισμό. Αλλά για να ανακαλύψουν ότι πίσω από τα επιμέρους προβλήματα κρύβεται ένα κοινό ερώτημα για το μέλλον της χώρας και του ανθρώπου.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το πρώτο καθήκον της εποχής μας: όχι η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος, αλλά η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικού και πολιτικού «εμείς». Ενός ζωντανού δικτύου πολιτών που θα ξανακάνει την κοινωνία πρωταγωνιστή και όχι θεατή των εξελίξεων. Γιατί μόνο όταν συγκροτηθεί αυτό το «εμείς», θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο και οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή.

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: info@iepomenimera.gr